Ιστορίες

Το σπίτι της νονάς της Νίκης

Στις φωτογραφίες, που συνόδευαν το δελτίο τύπου του δήμου Ιωαννιτών από την επίσκεψη των δημοσιογράφων στο σπίτι της, έψαχνα να βρω την αγαπημένη της γωνιά, αλλά δεν τη βρήκα. Όσες -πολλές- φορές είχα πάει παιδί στο σπίτι της νονάς της Νίκης, εκείνη ήταν ξαπλωμένη σε ένα από τα μπάσια στο καθιστικό και στα πόδια της κάθονταν πάντα οι γάτες της.

Ξεχώριζα μια μαύρη με γυαλιστερό τρίχωμα, που άπλωνε και τέντωνε το σώμα της αυτάρεσκα κατά μήκος των ποδιών της κυρίας της και δεν μας άφηνε να την πλησιάσουμε. Για να είμαι ειλικρινής, οι γάτες ήταν το δέλεαρ που κάθε φορά χρησιμοποιούσε η μητέρα μου, για να με πείσει να πάω επίσκεψη στη νονά τη Νίκη. Γιατί τις περισσότερες φορές δεν ήθελα να πάω.

Η νονά η Νίκη ήταν αόριστα μεγάλη, ακαθόριστης ηλικίας στα μάτια ενός παιδιού δέκα χρονών, με πολύ αραιά λευκά μαλλιά που τα σκέπαζε ένα τουρμπάνι ή συχνότερα μια περούκα έντονα καστανή –ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν εμένα: έντονη, όπως το βλέμμα του μαύρου γάτου που τη φύλαγε. Φορούσε πάντα τα εντυπωσιακά κοσμήματά της, που γυάλιζαν ακόμη και στο θαμπό φως της λάμπας. Η φωνή της ήταν δυνατή, με συχνούς λαρυγγισμούς -σχεδόν λυγμούς- που την έκαναν να ακούγεται θυμωμένη και επιτακτική, αλλά δεν ήταν.

Μερικές φορές –όχι πάντα- όταν οι μεγάλοι έπιναν στο καθιστικό τον καφέ, που ετοίμαζε η Αθανασία, και μιλούσαν για ασήμαντα και ακατανόητα πράγματα (και έλειπαν και οι γάτες από το σπίτι), η νονά η Νίκη μας άφηνε να εξερευνήσουμε τα άλλα δωμάτια του σπιτιού, που βρίσκονταν στον πρώτο όροφο, από την άλλη μεριά της σκάλας. Οι διάδρομοι έξω από το καθιστικό ήταν σκοτεινοί. Οι τεράστιες ψηλές διπλές πόρτες των υπνοδωματίων άνοιγαν σπάνια και πίσω τους υπήρχαν μεγάλα διπλά κρεβάτια. Σε ένα απ’ αυτά όλα τα χρόνια αναπαυόταν ελαφρώς ανασηκωμένη στα μαξιλάρια μια πελώρια κούκλα, που η θέα της (αν και αναμενόμενη) τρόμαζε πάντα εμένα και την αδερφή μου. Για καιρό πίστευα πως η νονά  την άφηνε εκεί για την αδερφή της, που έχασε πρόωρα και στην οποία χρωστάω το όνομά μου κατά το ήμισυ.

Στο σαλόνι δεν επιτρεπόταν να πάμε ποτέ. Ήταν κλειστό και σκοτεινό. Τις μόνες φορές που άνοιγε και φωτιζόταν και αντίκριζα τη νονά όρθια ή καθισμένη σε μεγαλόπρεπη βελούδινη πολυθρόνα, ήταν τη μέρα της γιορτής της. Δεχόταν ευχές δίπλα από το ευμέγεθες πορτραίτο του πατέρα της, μας επέτρεπε να της φιλάμε το χέρι. Και όσο οι μεγάλοι πάλι αναλώνονταν σε ανούσιες συζητήσεις, εμείς μπορούσαμε να παίζουμε παραπέρα και να ανεβάζουμε παραστάσεις στο μικρό υπερυψωμένο εσωτερικό μπαλκόνι με τα ξυλόγλυπτα κάγκελά του.

Μέχρι που έφυγε από τη ζωή κι ενώ εγώ και η αδερφή μου είχαμε ενηλικιωθεί, μας έστελνε το Πάσχα τις ίδιες πάντα ανάγλυφες ροζ λαμπάδες, που τις συνόδευαν οι ίδιες απαράλλαχτες χειρόγραφες ευχές της πάνω σε καρτ βιζίτ με το όνομά της: Φερενίκη Γ. Καλούδη.

Για αρκετούς από μας, στην πόλη υπάρχουν σπίτια, που είναι συνδεδεμένα με ολόκληρα κομμάτια από τη ζωή μας και οι αναμνήσεις μας απ’ αυτά δεν φτιάχτηκαν από ιστορίες που μας αφηγήθηκαν οι γονείς μας. Η πρωτοβουλία του δήμου Ιωαννιτών και η (σκληρή και δύσκολη) δουλειά που έκανε η Γωγώ Γιώτη για να τα ξαναφέρει στο φως και να τα αποκαταστήσει, μετά από χρόνια απομόνωσης και εγκατάλειψης, είναι για κάποιους από μας συγκινητική, για όλους αναγκαία για να συνδεθούμε με ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης και της ζωής των ευεργετών της, που δεν χάνεται στα βάθη του χρόνου, σε αιώνες περασμένους και μακρινούς. Σαν το σπίτι της Νίκης Καλούδη, στην πόλη υπάρχουν πολλά άλλα, που κατοικήθηκαν από σπουδαίους ανθρώπους και έχουν ωραίες ιστορίες να αφηγηθούν. Με ξύλινα πατώματα που τρίζουν, κούκλες που φορούν τα καλά τους και τρεμοπαίζουν τα μάτια τους στη θέα ενός απρόσμενου επισκέπτη, ψιθύρους πίσω από κλειστές πόρτες, που μεγαλώνουν καθώς πλησιάζεις. Μένει να τα ανοίξουμε και να αρχίσουμε να λέμε την ιστορία τους, πριν αυτή παραδοθεί οριστικά στη λήθη.

Σχετικά άρθρα

Δύο αρχοντικά που θέλουν να γίνουν μουσεία

Εξαιτίας της αδιαφορίας μας

Η σειρά της Ισμήνης Τζαβέλα και της Φερενίκης Καλούδη