mixahl atomiko deltio apwleiwn
Αριστερά: Ο έφεδρος αξιωματικός Πέτσιος Μιχαήλ. Δεξιά: Ατομικό Δελτίο απωλειών α/α 6895, αρ. 414892/23-7-1941, στις 15 Απριλίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού, Πέτσιος Μιχαήλ, σκοτώθηκε στην διάρκεια αυτού του ιταλικού αεροπορικού βομβαρδισμού «φόνος, τόπος, χρόνος περιοχής γεφύρας Μέρτζιανης, 15 Απριλίου 1941, αεροπορικός βομβαρδισμός».
ΙστορίεςΑίθουσα Σύνταξης

Τα επιστολικά δελτάρια του Μιχαήλ Πέτσιου: μαρτυρίες από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο

Η Ιστορική Μνήμη μέσα από τα επιστολικά δελτάρια που απέστειλε ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού, Πέτσιος Μιχαήλ, προς τους γονείς του, κατά την διάρκεια του Ελληνοιταλικού πολέμου 1940 - 1941. Γράφει ο Αλέκος Ράπτης.

Η 28η Οκτωβρίου 1940 είναι αναμφισβήτητα ένας ιστορικός σταθμός στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία και είναι αρκετά σημαντική, γιατί η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την είσοδο της Ελλάδας στα τραγικά γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Παρόλο που έχουν περάσει 86 χρόνια από το ιστορικό «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου, το έπος του ’40 δεν αποτελεί απλώς μια σελίδα στα βιβλία της Ιστορίας, αλλά είναι ένα ζωντανό κομμάτι της ταυτότητας του τόπου μας. Είναι η ζωντανή παρακαταθήκη των σκληρών μαχών του Ελληνικού Στρατού στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, στη Βόρειο Ήπειρο και στην Αλβανία, εκεί όπου αποτυπώθηκε βήμα βήμα μέσα στο παγωμένο χιόνι η θυσία των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών, στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940–1941. Δεν είναι μια ξερή ιστορική καταγραφή, αλλά ένας διαχρονικός φάρος ανδρείας, αξιοπρέπειας και αυτοθυσίας απέναντι στους Ιταλούς εισβολείς, απέναντι στη φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι.

1940–1941, τα σκονισμένα ταχυδρομικά δελτάρια της Μνήμης αφηγούνται την Ιστορία

Στις μέρες μας, η ιστορική αυτή μνήμη της εποποιίας του ελληνοϊταλικού πολέμου επαναφέρεται μέσα από τα πολεμικά ημερολόγια μονάδων και στρατιωτικές αναφορές από το ΓΕΣ, αλλά και μέσα από επιστολές και επιστολικά δελτάρια (καρτ ποστάλ), που ταχυδρομούσαν οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες στα προσφιλή τους αγαπημένα ή συγγενικά πρόσωπα.

Τα κιτρινισμένα χαρτιά και αυτές οι επιστολές είναι αρκετές φορές γραμμένα βιαστικά πάνω στο γόνατο, στην πρώτη γραμμή, στην ανάπαυλα των μαχών, πάνω στα μεταλλικά κουτιά τα γεμάτα με τις σφαίρες των αντιαεροπορικών, μέσα σε χώματα και λάσπες, και αποτελούν τα πιο συγκλονιστικά τεκμήρια αυτού του πολέμου.

Μέσα από αυτά τα ταπεινά επιστολικά δελτάρια, η Ιστορία δίνει παράσταση, καταγράφοντας τόσο άγρια αλλά και τόσο ανθρώπινα τα ακατέργαστα κομμάτια της ανθρώπινης πλευράς: τον φόβο, την παγωνιά, τη νοσταλγία για το σπίτι, αλλά και μια αδιανόητη δύναμη ψυχής, μια ατσάλινη εθνική υπερηφάνεια για τους ηρωικούς μαχητές, για τους ήρωες του έπους του ’40.

Αυτό, λοιπόν, καλούμαστε να συνεχίσουμε.

1940–1941: ο δόκιμος έφεδρος αξιωματικός Ιππικού (ΔΕΑ) Πέτσιος Μιχαήλ

Το καλοκαίρι του 2024, ένας καλός φίλος, ο αντιστράτηγος (ΤΘ) ε.α. Λέτσιος Γεώργιος, μου εμπιστεύθηκε από το οικογενειακό του αρχείο, από την πλευρά της γυναίκας του, της Χαρίκλειας Πέτσιου, ένα ανεκτίμητο ιστορικό υλικό, που έχει να κάνει με τα γεγονότα του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940.

