king charles barbarosa
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Καταγωγή

Ο ομότιμος καθηγητής Καρδιολογίας Δημήτρης Αντ. Σιδερής, με ένα ακόμη κείμενο προβληματισμού, εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην καταγωγή, την κληρονομικότητα και την παιδεία, επιχειρώντας να απαντήσει στο διαχρονικό ερώτημα για το τι διαμορφώνει τελικά τον άνθρωπο.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ.καθηγητής καρδιολογίας, dimitrissideris.wordpress.com

 

Ποιοι είναι οι γεννήτορες του καθενός μας και οι γεννήτορές τους; Η απάντηση στο ερώτημα έχει συνέπειες, ανάλογα με τη σκοπιά που εξετάζεται. Βιολογικά είναι η κληρονομικότητα που μπορεί να εκτείνεται σε πολλές γενιές. Η αιμορροφιλία, όπου δεν πήζει το αίμα, μεταφέρεται από τη μητέρα, αλλά νοσούν μόνον οι άρρενες απόγονοι. Αφάνισε βασιλικές οικογένειες. Η κληρονομικότητα, όπως και κάθε πάθηση του εμβρύου πριν γεννηθεί, ορίζουν τις συγγενείς παθήσεις. Μπορούν  να μεταφέρουν τα πλαίσια στα οποία μπορεί να ασκηθεί ένα άτομο. Η φωκομέλεια, επίκτητη συγγενής νόσος, στην οποία γεννιόνται τα παιδιά με κοντά άκρα δεν επιτρέπει στο άτομο να γίνει πιανίστας. Η κληρονομικότητα στα θεμελιώδη στοιχεία της καθορίζει το είδος των ζώων και φυτών. Όλα τα ζωντανά όντα του ίδιου είδους έχουν την ίδια θεμελιώδη κληρονομικότητα, διαφορετική από των άλλων ειδών. Καθορίζει και την πνευματική τους ικανότητα, να σχηματίζουν εξαρτημένα αντανακλαστικά, να μαθαίνουν. Ωστόσο οι διαφορές σε πνευματική ικανότητα μεταξύ όντων του ίδιου είδους είναι ασήμαντες, συγκριτικά με εκείνες μεταξύ ζώων άλλων ειδών. Η κληρονομικότητα είναι σαν το σκληρό δίσκο ενός κομπιούτορα. Τίποτε σχεδόν δεν μπορεί να κάνει αν δεν φορτωθεί με ποικίλα προγράμματα, το «λογισμικό» του, αν και σχηματίζει ένα πλαίσιο που περιορίζει τον αριθμό και το είδος των προγραμμάτων που μπορούν να φορτωθούν.

Η συμπεριφορά μας καθορίζεται από τα αντανακλαστικά μας και από τις, σαν ταλαντώσεις, εσωτερικές λειτουργίες μας, διατροφικές, γενετήσιες κλπ. Τα αντανακλαστικά είναι συγγενή και επίκτητα, εξαρτημένα, που αρχίζουν να σχηματίζονται αμέσως μετά τη γέννηση στα πλαίσια των φυσικών (συγγενών), αλλά αργότερα και στη βάση προσχηματισμένων εξαρτημένων. Όσο μεγαλώνομε, τόσο αυξάνεται η σημασία των δευτεροβάθμιων αυτών εξαρτημένων αντανακλαστικών σε βάρος των φυσικών συγγενών, που είναι τα μόνα που υπάρχουν αμέσως μετά τη γέννηση. Και τώρα αρχίζει η κοινωνική σημασία της συμπεριφοράς μας.

Στο ένα άκρο η καταγωγή μας υπονοεί την απόλυτη αξία της κληρονομικότητάς μας. Αριστοκρατική θέση. Όταν πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι μετέπεσαν από την τροφοσυλλογή στην τροφοπαραγωγή, προέκυψε το κοινωνικά σημαντικό πρόβλημα. Με την τροφοπαραγωγή αθροιζόταν πλούτος, περίσσεια αγαθών, που αρχικά απλώς θησαυρίζονταν για περιόδους ένδειας. Σύντομα έχαναν την αξία τους, διότι αλλοιώνονταν, σάπιζαν, μούχλιαζαν κλπ. Και άρχισαν να κεφαλαιοποιούνται, να αναπαράγονται. Τώρα καταναλωνόταν ό,τι έτικταν, ο τόκος τους, ενώ τα κεφάλια τους έμεναν όσα ήταν. Μόνο που κάποτε ο αφέντης τους, πέθαινε, και όχι πια από πείνα, τη συνηθέστερη αιτία θανάτου των ζώων της ζούγκλας. Με το θάνατό του δεν έπρεπε να διαλυθεί το κεφάλαιο, διότι θα έπαυε να αναπαράγεται. Έπρεπε επομένως να είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιος θα κληρονομήσει το κεφάλαιο. Ο απλούστερος τρόπος ήταν να μεταβιβαζόταν στους κοινωνικά αναγνωρισμένους απογόνους του μακαρίτη. Καθώς εκείνο τον καιρό, η μυϊκή ισχύς ήταν η κυριότερη πηγή ενέργειας και οι άνδρες είναι φυσικά ισχυρότεροι από τις γυναίκες, επικράτησε η πατριαρχία και διαμέσου της η ανδροκρατία. Το κεφάλαιο ήταν ιδιοκτησία των ανδρών και μεταφερόταν στους άρρενες απογόνους τους, εφόσον ήταν γνωστοί, όπως με την υποχρεωτική μονογαμία των γυναικών. Έτσι η πρώτη εντολή μετά τον καθορισμό των καθηκόντων προς το Θεό, είναι το «ου μοιχεύσεις». Και αυτή η κατάσταση συνεχίζεται για χιλιάδες χρόνια. Η αξία καθενός είναι ανάλογη με την καταγωγή του (και το συνεπαγόμενο από αυτήν κληρονομικό δικαίωμα).

