Η χτεσινή παρθενική εκδήλωση για το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αποτέλεσε πολιτικό γεγονός. Τα τυπικά ΜΜΕ φιλοξένησαν ανταποκρίσεις και συζητήσεις, ενώ τα social media πλημμύρισαν κυριολεκτικά από θετικές και αρνητικές κρίσεις, πριν, αλλά πολύ περισσότερο μετά, την ομιλία Τσίπρα. Κάτι που αντικειμενικά αποτελεί ένδειξη δυναμικής και ενδιαφέροντος του κοινού.
Η ίδια η ομιλία ήταν πολιτική. Από άποψη περιεχομένου μπορεί να πει κανείς ότι υιοθετούσε τον παραδοσιακό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήταν ούτε «πιο δεξιά» όπως προεξοφλούσαν πολλοί τις προηγούμενες μέρες, ούτε «πιο αριστερή». Αν πάντως κάποιος πρέπει σώνει και καλά να την οριοθετήσει, θα έλεγα ότι υιοθετούσε τον αριστερό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, γιατί ο Τσίπρας καταλαβαίνει ότι για να πάρει τους κεντρώους, ό,τι κι αν σημαίνει αυτός ο ασαφής όρος, πρέπει να τους πλησιάσει από τα αριστερά. Τους υπόλοιπους, όπως και το 75% του ΠΑΣΟΚ του 2004, τους έχει πάρει προ πολλού ο Μητσοτάκης. Για αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καμία ελπίδα (προσωπική εκτίμηση) να αποτελέσει εκλογικό αντίβαρο στη ΝΔ. Θα μπορούσε, αν την πενταετία Ανδρουλάκη είχε υιοθετήσει πραγματικά ριζοσπαστικό λόγο, ικανό να κινητοποιήσει το προοδευτικό κοινό της χώρας γύρω από δυο τρία πράγματα.
Ως προς το χτεσινό κοινό: ήταν πολυπληθές (όπως δείχνουν και οι φωτογραφίες) και κυρίως είχε παλμό (κάτι που μπορούσες να το αντιληφθείς, μόνο περνώντας από το χώρο). Όσοι παρακολουθούσαν τον ομιλητή, είτε σε πρώτο πλάνο (πρώτες σειρές) είτε σε δεύτερο (περιφερειακά, στον περίγυρο, μένοντας λίγη ώρα, απλώς για να αποκτήσουν εικόνα -και ήταν μάλλον οι περισσότεροι αυτοί), ένιωθαν ότι ξεκινά κάτι ελπιδοφόρο. Κάτι που έχει τη δυνατότητα να απειλήσει την 8ετή, με προοπτική να γίνει 12ετής, κυριαρχία της ΝΔ.
Τα πλην και τα συν της κίνησης
Τα μειονεκτήματα της κίνησης Τσίπρα είναι γνωστά και δεδομένα, με τα περισσότερα να ξεκινούν από την κρίση εμπιστοσύνης του εκλογικού της κοινού προς τον ίδιο προσωπικά. Αλλά από την άλλη, αν μιλάμε δημοσιογραφικά, πρέπει να αναγνωρίσουμε την προσωπική επιτυχία μιας μάλλον απροσδόκητα σύντομης επιστροφής. Συγκριτικά, η πτώση Κώστα Καραμανλή και η πτώση Αλέξη Τσίπρα εμφάνισαν σοβαρές διαφορές.
Μετά την ήττα ΝΔ στις εκλογές 2009, η πλειοψηφία του κοινού είχε χρεώσει στον πρώτο την χρεοκοπία που οδήγησε στα μνημόνια. Ο πρώην πρωθυπουργός είχε υποστεί σοβαρό κλονισμό του κύρους του, επιλέγοντας να παραμείνει στα πίσω έδρανα της Βουλής σιωπηλός. Κέρδισε τότε, δίκαια ή άδικα, ως και το παρωνύμιο… «Βούδας». Χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να εγκαταλείψει την «αφωνία» και σε καμιά περίπτωση δεν ανέκτησε μέσα στο στενό πολιτικό κοινό της ΝΔ, το κύρος που έχαιρε επί της πρωθυπουργίας του. Ως αποτέλεσμα, ενώ οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη διολίσθαιναν σταθερά προς τον αυταρχισμό και τη διαφθορά, έχοντας παράλληλα υιοθετήσει ένα ριζικά διαφορετικό ύφος και ήθος άσκησης της εξουσίας και επιλογής εταίρων (Γεωργιάδης, Βορίδης, Πλεύρης κλπ.) από τις κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή, ο δεύτερος δεν κατόρθωσε να αποτελέσει ανάχωμα στην ραγδαία μετάλλαξη της ΝΔ. Παρά τις υπαινικτικές τοποθετήσεις του ή τις διαρροές μέσω προσώπων που πολιτικά του παρέμεναν πιστά. Ήταν φανερό ότι το ήθελε, όσο φανερό ήταν ότι δεν είχε πλέον το πολιτικό βάρος εντός της ΝΔ να το πετύχει.
