Ιστορίες

Στην οδό Αιακιδών

«Φρόντισε να φρενάρεις τη μανία του να ξεφορτώνεται κάθε τι το υλικό». Αυτή η φράση, που μου είπε συγγενικό μου πρόσωπο στη διάρκεια μιας κουβέντας για ένα ζήτημα που μας απασχολεί, έφερνε γύρω στο μυαλό μου όλο το μεσημέρι χθες που έκανα την περιήγησή μου στα παλιά λημέρια της οδού Αιακιδών.

«Φρόντισε να φρενάρεις τη μανία του να ξεφορτώνεται κάθε τι το υλικό». Αυτή η φράση, που μου είπε συγγενικό μου πρόσωπο στη διάρκεια μιας κουβέντας για ένα ζήτημα που μας απασχολεί, έφερνε γύρω στο μυαλό μου όλο το μεσημέρι χθες που έκανα την περιήγησή μου στα παλιά λημέρια της οδού Αιακιδών. Πολλές φορές παίρνω τον δρόμο αυτό, ανεβαίνω προς την Κιάφα κάνοντας την καθημερινή μου πορεία, τις μέρες που ο καιρός δεν επιτρέπει να βρίσκομαι στον Μόλο. Kάτω στη λίμνη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Με τον παφλασμό των κυμάτων της Παμβώτιδας, με το θέαμα των πουλιών να πετάνε πάνω από τα νερά της κι άλλοτε με το ελαφρό αεράκι, που κάνει τα φύλλα από τα πλατάνια να σαλεύουν, το πνεύμα ηρεμεί, οι αισθήσεις συμμετέχουν στην απόλαυση.

Στον συγκεκριμένο δρόμο της Καλούτσιανης, φουντώνουν οι μνήμες και ανακαλούμε συχνά όλα εκείνα που ζήσαμε στην παιδική μας ηλικία. Δρομάκια στενά, παιδιά που παίζουν κρυφοτενεκέ, ο φούρνος Ελευθεριάδη, που στέλνει τις μυρωδιές του, ο μπακάλης ο Ντόβας, η μελικοκιά της αυλής με τους στυφούς της καρπούς που τους γεύονταν όλα τα γειτονόπουλα, η υπαίθρια βρύση που αστείρευτα δρόσιζε γείτονες και περαστικούς.

Κάποιες φορές, πριν η ματιά γαντζωθεί σε μια όψη, έρχεται ένας συνειρμός να γεμίσει τον νου με εικόνες. Σταματώ μπροστά από ένα σπίτι, στην αρχή του δρόμου Αιακιδών 9β. Δοκάρια σφραγίζουν τα γκριζοπράσινα παραθυρόφυλλά του. Πάνω του έχει πέσει μια λησμονιά, ένα θάμπωμα. Στέκεται όμως ακόμη ολόρθο ανάμεσα από δυο οικόπεδα, που κάποτε μέσα σ’ αυτά υπήρχαν όμορφα σπίτια της γειτονιάς. Στη θέση τους θα ξεφυτρώσουν σε λίγο καιρό πολυκατοικίες.

Τα παλιά σπίτια στις ιστορικές συνοικίες των Ιωαννίνων απόμειναν λίγα. Θα τα ψάχνουμε κι εκείνα να τα βρούμε, όταν θα έχουν γίνει ανάμνηση.

Από την πόρτα του παρακείμενου μαγαζιού βγαίνει μια ηλικιωμένη γυναίκα με το μπαστούνι της και με ρυτιδιασμένο το πρόσωπο, που εναρμονίζεται απόλυτα με τα ξέφτια τη ώχρας και του μωβ στον εξωτερικό τοίχο του παλιού εγκαταλειμμένου σπιτιού.

Στον κάδο πιο πάνω πεταμένες κορνίζες από παλιές φωτογραφίες, εξώφυλλα βιβλίων, ψεύτικα άνθη, άχρηστες σανίδες, το περίγραμμα ενός εργόχειρου από εκείνα του τοίχου με την κομπλέν βελονιά.

Η μανία να ξεφορτωνόμαστε κάθε τι το υλικό, όταν οι άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή.

Πόσες φορές έχουμε πέσει σε κουβέντα με φίλους για το τι θα απογίνουν όλα όσα με τόση ευλάβεια έχουμε οι ίδιοι συγκεντρώσει όλα τα χρόνια και τα θεωρούμε οικογενειακά κειμήλια. Από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ως εκείνες τις περίτεχνες λάμπες με τα σχέδια απάνω τους και τα λαμπογυάλια, που είναι δυσεύρετα πλέον. Ασημένιοι δίσκοι, κηροπήγια, και ό,τι άλλο έχει σχέση με τη γιαννιώτικη τέχνη της ασημουργίας, απομεινάρια μιας άλλης εποχής, νάματα πολιτισμού. Οι νέοι σήμερα τα απορρίπτουν όλα αυτά ως μνήματα περασμένου κάλλους, ίσως και δικής μας ματαιοδοξίας. Για μας όμως είναι το σύμπτωμα εκείνης της γαλήνης, με την οποία κοιτάμε όλα τα ασάλευτα πράγματα, τα σπίτια, ακόμη και τα αυτοκίνητα.

Και βέβαια δεν είμαστε της άποψης να κρατούμε όλα τα παλιά αντικείμενα και τα άλλα άχρηστα πράγματα ως μνημεία, όμως μέσα σε όλα εκείνα που μπορεί να είναι συγκεντρωμένα σε ένα σπίτι, ίσως να υπάρχουν μικροί θησαυροί, που σηματοδοτούν και σήμερα μια πορεία στον χρόνο. Το να ξεφορτωθούμε ό,τι παλιό και άχρηστο, δεν είναι κακό. Κακό είναι να μην σεβόμαστε «τη ζώσα μνήμη, την τυραννική κι ευφρόσυνη, την ακαταπόνητα πολυσχιδή», όπως έγραφε ο αείμνηστος Νίκος Κούνδουρος στο βιβλίο του: «Γράμματα από την Κριμαία».