Είναι μια σειρά από επιστολές – επιστολικά δελτάρια, είκοσι (20) τον αριθμό, που απέστειλε προς τους γονείς του, από την πρώτη γραμμή του μετώπου, στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, ένας συγγενής του, ο δόκιμος έφεδρος αξιωματικός Ιππικού (ΔΕΑ) Πέτσιος Μιχαήλ, με τον βαθμό του ανθυπασπιστή, που πολέμησε δυνατά και μαχητικά τον Ιταλό εισβολέα, πεθαίνοντας στις 15 Απριλίου 1941, στη γέφυρα της Μέρτζιανης, για τα ιδανικά και τις αξίες της Πατρίδας μας.

Οι επιστολές είναι αρκετά συγκλονιστικές και αποτυπώνουν ρεαλιστικά όλες τις εκφάνσεις του πολέμου. Ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ καταγράφει και αποτυπώνει με την αμεσότητα των γραπτών μαρτυριών του τα ανθρώπινα συναισθήματα, που αυτά μετατρέπονται σε συγκλονιστικά ντοκουμέντα.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο αντιστράτηγος (ΤΘ) ε.α. Λέτσιος Γεώργιος: «…Ο Μιχάλης Πέτσιος γεννήθηκε το 1917 στα Τέμπη Λάρισας. Ο πατέρας του Θανάσης γεννήθηκε στο βλαχόφωνο χωριό Ηλιοχώρι Ζαγορίου (τότε Ντομπρίνοβο), στο ανατολικό Ζαγόρι, και μετανάστευσε νεαρός στις ΗΠΑ. Επέστρεψε περί το 1905–1910 στη Θεσσαλία, που είχε απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό, εγκαταστάθηκε στα Τέμπη Λαρίσης και δημιούργησε εκεί την οικογένειά του. Απέκτησε 3 αγόρια και 2 κορίτσια. Το μεγαλύτερο παιδί ήταν ο Μιχάλης, που, αφού τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Λάρισα, γράφτηκε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Μυτιλήνης (1935–1937). Ακολούθως γράφτηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης…»

Στη συνέχεια, ο Πέτσιος Μιχαήλ κατατάσσεται στον Ελληνικό Στρατό για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, όπως αναφέρουν αναλυτικά οι στρατιωτικές μεταβολές στο Πιστοποιητικό Στρατολογικής Κατάστασης:

  • Το 1937, στις 24 Ιουλίου, επιλέχθηκε ως Υποψήφιος Έφεδρος Αξιωματικός Ιππικού (ΥΕΑ).
  • Το 1938, στις 2 Απριλίου, κατατάχθηκε στη Σχολή Εφαρμογής Ιππικού.
  • Το 1938, στις 19 Απριλίου, έλαβε αναβολή μέχρι τις 30 Ιουνίου 1939, επειδή «πάσχει υπό κατάγματος δεξιάς περόνης καλώς πωρωθέντος». Αριθμ. Γνωμ. Ε.Α. Β΄ ΣΣ αριθ. 568 / 19-04-1938.
  • Το 1938, στις 29 Απριλίου, απολύθηκε από τη Σχολή Εφαρμογής Ιππικού.
  • Το 1939, στις 22 Ιουλίου, επιλέχθηκε οριστικά ως Υποψήφιος Έφεδρος Αξιωματικός Ιππικού (ΥΕΑ).
  • Το 1940, στις 3 Μαρτίου, κατατάχθηκε στο Τμήμα Εκπαιδεύσεως Εφέδρων Αξιωματικών (Τ.Ε.Ε.Α.) της Σχολής Εφαρμογής Ιππικού.

Το 1938, οι άνεμοι του πολέμου είχαν αρχίσει ήδη να σαρώνουν τη γηραιά Ευρώπη, δείχνοντας πλέον φανερές τις προθέσεις του Χίτλερ και του Μουσολίνι για την υποδούλωση της Ευρώπης στον φασισμό και τον ναζισμό.

Η επόμενη πράξη του δράματος θα παιχτεί με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939, κάνοντας τους λαούς της Ευρώπης να βιώσουν τη φρίκη του πολέμου, με τρομακτικές προεκτάσεις, μέχρι το τέλος του πολέμου το 1945.

Η Ελλάδα θα εμπλακεί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολεμώντας κατά του φασισμού και του ναζισμού, καθώς στις 28 Οκτωβρίου 1940 θα δεχθεί επίθεση και εισβολή στο έδαφός της από τις στρατιωτικές δυνάμεις της φασιστικής Ιταλίας. Παρ’ όλα αυτά, όμως, θα αντισταθεί γενναία, επιφέροντας νικηφόρες μάχες εναντίον των ιταλικών δυνάμεων.

Στις 14 Δεκεμβρίου 1940, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ, που έχει τοποθετηθεί στη Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως, αποστέλλει από την πρώτη γραμμή του μετώπου την πρώτη του επιστολή – επιστολικό δελτάριο στους γονείς του.

deltario pros goneis scaled
6 Ιανουαρίου 1941, επιστολικό δελτάριο του έφεδρου αξιωματικού Ιππικού, Πέτσιου Μιχαήλ, προς τους γονείς του.

