δάσος για site Custom
Ιστορίες

Το δάσος στο Μουντέ

Ο Νίκος Αλμπανόπουλος αφηγείται μια ιστορία επιβίωσης στην Ικαρία του 1947.

Ικαρία, Ράχες: στην εποχή μας φτάνεις γρήγορα και άνετα στο μοναστήρι του Μουντέ. Ο φαρδύς χωματόδρομος σε πάει ως την πύλη πλέον. Ιούλιο και Αύγουστο θα ‘χει αμάξια παρκαρισμένα και οι επισκέπτες θα θαυμάζουν το τοπίο από την αυλή, έχοντας ήδη ανάψει το κεράκι τους στην παλιά εκκλησία της Παναγίας.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Πρώτη φορά με πήγε η μητέρα μου από μονοπάτι. Μαθητής, κάποια χρονιά πριν το ‘80. «Μας πήγαν» το σωστό, συγγενείς. Ούτε εκείνη ήξερε τη διαδρομή. Αλλά άκουγα που το ζήταγε κάθε χρόνο από τον Φραντζή και τη θεία Μαρία για να «προσκυνήσει», ώσπου έγινε. Δεν ήμουν ενθουσιασμένος, τόσος ποδαρόδρομος για ένα μοναστήρι. Όταν φτάσαμε κατάλαβα τι εννοούσε να προσκυνήσει: κάτι μνήματα στο πλάι. Εξόριστοι που έμεναν το ‘47 και μετά, και τάφηκαν εκεί. Πολύ αργότερα έπεσε στα χέρια μου το βιβλιαράκι «Το σανατόριο εξορίστων Ικαρίας» του γιατρού Δημήτρη Νταλιάνη (εκδ. Αλφειός). Τότε έμαθα ότι δεν ήταν απλός κοιτώνας αλλά νοσοκομείο για τους φυματικούς εξορίστους. Που μάλιστα στήθηκε από το τίποτα, μέσα σε μισο-ερειπωμένα κτίσματα. Ο Νταλιάνης και οι σύντροφοί του θα εντυπωσιάζονταν από τη σημερινή τους κατάσταση, αφού χωρίς να ‘ναι τίποτα πλούσια, στέκουν πάντως περιποιημένα στο δάσος.

Μια μέρα ο χωροφύλακας Κατσίκαρος άρχισε να χτυπάει τον Νταλιάνη στο κεφάλι με γκλοπ, πολύ βάναυσα. Χωρίς αιτία. Θα σε εκτελέσω, του φώναζε. Άστον αυτόν, παρενέβη ο επικεφαλής ενωμοτάρχης, θα τον σπάσω εγώ στο ξύλο. Τον πήρε παρά πέρα, σε ένα πηγάδι πίσω από τα δέντρα βρίζοντάς τον άγρια και απειλώντας τον. Κι εκεί συνέχισε τις βρισιές χτυπώντας δυνατά το βούρδουλα πάνω στο πέτρινο στόμιο, να νομίζουν οι χωροφύλακες ότι έριχνε ξύλο. Υπήρχαν κι αυτοί οι αθρώποι.

Το δάσος δεν ήταν ίδιο στα μάτια όλων. Θυμάμαι τη μητέρα μου να λέει: καθόμουν με τη γιαγιά σου τη Φρόσω στο πεζούλι της στα Ξήντα, κι έβλεπα τα δέντρα στην πλαγιά απέναντι σαν στρατό, καθένα ένας στρατιώτης. Και το μπρος μπρος, ο στρατηγός. Ζώντας στη Σύρο, ένα τόσο πυκνό δάσος ήταν ό,τι ζητούσε το βλέμμα της περισσότερο.

Στο βιβλιαράκι ο Νταλιάνης, ο επίσης γιατρός Λεουτσάκος (ήταν φοιτητής όταν συνελήφθη και στάλθηκε εξορία) και άλλοι μιλούν για την ομορφιά του τοπίου αλλά δεν ξεχνούν και το κρύο που ανέβαζε το Ικάριο όποτε φυσούσε βοριάς και σφύριζε ανάμεσα στα κλαδιά. Κι αυτοί άρρωστοι, χωρίς τζάμια στα παράθυρα, χωρίς θέρμανση, χωρίς φάρμακα, με μια σύριγγα για να αφαιρεί ο γιατρός το πύον από τους πνεύμονες, που όταν έσπασε την αντικατέστησε με καλάμι. Αλλά επέζησαν, χάρη στη φροντίδα των εξόριστων γιατρών και νοσηλευτών, χάρη στη συντροφικότητα και την επινοητικότητά τους (έφτιαξαν μια ξυλόσομπα από φύλλα κονσέρβας, το μπουρί από ενωμένα κουτιά γάλακτος). Αλλά χάρη και στη φύση: «μια περιοχή γεμάτη πεύκα και αμπέλια, πραγματικά πανέμορφη και ιδανική για την αντιμετώπιση της φυματίωσης», λέει ο Λεουτσάκος. Εδώ ταιριάζει το «βλέπω τη θετική πλευρά».

Επίλογος: Γκότσης Χαράλαμπος, Λεονταρίδης, Ξένος, Πολίτης Κωνσταντίνος, Τσακαλωτός (Τσαλακωτός κατά μια μαρτυρία) Ιωάννης. Τα ονόματα, όπως είναι χαραγμένα στο μνήμα πλάι στο μοναστήρι. Εκείνοι που έμειναν πίσω ανάμεσα στα πεύκα.