Γιάννενα, Δευτέρα 20/04/2026
gorbi
Ιστορίες

Εφτά χρόνια και 80 μέρες

Πεθαίνουν άνθρωποι και είμαστε απαρηγόρητοι. Φεύγουν όμως και τα ζώα μας κι ο πόνος της απώλειας δεν είναι αμελητέος, ούτε υποδέεστερος. Για τον Γκορμπατσόφ και για όλα τα πλάσματα που χάσαμε.

Το ξέραμε ότι τα αγόρια θα φύγουν πρώτα. Η γάτα είναι εννέα χρονών, ακμαία και αναλλοίωτη, οι δύο σκύλες πιτσιρίκια ακόμα. Ο σκύλος μας όμως, το πρώτο ζώο που αποκτήσαμε ως οικογένεια, είναι καιρό τώρα βαρύθυμος και δυσκίνητος. Κλείνει τα δώδεκα τον άλλον μήνα, τον δυσκολεύουν οι αρθρώσεις του, περισσότερο οι αγκυλώσεις του, καθώς «κλειδώνει» σε μια εντολή που του δόθηκε σε ανύποπτο χρόνο ή καθηλώνεται στην κακή εμπειρία του είχε. Είναι διαρκώς ξαπλωμένος, ζορίζεται πολύ να ανέβει τις σκάλες, δεν έρχεται πια το πρωί στο κρεβάτι για να παίξουμε, όπως ευλαβικά και τελετουργικά έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Ο πολικός γάτος μας όμως, ο Γκορμπατσόφ, που πήρε το όνομά του από ένα μαύρο σημάδι που είχε στο κεφάλι όταν τον βρήκαμε αλλά μέσα σε δύο βδομάδες χάθηκε, δεν έχει ηλικία. Εμφανίστηκε ξαφνικά πριν από εφτά χρόνια στον φωταγωγό της πολυκατοικίας, βρώμικος, υποσιτισμένος, αλλά επίμονος -πανέμορφος, παρόλη την ταλαιπωρημένη όψη του. Του δώσαμε λίγο φαγητό και έμεινε. Για μέρες περιφερόταν στη γειτονιά, αλλά πάντα το καταφύγιό του ήταν μια πολύ στενή εσοχή πάνω ακριβώς από τις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο κι από κει στον φωταγωγό. Εκεί έπεφτε να κοιμηθεί, εκεί κατέφευγε όταν τον κυνηγούσαν τα σκυλιά του κέντρου ή άλλες γάτες που ενοχλούνταν από την αιφνιδιαστική εισβολή του στην περιοχή τους.  Στο σπίτι μας ανέβαινε δειλά ακολουθώντας τη γυναίκα, που του έβαλε πρώτη φορά φαγητό κι από τότε της είναι αιώνια ευγνώμων και αφοσιωμένος. Ξάπλωνε πάνω στο πατάκι της εισόδου, μισός μέσα από την πόρτα, μισός έξω. Παρατηρούσε με επιφύλαξη μεγάλη τον σκύλο και τη γάτα που έμεναν στο διαμέρισμα. Μια – δυο φορές μπήκε μέσα και ξάπλωσε -σαν να ήταν στο σπίτι του- στον καναπέ. Με τις γάνες του ακόμα. Βρώμικος, αλλά χορτασμένος. Το βράδυ που η αγέλη των σκύλων τον έψαχνε και τον βρήκε πάνω σε ένα ψηλό πεζούλι στον κήπο πίσω από την πολυκατοικία ήταν καθοριστικό. Τον μαζέψαμε σπίτι και από τότε είναι μέλος της οικογένειάς μας.

Είναι στειρωμένος, έχει έναν κυνόδοντα σπασμένο, τα δόντια του δεν είναι πολύ νεαρού γάτου. Η ηλικία του είναι απροσδιόριστη, αλλά όλο αυτόν τον καιρό, που τον έχουμε, ευχόμαστε να ήταν 4-5 ετών όταν μας βρήκε και να έχει πολλά ακόμη χρόνια μπροστά του. Είναι εργοστασιακός. Του αρέσει να βγαίνει έξω, να φέρνει τη γύρα του και να επιστρέφει. Δεν πλησιάζει τον κεντρικό δρόμο. Αγαπά τον χώρο του Επιμελητηρίου απέναντι από το σπίτι μας κι όταν δεν είναι εκεί, τον αγναντεύει με τις ώρες από το παράθυρο του υπνοδωματίου μας. Λατρεύει τη γαλοπούλα και το ψητό κρέας. Ανέχεται την άλλη γάτα του σπιτιού και συχνά του αρέσει να την προκαλεί ή να τη διώχνει από κει που έχει κουρνιάσει. Κυρίως όταν κουρνιάζει δίπλα από τη μαμά του, που την υπεραγαπά. Την υποδέχεται κάθε φορά στην πόρτα. Ανεβαίνει στην αγκαλιά της, όταν επιστρέφει απ’ έξω και κάθεται στην πολυθρόνα στο σαλόνι. Ξαπλώνει δίπλα της ή στα πόδια της στο κρεβάτι. Τις μέρες που έχει κέφια, κοιμάται πάνω της. Κάθε φορά που είναι έξω, την περιμένει για να ανεβεί μαζί της στο σπίτι. Όλα τα άλλα μέλη της οικογένειας τού είναι αδιάφορα ή -στην καλύτερη περίπτωση- χρήσιμα, όταν υπάρχει κάποιο αίτημά του, που πρέπει να ικανοποιηθεί και η μαμά του δεν είναι διαθέσιμη. Η μαμά του ανταποδίδει όλη αυτή την αγάπη και -παρόλο που ξέρει ότι δεν είναι σωστό- τον ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα ζώα του σπιτιού.