Στην μπροστινή πλευρά, στο μέσον του επιστολικού δελταρίου, αναγράφονται με κεφαλαία τυπογραφικά γράμματα οι λέξεις: «ΕΛΛΑΣ, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ, ΕΠΙΣΤΟΛΙΚΟΝ ΔΕΛΤΑΡΙΟΝ ΑΤΕΛΕΣ», καθώς και η φράση «απαγορεύεται απολύτως η αναγραφή του τίτλου και τόπου σταθμεύσεως της μονάδος».

Στην αριστερή πλευρά αναγράφονται ο στρατιωτικός βαθμός, το ονοματεπώνυμο και ο ταχυδρομικός τομέας της στρατιωτικής μονάδας: «Βαθμός: Ανθυπασπιστής, Επώνυμον και όνομα: Πέτσιος Μιχαήλ, Ένδειξις μονάδος: Β΄ Ομάς Αναγνωρίσεως, Τ.Τ. 152β».

Στη δεξιά πλευρά, σαν ατελές γραμματόσημο, είναι τυπωμένη η φωτογραφία του Παρθενώνα, με στρατιωτική ταχυδρομική σφραγίδα. Πιο κάτω αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη: «Προς Αθανάσιον Πέτσιον, Εις Τέμπη Θεσσαλίας». Στην κάτω πλευρά του επιστολικού δελταρίου αναγράφεται με τυπογραφικά γράμματα ένα απόφθεγμα του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά: «Θέλομεν να κάμωμεν πολιτισμόν Ελληνικόν».

Η Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως της Μεραρχίας Ιππικού

Όπως αναγράφεται και στο επιστολικό δελτάριο, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ, τον Δεκέμβριο του 1940, ήταν τοποθετημένος στη Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως, καταδιώκοντας τους Ιταλούς εισβολείς από το ελληνικό έδαφος.

Την ίδια εποχή, το έτος 1940, στην οργανωτική και διοικητική δομή του Ελληνικού Στρατού προϋπήρχαν οι Ομάδες Αναγνωρίσεως Σωμάτων Στρατού (ΟΑΣΣ). Κάθε Σώμα Στρατού διέθετε τη δική του, αυτόνομη Ομάδα Αναγνωρίσεως.

Οι Ομάδες Αναγνωρίσεως ήταν ευέλικτες, ειδικές μονάδες, συνδεδεμένες με το Ιππικό ή με Σώματα Στρατού, με κύριο σκοπό τη συλλογή πληροφοριών, την ανίχνευση των κινήσεων του εχθρού και την κάλυψη των προελαυνουσών ή συμπτυσσόμενων φιλικών δυνάμεων.

Η Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως, όπου υπηρετούσε ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ, ανήκε στο Γ΄ Σώμα Στρατού, που κάλυπτε τη Δυτική Μακεδονία.

Στις 2 Νοεμβρίου 1940, όταν η ιταλική Μεραρχία «Julia» επιχείρησε τη στρατηγική διείσδυση στην Πίνδο, το Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) έστειλε ενισχυτικά τη Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως, με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Φιλοποίμην Κόκκινο. Η μονάδα αποσπάστηκε προσωρινά από το Γ΄ Σώμα Στρατού, στο οποίο υπαγόταν, και τέθηκε υπό τις διαταγές της Μεραρχίας Ιππικού, με διοικητή τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά, στην περιοχή των Γρεβενών–Μετσόβου.

Η Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως έδρασε, ελίχθηκε και πολέμησε ως τμήμα της Μεραρχίας Ιππικού, έχοντας καθοριστικό ρόλο στη Μάχη της Πίνδου, ανακόπτοντας και καταδιώκοντας την επίλεκτη ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών «Julia», που επιχειρούσε να διασπάσει τις ελληνικές γραμμές.

Επιπρόσθετα, η Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως ενισχύθηκε προσωρινά και με την Επιλαρχία Μέξα, φτάνοντας συνολικά τις 3 ίλες ιππικού και έναν ουλαμό πολυβόλων.

Η ταχύτητά της επέτρεψε την άμεση καταδίωξη των Ιταλών και την κατάληψη κρίσιμων ορεινών διαβάσεων, ενώ στο ενεργητικό της καταγράφεται η δυναμική είσοδος της μονάδας του στο ορεινό χωριό Πάδες Κόνιτσας (στα 1.140 μ. υψόμετρο), στις 9 Νοεμβρίου 1940.

Η Μεραρχία Ιππικού και η υπαγόμενη σε αυτήν Β΄ Ομάδα Αναγνωρίσεως έδρασαν μεταξύ Α΄ και Β΄ Σώματος Στρατού και στις 10–11 Νοεμβρίου 1940 απελευθέρωσαν την Κόνιτσα, εκδιώκοντας τους Ιταλούς προς τη Βόρειο Ήπειρο.

