Κάπου διάβασα πως ο Πρόεδρος Τραμπ είπε για κάποιους ότι ήταν μια «κακή ομάδα ανθρώπων». Ανεξάρτητα από το ποιους εννοούσε, μου γεννήθηκε η απορία: είναι αυτή η φράση («κακή ομάδα ανθρώπων») συνώνυμη με τη φράση «ομάδα κακών ανθρώπων»; Ε, λοιπόν, ισχυρίζομαι πως οι δυο φράσεις δεν λένε το ίδιο πράγμα. Ισχυρίζομαι πως μια έξυπνη ομάδα δεν είναι το ίδιο με μια ομάδα έξυπνων ανθρώπων, που μπορεί μάλιστα να φέρεται ηλίθια. Μαζί μου μάλλον συμφωνεί και ο μακαρίτης ο Αριστοτέλης από τα Στάγειρα. «Ἕκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἅπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους». Καθένας είναι κριτής χειρότερος από τους γνώστες, όλοι όμως, αν συνέλθουν και επικοινωνούν, είναι ή καλύτεροι ή όχι χειρότεροι. Καλά, πώς γίνεται;
Η σκέψη μας πηγάζει από τον εγκέφαλό μας, που αποτελείται από κύτταρα. Κανένα εγκεφαλικό κύτταρο δεν μπορεί να σκέφτεται. Όλα μαζί όμως μπορούν. Σκεφτείτε το αλλιώς. Κανένας άντρας και καμιά γυναίκα δεν μπορούν να γεννήσουν ένα παιδί. Ένας άντρας όμως με μια γυναίκα, αν αποτελούν ζευγάρι, μπορούν. Η συμπεριφορά δύο ή περισσότερων μονάδων συμπεριφέρεται διαφορετικά από καθεμιά μόνη της κι αυτό εξαρτάται από τη σχέση μεταξύ τους. Ασφαλώς παίζουν ρόλο και οι δυνατότητες καθεμιάς μονάδας. Ο ρόλος αυτός όμως είναι ήσσονος σημασίας. Αν σε έναν άνθρωπο αντικαταστήσουμε ένα μέλος του με ένα τεχνητό μέλος, αυτός συμπεριφέρεται το ίδιο όπως και όταν είχε το δικό του αρχικό. Με τεχνητή οδοντοστοιχία, τεχνητό νεφρό, μεταμοσχευμένη καρδιά κ.λπ., ένας άνθρωπος εξακολουθεί να σκέφτεται, να χαίρεται ή να λυπάται, να θέλει, να κάνει ό,τι και όσο είχε το αντίστοιχο φυσικό μέλος του.
Ανυπολόγιστη είναι επομένως η σημασία των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων. Ένα πλήθος ανοργάνωτο μοιάζει με αγέλη. Καθένας μιμείται ό,τι κάνει ο άλλος και όλοι μιμούνται ό,τι κάνει ένας αρχηγός τους, συνήθως υπακούοντάς τον. Αντίθετα, αν το πλήθος είναι κατάλληλα οργανωμένο, έχει αρχηγό και τον υπακούει. Δεν το κάνει επειδή αυτός είναι αρχηγός με ισχύ, αλλά διότι κι αυτός πειθαρχεί στον κανόνα που έχει το ίδιο αποφασίσει, σε συνεννόηση όλων μεταξύ τους, και που του ορίζει να τον υπακούει. Και ο ίδιος ο αρχηγός διατάζει πειθαρχώντας στον ίδιο κανόνα που όλοι έχουν αποφασίσει και που του ορίζει τα πλαίσια στα οποία διατάζει. Αν, αμελώντας, δεν δίνει διαταγές όταν πρέπει ή αν δίνει έξω από τα πλαίσιά του, δεν πειθαρχεί στους κανόνες και οι αρχόμενοι δεν είναι υποχρεωμένοι να τον υπακούσουν.
Οι πρόγονοί μας τα ήξεραν αυτά. Και εμπιστεύονταν το πλήθος, οργανωμένο, να παίρνει αποφάσεις. Η οργάνωση σήμαινε πως οι υπέρτατες αποφάσεις λαμβάνονταν από την εκκλησία του δήμου, που αποτελούνταν από το σύνολο των Αθηναίων πολιτών. Καθώς το μεγάλο πλήθος που συνερχόταν στην εκκλησία του δήμου, αρκετές χιλιάδες δηλαδή, ήταν τόσο μεγάλο που δεν επέτρεπε διαβούλευση μεταξύ τους, είχαν και ένα σχετικά μικρό τυχαίο δείγμα του συνόλου των πολιτών, τη βουλή, στην οποίαν συζητούσαν μεταξύ τους και, αφενός, ψήφιζαν νόμους, αφετέρου, δίκαζαν ποινικά τους υπόπτους.