Στο άλλο άκρο είναι εκείνοι που θεωρούν ότι το μόνο που έχει σημασία είναι τι αγωγή έχει πάρει ο καθένας (δημοκρατική θέση). Και εφόσον η θεμελιώδης αγωγή όλων είναι ίδια, όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα βούλησης με όλους τους άλλους στη λήψη αποφάσεων, για το πώς να διανέμονται, με νόμους, τα πάντα.

Το λάθος της «αριστοκρατικής» θέσης φαίνεται με μερικά παραδείγματα. Ο Μπαρμπαρόσα ήταν ένας τρομερός ανελέητος κουρσάρος που σκότωνε και λήστευε κάθε Χριστιανό. Ευφυέστατος και καλλιεργημένος, μιλούσε τουλάχιστον πέντε γλώσσες και αγαπούσε τη μουσική. Δεν τον εμπόδιζαν όλα αυτά να είναι φρικτός δολοφόνος. Δεν τον εμπόδιζε ούτε η καταγωγή του, αφού η μητέρα του ήταν Χριστιανή, Ελληνίδα.

Ένας σύγχρονος ηγέτης, ο Έντι Ράμα της Αλβανίας, καλλιεργημένος και γλύπτης, έχει αναπτύξει ανθελληνική συμπεριφορά και σ΄ αυτό δεν τον εμπόδισε το γεγονός ότι η μητέρα του ήταν Ελληνίδα από την περιοχή της Χιμάρας.

Μήπως όμως η επιρροή της μητέρας δεν είναι σημαντική; Να όμως που οι γενίτσαροι ήταν Ελληνικής καταγωγής και από τους δύο γονείς, είχαν αρπαχτεί με το παιδομάζωμα και είχαν γίνει από τους πιο αιμοβόρους Τούρκους ανθέλληνες. Αν ένα παιδί είχε απαχθεί σε σχετικά μεγάλη ηλικία, δεν αποκλείεται να διατηρούσε αναμνήσεις από την καταγωγή του. Ο Ισμαήλ Σελήμ Πασάς Παπαδάκης είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Γενίτσαρος, έφθασε σε υψηλά αξιώματα στην Αίγυπτο και στάλθηκε επικεφαλής του Αιγυπτιακού στρατού στην Κρήτη για να βοηθήσει τους Τούρκους να καταπνίξουν την Κρητική επανάσταση. Πολεμούσε τους επαναστάτες, αλλά και προσπαθούσε να αποτρέψει τις βαρβαρότητες από τους Τούρκους κατά των παλιών συμπολιτών του, που τους θυμόταν ακόμη.

Ανέφερα τα δύο άκρα, αριστοκρατικό και δημοκρατικό, καθώς και κάποιες διαφορές τους. Την καταγωγή δεν μπορούμε να την αλλάξουμε. Και δεν καθορίζει τη συμπεριφορά μας, παρά μόνο την περιορίζει σε κάποιες δυνατότητες. Η παιδεία είναι εκείνη που ορίζει σε σημαντικό βαθμό τις δυνατότητες της βούλησής μας στα πλαίσια των συγγενών δυνατοτήτων. Τι θέλομε με την παιδεία από ό,τι μπορούμε με την καταγωγή μας. Η δύναμη της παιδείας που μπορεί η κοινωνία να την ελέγχει, είναι τεράστια. Και η παιδεία αποφασίζεται και επιβάλλεται από την εξουσία. Θεμελιώδεις αντιλήψεις εγκαταστημένες από τη νηπιακή ηλικία είναι δύσκολο να αλλάξουν. Αριστοκρατικές νοοτροπίες για μη αλλαγή του παράλογου γραπτού συστήματός μας ή για την απόκρουση της δημοκρατικής αντίληψης ότι η βούληση όλων των πολιτών έχει την ίδια αξία δεν ανατρέπονται εύκολα.

Κάθε εξουσία φροντίζει τα προγράμματα της παιδείας να συμβάλλουν στη διαιώνισή της. Με βασιλευόμενη δημοκρατία, μαθαίναμε ότι ιστορία είναι ανταγωνισμοί μεταξύ ηγετών. Με την κοινοβουλευτική δημοκρατία εκπαιδευόμαστε αποκτώντας τη συνήθεια να θεωρούμε κανονικότητα το παράλογο. Παράλογο είναι π.χ. να θεωρούμε πως εκπροσωπούμαστε στη λήψη αποφάσεων (βουλή) από ανθρώπους που εμείς εκλέξαμε μεταξύ περιορισμένου αριθμού υποψηφίων που έχουν προεπιλεγεί από τα κόμματα, εκπροσώπους συγκεκριμένων οικονομικών τάξεων. Εκπαιδευόμαστε και σε άλλα παράλογα. Το γράμμα «Β» προφέρεται «β» και το «Α» προφέρεται «α». Μαζί, λογικά προφέρονται «βα». Το γράμμα «Ι» προφέρεται «ι». Η αλληλουχία όμως «ΑΙ» δεν προφέρεται, λογικά «άι», αλλά, παράλογα, «ε».

Σχετικά άρθρα

Προβλήματα Δημοκρατίας

Πτυχία και «κουμπούρες»

Νίκος Κώτσης

Θεματικό εργαστήριο για την Παιδεία στα Γιάννενα από το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα

Ηπειρωτικός Αγών