Στη συνέχεια συμμετείχαν σε επιθετικές ενέργειες εναντίον του ιταλικού στρατού, που είχαν σαν αποτέλεσμα την κατάληψη του Λεσκοβικίου (22 Νοεμβρίου 1940) και της Πρεμετής (4 Δεκεμβρίου 1940).

Η πρώτη γραμμή: πολεμικό τοπίο μέσα στα χιόνια και τις κακουχίες

Τα Χριστούγεννα του 1940, στο αλβανικό μέτωπο, ήταν τα πιο παγωμένα και συγκλονιστικά Χριστούγεννα στη νεότερη ελληνική Ιστορία, με τους Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες να πολεμούν τους Ιταλούς εισβολείς στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Βορείου Ηπείρου, σε υψόμετρα πάνω από 1.500 μέτρα και με το θερμόμετρο κολλημένο στους –20°C.

Ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ στέλνει τις ευχές του στους γονείς του, αποτυπώνοντας μέσα σε λίγες γραμμές στο γράμμα την ωμή πραγματικότητα του μετώπου, που σημαδεύεται από τις κακουχίες και το κρύο, αλλά και τον ισχυρό δεσμό με την οικογένειά του, για να κρατήσει ζωντανή την επαφή με τα αγαπημένα του πρόσωπα:

«Αλβανία 25/12/1940, Σεβαστοί μου γονείς, Χρόνια Πολλά. Σας έγραψα πέντε ή έξι γράμματα και από εσάς δεν έλαβα ακόμη κανένα… Όταν έφυγα από το Καζακλάρ (σημερινό χωριό Αμπελώνας Λάρισας), άφησα τη χλαίνη μου στο Ζιώγα. Γράψτε μου εάν σας την έστειλε. Εάν όχι πεταχτείτε εσείς να την πάρετε. Στείλτε μου όπως δήποτε πουλόβερ και κάλτσες. Επίσης στείλτε μου και μερικά χαρτοφάκελλα… Ευτυχισμένος και ο ερχόμενος χρόνος».

Σε νέο επιστολικό του δελτάριο, στις 6 Ιανουαρίου 1941, αναφέρει:

«Στείλτε μου ένα πουλόβερ, κάλτσες και γάντια μάλλινα. Αλβανία 6/1/1941, Σεβαστοί μου γονείς, Είμαι πάρα πολύ καλά. Με συγχωρείτε που πέρασε μια εβδομάδα σχεδόν χωρίς να έχετε τα νέα μου… Και τώρα τα πολεμικά νέα. Ο εχθρός έφυγε από παντού. Όλοι μας πολεμούμε με ηρωισμό και αυτοθυσία, αψηφώντας κάθε τι αφού πρόκειται για την ελευθερία και την τιμή της πολυαγαπημένης μας Ελλάδας. Οι Ιταλοί όσους προφταίνουμε σηκώνουν τα χέρια τους και φωνάζουν “Μπέλλα Γκρέτσια” (Ωραία Ελλάς) και “Μπόνο Γκρέκο” (Καλοί Έλληνες). Πιστεύω ότι με τη βοήθεια του Θεού, θα είμαι κοντά σας, νικητής…»

«Διαβάζοντας» την ιστορική μνήμη μέσα στα επιστολικά δελτάρια

«Διαβάζοντας» την ιστορική μνήμη, λέξη λέξη, μέσα στα επιστολικά δελτάρια, με τη μέθοδο της απεικονιστικής φασματοσκοπίας μικροφθορισμού ακτίνων Χ και της πολυφασματικής απεικόνισης.

Στις 11 Ιανουαρίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ, μέσα από το επιστολικό του δελτάριο που αποστέλλει στους γονείς του, περιγράφει τη συνολική κατάρρευση των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Αλβανία, που παραδίδονται κατά χιλιάδες στον επελαύνοντα ελληνικό στρατό, που προχωρεί ακάθεκτος, με αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) την κατάληψη του Βερατίου (Μπεράτι).

Ωστόσο, αυτή η πόλη δεν κατελήφθη, καθώς οι γραμμές ανεφοδιασμού του ελληνικού στρατού, τον Ιανουάριο του 1941, μέσα από το ορεινό και δύσβατο έδαφος της Αλβανίας, υπό συνθήκες βαρυχειμωνιάς, είχαν γίνει εξαιρετικά δύσκολες.

kleisoura tesseris svhsmenes Custom
Οι σβησμένες λέξεις ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ και ΤΕΣΣΕΡΙΣ, από την στρατιωτική επιτροπή λογοκρισίας, στο επιστολικό δελτάριο του έφεδρου αξιωματικού Ιππικού, Πέτσιου Μιχαήλ, προς τους γονείς του.

Στο συγκεκριμένο επιστολικό δελτάριο, η στρατιωτική λογοκρισία έχει σβήσει μια σειρά από λέξεις, διαγράφοντάς τες με μελάνι, εκτιμώντας ότι υπήρχαν κρίσιμες στρατιωτικές πληροφορίες που θα μπορούσαν πιθανώς να διαρρεύσουν στον εχθρό.

