Ποταμός, χείμαρρος ο Παντελής Μπουκάλας, «ο γραφιάς», όπως συνήθως χαρακτηρίζει τον εαυτό του ο ίδιος. Ο σπουδαίος ρήτορας, δημοσιογράφος, συγγραφέας, μεταφραστής, ποιητής και μαζί όλα τα άλλα τα οποία συνοδεύουν την προσωπικότητά του, ήρθε τη Δευτέρα τ’ απόγιομα στο Αρχοντικό Πυρσινέλλα –την ώρα που βασίλευε ο ήλιος– να δώσει διάλεξη στα Γιάννενα, καλεσμένος του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων. Θέμα: «Η περιπλάνηση του ξένου στην ελληνική ποίηση, αρχαία και δημοτική». Να μιλήσει, εν πολλοίς, για τα αθάνατα ηπειρώτικα δημοτικά τραγούδια. Κι αυτό έκανε, με πλούσια αναφορά στις παραλλαγές των τραγουδιών από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Μαζί του, δυο αξιόλογοι επίσης άνθρωποι των γραμμάτων στον τόπο μας, ο μουσικολόγος καθηγητής Γιώργος Κοκώνης και ο καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Κώστας Καραβίδας.
Χαιρετισμούς απηύθυναν η καλλιτεχνική διευθύντρια του Δημοτικού Θεάτρου Ρηνιώ Κυριαζή και ο πρόεδρός του, ομότιμος καθηγητής και πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιώργος Καψάλης. Καλωσορίζοντάς τον, του δώρισε τρία από τα σπάνια βιβλία της συλλογής του, σχετικά με το θέμα. Σύντομο βιογραφικό του Παντελή Μπουκάλα παρουσίασε ο Κώστας Καραβίδας.
Εντύπωση μας προκάλεσε, στην αρχή της διάλεξης του ομιλητή, η αναφορά του στον αλησμόνητο Μωυσή Ελισάφ. Είπε χαρακτηριστικά, εν τη ρύμη του λόγου του: «Ο δήμαρχός σας, ο δήμαρχος όλης της Ελλάδας, εδώ που τα λέμε, που μας ξεντρόπιασε… σχετικά με το θέμα των Εβραίων».
Πέρασε τον Ρουβίκωνα της δημόσιας γραφής, έλεγε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του παρουσιάζοντας τον βίο του, ως βροτού ανθρώπου και… συνειδού –θα συμπληρώναμε κι εμείς– με το ποίημά του «Προσευχή αθέου»: «Αν υπάρχεις, σε συγχωρώ, και αν δεν υπάρχεις, σε έχω συγχωρήσει προ πολλού».
Χιουμορίστας και λεξοπλάστης σε όλη τη διαδρομή του, έτσι και αυτό το απόγευμα εδώ στην πόλη μας, ο Παντελής –τον αποκαλούσαν όλοι με το μικρό του όνομα– ξετύλιξε όλη τη γνώση του γύρω από τον ξένο. Από το δημοτικό ηπειρώτικο τραγούδι «Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα πού ’σαι, σου στέλνω μήλο, σέπεται, κυδώνι, μαραγκιάζει», ως το «Ποια σκύλα μάνα το ’λεγε τ’ αδέλφια δεν πονιούνται», με αναφορά στον Τάκη Καρναβά. Αναφορά, επίσης, στο συγκλονιστικό τροπάριο του θρησκευτικού ύμνου της Μεγάλης Παρασκευής, το οποίο ψάλλεται μετά την Ακολουθία του Επιταφίου: «Δος μοι τούτον τον ξένον». Η ενανθρώπιση, η απόρριψη, η ταφή.
Κι εδώ, επιστρατεύοντας το ακαταμάχητο χιούμορ του, λέει: «Ποιος, βέβαια, μένει ως το τέλος της λειτουργίας και τη Μεγάλη Παρασκευή και στην Ανάσταση;», μη εξαιρώντας τον εαυτό του. «Μόνο μικρός κι εγώ, στο Μεσολόγγι, όταν ήμουν παπαδοπαίδι, έμεινα ως το τέλος της Θείας Λειτουργίας».
Δεν αναφέρθηκε μόνο στο θέμα του, αλλά, καθώς η ποίηση έχει τους δικούς της νόμους, ο Παντελής Μπουκάλας ως ποιητής μετέφερε το κοινό του στον δικό του κόσμο, που φάνηκε στα μάτια μας πως είναι ο κόσμος της αλήθειας, της δημοκρατίας.
Πέρα από όλες αυτές τις προσωπικές εντυπώσεις, ήταν μια σπάνια περιδιάβαση στον κόσμο του δημοτικού τραγουδιού, όπως τόνισε ο Κώστας Καραβίδας στο τέλος, δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό να απευθύνει ερωτήματα στον ομιλητή. Για «πλούτο μουσικού πολιτισμού» μίλησε και ο Γιώργος Κοκώνης, ο οποίος έθεσε τα δικά του ερωτήματα.
Μίλησαν στο τέλος οι «ξένοι» οι οποίοι ήταν παρόντες. Ερωτήματα έθεσαν κι οι ντόπιοι, με τις δικές τους εμπειρίες σχετικά με το θέμα της ξενιτιάς και τα μελαγχολικά, πονεμένα ηπειρώτικα τραγούδια, τα οποία αποτελούν τραύμα. Κι ένας ξένος στην πόλη διατύπωσε τη δική του άποψη, με μια διαπιστωμένη ανησυχία του: πως οι Ηπειρώτες δεν ανοίγουν εύκολα την πόρτα του σπιτιού τους. Τέλος, ο συμπολίτης που έφτασε εντελώς τυχαία στην εκδήλωση υπογράμμισε ότι, περνώντας, αναγνώρισε τον ομιλητή από τα γραφόμενά του στην «Καθημερινή» κι από τα βιβλία του. Θεωρεί τον εαυτό του τυχερό, είπε, που άκουσε τον Παντελή Μπουκάλα.
