«Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες…».
Όσο γύριζα κι έβλεπα τους δυο τους, τον καθηγητή Ανδρέα Κατσούρη και τον Μορφωτικό Ακόλουθο της πρεσβείας της Κύπρου Ξενοφώντα Λούκα να κάθονται πλάι-πλάι στην ιστορική αίθουσα του Σουφαρί Σεράι, την Τετάρτη το απόγευμα, αυτοί οι στίχοι του νομπελίστα ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη ερχόταν και καταλάμβαναν ψυχή και νου. Ο ευρύτερος ποιητικός χώρος, η Κύπρος, οι άνθρωποι που χάθηκαν στους πολέμους, τα μνήματα, ο Τεύκτρος και το μυθικό στοιχείο, να τα καλύπτει με το πέπλο του και να τα αναδεικνύει, συγχρόνως.
«Απείρου απεικάσματα» ονομάτισε την έκθεσή του ο καθηγητής Κατσούρης- Γιαννιώτης πλέον επί έτη και Ηπειρώτης μαζί και Κύπριος- θέλοντας να συμπεριλάβει μέσα στον τίτλο τα πάντα. Και την Άπειρο χώρα και την Ήπειρο, όπως τόνισε ο αντιδήμαρχος πολιτισμού του δήμου Ιωαννίνων στον χαιρετισμό του, τον οποίο μετέφερε η συντονίστρια της εκδήλωσης, η δημοσιογράφος Βίλιαν Στασινού.
Προσκεκλημένοι ομιλητές σ’ αυτή την συγκινητική εκδήλωση ήταν ο συμπατριώτης μας, διεθνούς ακτινοβολίας γλύπτης Θόδωρος Παπαγιάννης και ο δημοσιογράφος, ο ποιητής Μίλτος Γήτας. Αλλά μήπως ήταν ένας και δυο, που πήραν το λόγο, για να απευθύνουν τον χαιρετισμό τους και δυο λόγια για τον καθηγητή που έδειξε και το άλλο ταλέντο του; Πρώτη χαιρέτησε η διευθύντρια των Γενικών Αρχείων του κράτους Μάρθα Παπαδοπούλου, όπου φιλοξενούταν η έκθεση.
Και πάλι να! εκείνα τ’ αηδόνια που δεν τον άφηναν να κοιμηθεί τον καλλιτέχνη καθηγητή, γι’ αυτό και η συνήθειά του ως σήμερα να ξυπνά χαράματα και να ζωγραφίζει τοπία, θάλασσες, δέντρα, ανθρώπους και να χαράσσει πάνω στο ξύλο τους καημούς χρόνων της πονεμένης του πατρίδας, αλλά και της καινούριας, της γης της Ηπειρώτικης. «Από μικρό παιδί παρατηρούσα τον κόσμο, τη φύση, τα πάντα γύρω μου. Προερχόμενος από μια φτωχή-θα την χαρακτήριζα- αγροτική οικογένεια με εννέα παιδιά, άλλο δεν είχα να κάνω να βοηθάω και να ξυπνώ νωρίς το πρωί να αποτυπώνω εικόνες και σκέψεις».
Σε άλλο σημείο έτσι, σεμνά, ήρεμα κι απλά, χαρακτηρισμοί που ταιριάζουν στο παρουσιαστικό του, μίλησε για την… πινακοθήκη του σπιτιού του, όπου υπάρχουν τα έργα όλης της οικογένειας από εκείνα της γυναίκας του και της κόρης του της μιας οι πίνακες, και της άλλης, οι αγιογραφίες. Ύστερα ευχαρίστησε όλους κι επέστρεψε στη θέση του.
Η εκδήλωση έκλεισε μουσικά και μαγικά, θα λέγαμε, με την μελωδική Αντιγόνη Κατσούρη την κόρη του στο πιάνο και στη φωνή και τον βιρτουόζο του κλαρίνου Γιάννη Χαλδούπη.
Κι αν η Αρλέτα στο «Τραγούδι της ερήμου» μια φορά κι ένα καιρό, μας γέμισε συναισθήματα και μια αδιόρατη θλίψη, αυτό το βράδυ ήρθε να λειτουργήσει ως καταφύγιο και αποσυμπίεση.
Ως κατακλείδα, να πούμε πως μέσα από την περιήγηση στα έργα του κ. Κατσούρη είδαμε τον ίδιο (την ήρεμη δύναμη, όπως τον χαρακτήρισε η Βίλιαν), συνάμα τον ψυχικό του κόσμο σε ένα μοναδικό ταξίδι με σκέψεις και συναισθήματα και το παράξενο, όχι όμως και παράδοξο είναι τούτο: Παντού, όπου πράσινο ή λευκό αντικρίζαμε τη Χιονίστρα, το όρος Τροόδος κι όπου γαλάζιο τη θάλασσα και το μανιασμένο κύμα της πρώτης του πατρίδας, της Κύπρου.