Ανθρωπόμορφος σχεδόν, κινείται ανάλαφρος και χαλαρός, σαν να χορεύει. Έχει μεγάλη ευλυγισία κι ακόμη μεγαλύτερη ξεροκεφαλιά, αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια να αποπαρασιτωθεί ή να πάρει αντιβίωση όταν αρρωσταίνει. Όταν θέλει να βγει έξω, σφηνώνεται σχεδόν στην πόρτα που πάει να κλείσει την ώρα που κάποιος μπαίνει στο σπίτι και πετάγεται έξω, σπινιάροντας στις σκάλες της πολυκατοικίας. Άμα -με το καλό- αποφασίσει να γυρίσει, γκρινιάζει βραχνά έξω από το διαμέρισμα. Παλιότερα αργούσε πολύ να επιστρέψει από τις βόλτες του και τον αναζητούσαμε ώρες -στα όρια της μεγάλης ανησυχίας. Έχουμε ξενυχτήσει περιμένοντας να γυρίσει σπίτι του το παλιοτόμαρο, έχουμε χωθεί πλείστες φορές μέσα στη σκόνη και στους ιστούς αράχνης σ΄ εκείνη τη στενή εσοχή στα σκαλιά που οδηγούν στον φωταγωγό για να τον σύρουμε έξω. Αλλά γουργουρίζει σαν τρακτέρ κάθε φορά που επιστρέφει σπίτι και πέφτει στην αγκαλιά της μαμάς του, ρίχνει κουτουλιές με το κεφάλι του στο πηγούνι της και κάθεται ανάσκελα για να τον χαϊδέψει στην κοιλιά του. Όχι για πολλή ώρα -μετά δαγκώνει.

Είναι γερό σκαρί και ατρόμητος. Τον έχει κυνηγήσει αγέλη σκύλων και σε ένα μπέρδεμα στην προσπάθεια διαφυγής του, βρέθηκε να κυνηγάει εκείνος έναν σκύλο και ξωπίσω του να τρέχει ένας άλλος. Μόνο πέρσι τέτοια εποχή λιποθύμησε για λίγο εκεί που ανέβαινε τα σκαλιά, αλλά πήρε κορτιζόνη και συνήλθε. Κάτι τοξικό θα έφαγε, είπαμε, ή κάτι θα τον τσίμπησε. Φέτος το καλοκαίρι είναι στα καλύτερά του. Δεν έβγαλε τη δερματική αλλεργία που τον ταλαιπωρεί πάντα τέτοια εποχή, δεν απομακρύνεται για ώρες από τον κήπο και το σπίτι. Έχει πάρει το βάρος που έχασε τον προηγούμενο καιρό και μας ανησυχούσε μήπως τελικά ήταν πολύ γέρος.

Την Τρίτη το μεσημέρι ξάπλωσε στο πλευρό της μαμάς του στο κρεβάτι, όπως του αρέσει να κάνει πάντα όταν πιάνουν τα κρύα. Κουλουριάστηκε με ευδαιμονία στο αγαπημένο του σημείο. Έβγαλε μόνο δύο πολύ μικρές φωνούλες στον ύπνο του -κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ μέχρι τώρα. Και μετά όλα τελείωσαν απότομα και απροειδοποίητα. Παρέλυσε στα πίσω άκρα του, μάζεψε υγρό στους μικρούς πνεύμονές του και ζητούσε βοήθεια με τη χαρακτηριστική, βραχνή φωνή του. Σαν να ήταν έξω από το σπίτι του και να ήθελε να μπει μέσα.

Το ξέραμε ότι τα αγόρια θα φύγουν πρώτα. Αλλά κανείς μας δεν περίμενε ότι ο Γκορμπατσόφ, ο γάτος που πήρε το όνομά του από ένα μαύρο σημάδι στο κεφάλι, θα ήταν ο πρώτος. Ο Φιλήμων, που έχει κι εκείνος μια λευκή γάτα, μας είχε πει ότι τα άσπρα γατιά, όταν στρεσσάρονται, βγάζουν μαύρα σημάδια στο σώμα τους. Ο Γκόρμπι λεπτά πριν κοιμηθεί για πάντα, έβγαλε ένα στο πηγούνι του.

Πεθαίνουν άνθρωποι, Τιτίκα, μου επαναλαμβάνουν όσα πολύ αγαπημένα πρόσωπα προσπαθούν να με παρηγορήσουν για την απώλειά του. Το ξέρω, το έχω ζήσει. Αλλά το πένθος, όταν το ζώο σου πεθαίνει, δεν μετριάζεται παρά τη νομοτέλεια ή την υπενθύμιση των χειρότερων που μπορούν να συμβούν. Ούτε εκλογικεύεται με ευκολία, επειδή δεν είναι άνθρωπος. Ήταν σύντροφος, ήταν παρηγοριά μεγάλη στα πολύ δύσκολα. Ήταν το πλάσμα που ξάπλωνε πάνω στο στέρνο μου κι έπαιρνε όλο το βάρος της μέρας ή μιας ανυπόφορης κατάστασης. Ήταν ο γάτος μου για εφτά χρόνια και 80 μέρες. Και δεν θα τον ξεχάσω ποτέ.