Ως ιστορικός ερευνητής, απευθύνθηκα στον καλό φίλο Αναγνωστόπουλο Δημήτριο, καθηγητή στο Τμήμα Μηχανικών Επιστήμης Υλικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που, σε συνεργασία με τον επίκουρο καθηγητή Βιομηχανικής Σχεδίασης και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής Παπαδάκη Βασίλειο, εργάστηκαν επιμελώς, εφαρμόζοντας τις τεχνικές της απεικονιστικής φασματοσκοπίας μικροφθορισμού ακτίνων Χ και της πολυφασματικής απεικόνισης. Αυτό μας επέτρεψε την ανάγνωση της υποκείμενης γραφής, αξιοποιώντας διαφορές στη χημική σύσταση των μελανιών που χρησιμοποιήθηκαν από τον έφεδρο αξιωματικό Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ και τον στρατιωτικό λογοκριτή, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη συμβολή της τεχνολογίας αιχμής στην ανάκτηση της ιστορικής μνήμης της εποποιίας του έπους του 1940.

Μετά από 86 χρόνια, αποκαλύφθηκαν στο επιστολικό δελτάριο οι κρίσιμες λέξεις: «ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ» και «ΤΕΣΣΕΡΙΣ»:

«…νεώτερα από το μέτωπο, η Κλεισούρα δεν υπάρχει πια για τους Ιταλούς. Συνελήφθησαν περί τας τέσσερις χιλιάδας αιχμάλωτοι, μία δε Μεραρχία κινηθείσα παραδίδεται τμηματικώς. Τα Ελληνικά στρατεύματα απέχουν από το Βεράτι παρά λίγα χιλιόμετρα, ως το βράδυ ασφαλώς θα πέσει κι’ αυτό. Οι Ιταλοί πετούν τα όπλα τους και παραδίδονται. Η λήξις του πολέμου στην Αλβανία είναι πλέον ζήτημα μερικών ημερών…»

kleisoura tesseres revealed scaled
Οι τεχνικές της απεικονιστικής φασματοσκοπίας μικρο-φθορισμού ακτίνων-Χ και της πολυφασματικής απεικόνισης, που εφαρμόστηκαν για να αποκαλυφθούν οι σβησμένες λέξεις ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ και ΤΕΣΣΕΡΙΣ, από την στρατιωτική επιτροπή λογοκρισίας, στο επιστολικό δελτάριο του έφεδρου αξιωματικού Ιππικού, Πέτσιου Μιχαήλ, προς τους γονείς του.

Απόσπαση στην 15η Ομάδα Αναγνωρίσεως της 15ης Μεραρχίας Πεζικού

Τον ίδιο μήνα, στις 24 Ιανουαρίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ αποστέλλει ένα καινούργιο επιστολικό δελτάριο – επιστολή, ενημερώνοντας τους γονείς του ότι αποσπάστηκε στην 15η Ομάδα Αναγνωρίσεως (XV Ομάς Αναγνωρίσεως).

Η 15η Ομάδα Αναγνωρίσεως (XV Ομάς Αναγνωρίσεως) δεν υπαγόταν στη Μεραρχία Ιππικού, αλλά αποτελούσε την οργανική μονάδα αναγνώρισης της XV (15ης) Μεραρχίας Πεζικού.

Η XV Ομάδα Αναγνωρίσεως έδρασε μαζί με τη μητρική της μεραρχία στο Βορειοηπειρωτικό–Αλβανικό Μέτωπο. Συμμετείχε στις σκληρές επιθετικές επιχειρήσεις στον τομέα του Μόραβα, του Ιβάν και της Κορυτσάς, καθώς και στις μετέπειτα αμυντικές μάχες κατά της μεγάλης ιταλικής εαρινής επίθεσης του 1941.

Η 15η Ομάδα Αναγνωρίσεως είχε ως πρώτο διοικητή, από την αρχή της έναρξης του πολέμου, τον ίλαρχο Ουζούνη Μιλτιάδη, μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 1941, στη συνέχεια τον επίλαρχο Παπαδημητρίου Λυκούργο, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1941, και τέλος τον επίλαρχο Στρατάκο Παναγιώτη, μέχρι τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού με τον γερμανικό στρατό της Βέρμαχτ, στις 20 Απριλίου 1941.

Αναφέρει σχετικά ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ:

«Αλβανία 24/1/1941, Σεβαστοί μου γονείς… Οι Ιταλοί φεύγουν συνεχώς. Τα φτερά που πριν είχανε στα καπέλα τους, τα βάλλανε τώρα στα πόδια τους. Χαιρετισμούς σε όλους. Περιμένω γράμμα σας, σας φιλώ, ο υιός σας».