Στην εκκλησία του δήμου (σύγχρονο δημοψήφισμα) ψήφιζαν όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διαφορά τους. Και υποψήφιοι για να κληρωθούν μεταξύ τους οι βουλευτές ήταν το σύνολο των πολιτών. Αυτοί εξέφραζαν τη συλλογική βούληση της πολιτείας. Καθένας ήθελε πολλά και ποικίλα πράγματα, που μάλιστα άλλαζαν διαρκώς. Κανένας άλλος, εκτός από αυτόν, δεν γνώριζε τι ήθελε ο ίδιος. Όταν όμως συγκαλούνταν από τον αρμόδιο, που είχε το δικαίωμα να τους συγκαλεί για να συζητήσουν και να πάρουν αποφάσεις, όλοι ήξεραν πια τη συλλογική βούληση καθενός τους. Τους κανόνες αυτούς τους είχε θεσπίσει το σύνολο σε μεγάλη γενική συνέλευση, που είχε συγκροτηθεί γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, με τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή και αποδοχή (δημοψήφισμα).
Απόλυτη δημοκρατία σαν αυτή που περιγράφηκε δεν είναι δυνατή ούτε είχε εφαρμοστεί στην αρχαιότητα. Για παράδειγμα, από τους άρχοντες οι στρατηγοί (και ελάχιστοι άλλοι) έπρεπε να έχουν εκλεγεί μεταξύ προεπιλεγμένων για τις προαναγνωρισμένες ικανότητές τους. Επίσης, πολίτες δεν ήταν όλος ο λαός, αλλά όσοι είχαν υπηρετήσει προηγουμένως ως οπλίτες. Από τους κατοίκους εξαιρούνταν δηλαδή τα παιδιά, οι γυναίκες, οι μέτοικοι (μετανάστες) και οι δούλοι. Τρίτο, στους συμμάχους τους δεν συμπεριφέρονταν σαν ίσοι σε μια ομοσπονδία, αλλά σαν ηγεμόνες τους. Τους καταπίεζαν να μην αποφασίζουν παρά μόνον στα πλαίσια των συμφερόντων των Αθηναίων και πληρώνονταν γι’ αυτή τη χάρη που τους έκαναν. Με την πληρωμή αυτή διατηρούσαν στόλο ικανό να τους αναγκάζει να πληρώνουν. Θυμίζει τη συμπεριφορά των γκαγκστερικών «προστατών» και εκείνη μεγάλων ισχυρών δυνάμεων, που υποχρεώνουν λαούς ολόκληρους να πληρώνουν για να τους «προστατεύουν» αυτές, είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν οι λαοί.
Άκουσα σοβαρές επιφυλάξεις να γίνονται βουλευτές με κλήρωση όλοι οι πολίτες εκ περιτροπής. Μια αντίρρηση ήταν για μια ευρωβουλευτή που ήταν καθαρίστρια. Ωστόσο, αυτή έγινε υποψήφια επειδή ήταν μια ηρωίδα που μπορούσε να κουβαλά ψήφους στο κόμμα. Ενώ δηλαδή με την υπάρχουσα ρεπούμπλικα έγινε βουλευτής, οι πιθανότητες να είχε κληρωθεί ήταν μόλις μία στα πέντε εκατομμύρια.
Άλλη αντίρρηση ήταν ότι δεν μπορεί να είναι βουλευτής ένας αγράμματος τσοπάνος. Καλά, όταν ψηφίζεται ένας νόμος για την κτηνοτροφία, ένας Αρεοπαγίτης ή στρατηγός που έχει εκλεγεί βουλευτής είναι πιο κατάλληλος από έναν βοσκό; Επανειλημμένα έχω τονίσει ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι γνωστικά άνισοι, όχι όμως βουλητικά. Το τι θέλει ο λαός το γνωρίζει ο ίδιος ο λαός, μόνος αυτός, και όχι εκπαιδευμένοι τους οποίους διάλεξε για πληρεξουσίους του.
Στο κάτω κάτω, όταν για μια προσωπική μου υπόθεση διαλέγω έναν πληρεξούσιο, συνήθως το κάνω για συγκεκριμένο θέμα και όχι για τα πάντα, ενώ, αν παρατηρήσω ότι ενεργεί παρά τη βούλησή μου, μπορώ να τον καθαιρέσω. Τέτοια καθαίρεση του βουλευτή που ψήφισα εκπρόσωπό μου δεν μπορώ να κάνω πριν από τη λήξη της θητείας του, ακόμη και όταν ενεργεί κατάφωρα αντίθετα από ό,τι τον ψήφισα, π.χ. όταν αλλάζει κόμμα χωρίς να με ερωτήσει.
Νομίζετε ότι ο λαός ολόκληρος είναι ικανός να επιλέγει τους πληρεξουσίους του, και μάλιστα εν λευκώ, όπως στο σύστημα που έχομε (προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία), αλλά ανίκανος να εκφράσει τη βούλησή του, που μόνον αυτός ο ίδιος γνωρίζει και κανένας άλλος; Η επιλογή των βουλευτών με κλήρωση, ενώ των κυβερνώντων με εκλογή, επειδή απ’ αυτούς απαιτούνται γνώσεις και πείρα, καταργεί τη δυνατότητα πελατειακής σχέσης. Θέλομε μήπως τη διατήρησή της;