Το χιόνι βάφτηκε κόκκινο από το αίμα των Ιταλών στρατιωτών

Στις 2 Φεβρουαρίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ αποστέλλει άλλη μια επιστολή στους αγαπημένους του γονείς, όπου περιγράφει τα αποτελέσματα μιας μάχης που κράτησε για 4 συνεχείς ημέρες, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι το χιόνι βάφτηκε κόκκινο από το αίμα των σκοτωμένων Ιταλών στρατιωτών:

«…μάχη που δόθηκε σε ύψος 2.000 χιλ. μέτρων πάνω σε χιόνι 5-6 μέτρα… οι Ιταλοί αφού επί τέσσερις ημέρες μας σφυροκόπησαν με τα αυτόματα όπλα, με όλμους ολμάκια και πυροβολικό, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Το πεδίο της μάχης είναι γεμάτο από ιταλικά πτώματα. Πάνω από εφτακόσια κορμιά ήταν σκορπισμένα σαν μαύρα στίγματα πάνω στο κόκκινο από αίμα χιόνι. Πιάσαμε πολεμικό και φαρμακευτικό υλικό αμέτρητο…»

Στις 11 Φεβρουαρίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ αποστέλλει άλλη μια επιστολή στους αγαπημένους του γονείς, όπου περιγράφει χωρίς υπεκφυγές, με στοιχεία δωρικού λόγου, μια μάχη στην οποία έλαβε μέρος ως επικεφαλής αξιωματικός με τους άνδρες του ουλαμού του, εναντίον οχυρωμένης θέσης ενός ιταλικού τάγματος.

Μέσα σε λίγες γραμμές αναφέρεται στις ώρες της αναμονής πριν από την επίθεση και στα συναισθήματα που επικρατούσαν. Η αναμονή και η έκρηξη της αδρεναλίνης στα κορμιά τους, το σφίξιμο στο στομάχι και η βουβαμάρα στο χιονισμένο τοπίο της ομίχλης έκαναν πολλούς στρατιώτες να εύχονται «να αρχίσει επιτέλους η επίθεση», προκειμένου να ξεφύγουν από το μαρτύριο της αδράνειας κάτω από τα πυρά.

Το θάρρος τους δεν ήταν ότι δεν ένιωθαν αυτόν τον τρόμο, αλλά ότι κατάφερναν να τον καταπιούν και να σηκωθούν όρθιοι όταν ακουγόταν το παράγγελμα του επικεφαλής αξιωματικού, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ:

«Αλβανία 11/2/1941, Σεβαστοί μου γονείς… Στο σημερινό μου γράμμα θα σας περιγράψω την τελευταία μας μάχη. Από βραδύς μας κάλεσε ο κ. Ίλαρχος και μας είπε ότι αύριο στις 6 θα άρχιζε η επίθεσις. Μόλις λάβαμε τη διαταγή τάξαμε τους Ουλαμούς μας (ενν. τις διμοιρίες πεζικού) στις θέσεις απ’ τις οποίες το πρωί θα άρχιζε η εξώρμησις. Εγκαταστήσαμε φυλάκια και οι υπόλοιποι άνδρες τραβήχτηκαν από πίσω να κοιμηθούν. Με τους άλλους αξιωματικούς κι εγώ κοιμήθηκα μέσα σε μια σπηλιά. Έξω εξακολουθούσε να πέφτει αδιάκοπα το χιόνι. Που και που την γύρω ησυχία την τάραζε ο κρότος των ντουφεκιών των φυλακίων. Από τις 5 το πρωί βρισκόμασταν στις θέσεις μας, πέρασε μια ώρα με απόλυτη ησυχία. Το σύνθημα της εκκινήσεως δόθηκε. Είναι τέτοια η καταχνιά που δύσκολα διακρίνουμε άνθρωπο στα 10 μέτρα. Με μικρά άλματα προχωρούμε προς τον εχθρό από τον οποίο δεν απήχαμε χθες περισσότερο από 80–100 μέτρα. Η καταχνιά μας βοηθεί πάρα πολύ. Φτάνουμε περί τα 20–30 μέτρα κοντά τους. Ο εχθρός εξαπολύει καταιγίδα πυρός. Οι σφαίρες σκίζουν τον αέρα προς όλες τις διευθύνσεις. Ταμπουρωμένοι καλά πίσω από βράχια απαντούμε στο εχθρικό πύρ. Ο εχθρός δεν μπορεί να ξεμυτίσει καθόλου. Ένας Ιταλός λοχαγός που θέλησε να δώση θάρρος στους άνδρες του και ώρμησε εναντίον μας ξαπλώθηκε νεκρός τρυπημένος από τη λόγχη κάποιου ιππέως. Οι ώρες περνούν. Η μέρα αρχίζει να καθαρίζει. Απέναντί μας τα βράχια μαυροκοπούν από τους Ιταλούς. Ξαπλωμένος μέσα σε μία γούρνα που άνοιξε μια οβίδα πυροβολικού 20 μέτρα μακριά από τους Ιταλούς δίνω οδηγίες στους άνδρες μου. Δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι. Η καταχνιά που απλώθηκε μια και μόνη στιγμή μας βοήθησε να τελειοποιήσουμε τις θέσεις μας. Η μέρα γέρνει προς το τέλος. Πλην όμως εμείς τους χτυπάμε αλύπητα. Κάποια στιγμή ένα άσπρο μαντήλι δεμένο σ’ ένα όπλο ξεπροβάλλει απ’ τους βράχους, σε λίγο σ’ όλους τους βράχους κυμάτιζαν άσπρα μαντήλια. Οι Ιταλοί μη δυνάμενοι πλέον ν’ ανθέξουν παραδίδονται. Πετούν κάτω τα όπλα, τις εξαρτήσεις των, τις χειροβομβίδες των, και σαν μασκαράδες με τα χέρια ψηλά έρχονται φωνάζοντες “Μπόνο Γκρέκο”. Να είστε βέβαιοι ότι όσον κι αν κρατήσει ο σημερινός πόλεμος η Ελλάς θα νικήση… Με σεβασμό, ο υιός σας».

deltario selides scaled
11 Φεβρουαρίου 1941, «…ξαπλωμένος μέσα σε μία γούρνα που άνοιξε μια οβίδα πυροβολικού 20 μέτρα μακρυά από τους Ιταλούς δίνω οδηγίες στους άνδρες μου. Δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι…»

1η Μαρτίου 1941: ο τρομερός Εγκέλαδος χτυπά την πόλη της Λάρισας

Και ενώ ο πόλεμος συνεχίζει να εξελίσσεται στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, την 1η Μαρτίου 1941, στις 05:53 το πρωί, μια ισχυρότατη σεισμική δόνηση μεγέθους 6,3 Ρίχτερ χτυπά την πόλη της Λάρισας και τα γύρω χωριά, σημειώνοντας 40 νεκρούς και περίπου 100 τραυματίες. Το 10% των κτιρίων κατέρρευσε ολοσχερώς, ενώ το 60% υπέστη σοβαρότατες ζημιές (σχεδόν το 80% των σπιτιών κρίθηκε ακατοίκητο).

Και μέσα σε όλα αυτά τα δεινά που επέφερε ο τρομερός σεισμός, την επόμενη ημέρα, στις 2 και 3 Μαρτίου 1941, η ιταλική πολεμική αεροπορία βομβαρδίζει ανηλεώς την κατεστραμμένη πόλη της Λάρισας, διακόπτοντας τις προσπάθειες διάσωσης επιζώντων στα σπίτια που είχαν καταρρεύσει από τον σεισμό. Οι ιταλικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν την πλήρη εκκένωση της πόλης και οι Λαρισαίοι κατέφυγαν σε γύρω χωριά και κτήματα, ζώντας σε σκηνές μέσα στις λάσπες.

Η τρομερή αυτή είδηση διαδίδεται και στο μέτωπο, καθώς λίγες ημέρες αργότερα, στις 6 Μαρτίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ, στο επιστολικό του δελτάριο, εκφράζει την αγωνία του, ρωτώντας τους αγαπημένους του γονείς σχετικά με τον σεισμό που εκδηλώθηκε στη Λάρισα:

«…Με τον ασύρματο έμαθα ότι έγιναν τρομακτικοί σεισμοί στην περιοχή της Λαρίσσης. Γράψτε με λεπτομέρειες μήπως πάθατε σεις τίποτα ζημίες…»

Απρίλιος 1941: το τέλος μιας εποποιίας και ο θάνατος του Πέτσιου Μιχαήλ στη γέφυρα της Μέρτζιανης

Τον Απρίλιο του 1941, η εισβολή του γερμανικού στρατού της Βέρμαχτ (Επιχείρηση «Μαρίτα») στην Ελλάδα και η υποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Βόρειο Ήπειρο και την Αλβανία σηματοδότησαν ουσιαστικά και το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Στα μέσα Απριλίου του 1941, ενώ ο γερμανικός στρατός της Βέρμαχτ έχει διεμβολίσει το μέτωπο στη Μακεδονία, το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου βρισκόταν σε διαδικασία σύμπτυξης και οπισθοχώρησης από τα εδάφη της Βορείου Ηπείρου.

Η Γέφυρα της Μέρτζιανης, που ένωνε την Ήπειρο με την Αλβανία, πάνω από τον Σαραντάπορο και τον Αώο, μετατράπηκε σε σημείο «συμφόρησης», αλλά και στρατηγικό πέρασμα για τα υποχωρούντα τμήματα του ελληνικού στρατού από τη Βόρειο Ήπειρο.

Στις 15 Απριλίου 1941, αεροσκάφη της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας έπληξαν με σφοδρότητα την περιοχή της γέφυρας, με αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) να εγκλωβίσουν τις ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή και να διακόψουν τη γραμμή υποχώρησης του ελληνικού στρατού προς την Ελλάδα.

Η 15η Ομάδα Αναγνωρίσεως (XV Ομάς Αναγνωρίσεως), που αποτελούσε την οργανική μονάδα αναγνώρισης της XV (15ης) Μεραρχίας Πεζικού, βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της σφοδρής επίθεσης των αεροσκαφών της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας.

Από αυτόν τον ιταλικό αεροπορικό βομβαρδισμό, η 15η Ομάδα Αναγνωρίσεως υπέστη σοβαρές απώλειες σε έμψυχο δυναμικό και υλικό, καθώς η στενότητα του χώρου γύρω από την πέτρινη γέφυρα καθιστούσε τα ελληνικά τμήματα εύκολο επίγειο στόχο για την ιταλική πολεμική αεροπορία.

Στις 15 Απριλίου 1941, ο έφεδρος αξιωματικός Ιππικού Πέτσιος Μιχαήλ σκοτώθηκε στη διάρκεια αυτού του ιταλικού αεροπορικού βομβαρδισμού: «φόνος, τόπος, χρόνος περιοχής γεφύρας Μέρτζιανης, 15 Απριλίου 1941, αεροπορικός βομβαρδισμός…», όπως αναφέρεται σχετικά στο Ατομικό Δελτίο Απωλειών α/α 6895, αρ. 414892/23-7-1941.

Απρίλιος 1941: η Πατρίς ευγνωμονούσα αποχαιρετά τα παιδιά της

Όπως μου ανέφερε σχετικά ο αντιστράτηγος (ΤΘ) ε.α. Λέτσιος Γεώργιος, που μου εμπιστεύθηκε τα επιστολικά δελτάρια, τα στρατιωτικά έγγραφα και τη φωτογραφία του γενναίου αυτού έφεδρου αξιωματικού Ιππικού Πέτσιου Μιχαήλ, ήρωα του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940–1941: «…Οι γονείς του ενημερώθηκαν για τον θάνατό του από φίλους του Μιχάλη, οι οποίοι κατάγονταν από κοντινά χωριά στα Τέμπη και ήταν συμπολεμιστές του. Κάποιος από αυτούς τους έφερε τη χλαίνη του. Μετά το πέρας των εχθροπραξιών, τέλη καλοκαιριού του 1941, ήρθε και η επίσημη ενημέρωση από τις Ελληνικές αρχές. Το 1981, 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Μιχάλη, ο αδελφός του Νίκος ταξίδεψε στην Ήπειρο για να βρει τα οστά του ηρωικού αυτού μαχητή. Έμαθε από κατοίκους της περιοχής Μέρτζιανης ότι είχε ταφεί στο χωριό Βασιλικό Πωγωνίου. Δυστυχώς, διαπίστωσε ότι τη δεκαετία του 1960 έγινε ανακατασκευή του νεκροταφείου Βασιλικού. Από όλους τους παλαιούς τάφους, στους οποίους δεν είχε γίνει ανακομιδή, τα οστά των μαχητών του ελληνοϊταλικού πολέμου είχαν τοποθετηθεί σε κοινό οστεοφυλάκιο. Ο Νίκος έφυγε δακρυσμένος από το Βασιλικό, επειδή δεν μπόρεσε να μεταφέρει τα οστά του αδελφού του στα Τέμπη. Ο Μιχάλης συνεχίζει να αναπαύεται στο Βασιλικό, στην αγκαλιά της πατρογονικής του ηπειρώτικης γης…»

Είμαστε ασφαλώς ιδιαίτερα ευέξαπτοι αν κάποιος προσβάλλει την Ιστορία μας και την εθνική της αφήγηση. Ο τρόπος, όμως, που εμείς οι ίδιοι συμπεριφερόμαστε στους ήρωές μας φανερώνει και το μέγεθος της ευθύνης μας απέναντι στον τόπο μας και την Ιστορία του.

Αν τύχει ποτέ και βρεθείτε στα ερείπια της παλιάς γέφυρας της Μέρτζιανης ή αλλιώς, στη γέφυρα στο Περάτη, ή στο χωριό Βασιλικό Πωγωνίου (παλιά ονομασία Τσαραπλανά), σταματήστε εκεί για λίγο στην άκρη του ορίζοντα και αναλογιστείτε με σεβασμό και δέος τη μνήμη των νεκρών Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών, που βρίσκονται ακόμη εκεί, για πάντα εκεί και πέρα από τα σύνορα, ως αιώνιοι φρουροί της Μνήμης και της Ελευθερίας.

 

Σχετικά άρθρα

Τετρακόσιοι μαθητές ερεύνησαν την ιστορία του ’40 στο Πωγώνι

Ηπειρωτικός Αγών

«Καλπάκια 2026»: Η μάχη του 1940 στο πεδίο και στον ουρανό

Ηπειρωτικός Αγών

ΕΛ.Α.Σ.: «Η μνήμη των Λιγκιάδων είναι υπόθεση του σήμερα»

Ηπειρωτικός Αγών