Όλα αυτά είναι προφανές ότι βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με αυτό που πέτυχε (προσώρας) ο Τσίπρας, ο οποίος μόλις 7 χρόνια από την εκλογική του ήττα και το βίαιο κλονισμό της αξιοπιστίας του, κατορθώνει να ιδρύει κόμμα και να προσελκύει καταρχάς θετικά σχόλια από μεγάλο μέρος του παραδοσιακού κοινού του. Αυτή η διαπίστωση, δεν προεξοφλεί τίποτα για το μέλλον. Είναι τελείως άγνωστο τι θα κατορθώσει εκλογικά και πολιτικά το νέο κόμμα. Η σύγκριση όμως ανάμεσα στους δύο πεπτωκότες πρώην πρωθυπουργούς, είναι χαρακτηριστική. Το ίδιο και περισσότερο, η σύγκριση με τον Αντώνη Σαμαρά, που εκτιμώ πως ούτε να πλησιάσει μπορεί την απήχηση του χτεσινού συμβάντος, αν προχωρούσε σε κάτι ανάλογο.
«…ποιον αναγνωρίζουν ως εκλογική απειλή»
Για να επιστρέψουμε στο χτεσινό γεγονός λοιπόν: ήδη από την εξέλιξή του και πολύ πιο μαζικά μετά την ολοκλήρωσή της, ξεκίνησαν στα social media (που μπορούμε να παρακολουθήσουμε πιο εύκολα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ) οι κρίσεις, θετικές και αρνητικές. Φυσικά είναι αδύνατον να ζυγίσει κανείς ποιες από τις δύο υπερίσχυσαν. Το Μέσο είναι από τη φύση του αναξιόπιστο ως εργαλείο αναγνώρισης της διάθεσης της κοινής γνώμης. Άρα δεν θα γράψουμε το ανόητο… «ποια εντύπωση, θετική ή αρνητική, υπερίσχυσε χτες στα social»!
Αλλά θα επισημάνουμε τον αναμενόμενα μεγάλο αριθμό επικρίσεων, γεγονός που από μόνο του μαρτυρά κάτι. Η φρενίτιδα τέτοιων αναρτήσεων δείχνει την έγνοια της Δεξιάς και της αντι-σύριζα και αντι-Τσίπρα Αριστεράς να καλλιεργήσουν κλίμα φθοράς από την ημέρα αρ. 1. Φρενίτιδα που αναδεικνύει, αν όχι οτιδήποτε άλλο, την αβεβαιότητα και ανησυχία που προκάλεσε σε αυτούς τους χώρους η ίδρυση του κόμματος. Για να συμπληρώσω αυτό που έγραφα δυο παραγράφους πιο πάνω, είναι παντελώς απίθανο να είχε δημιουργηθεί η ίδια φρενίτιδα επικρίσεων αν την εκδήλωση είχε διοργανώσει ο Σαμαράς, ανακοινώνοντας εκείνος την ίδρυση κόμματος. Προσωπικά με εντυπωσιάζει ότι οι εκφραστές του επικριτικού κύματος στα social δεν αντιλαμβάνονται ότι με τον τρόπο αυτό δηλώνουν ποιον αναγνωρίζουν αυτή τη στιγμή ως εκλογική απειλή. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στους απλούς πολίτες αλλά στους κομματικούς της ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και λοιπής Αριστεράς.
Αντί λοιπόν να καταγράψουμε οτιδήποτε από τα social, που κατά τη γνώμη μας έχουν ελάχιστη αξία, μεταφέρουμε τα λόγια μιας φίλης που παρακολούθησε την εκδήλωση: «Είχε παλμό κι ελπίδα. Μας συγκίνησε κιόλας, μας θύμισε τις εποχές πριν το ’15. Πολύς κόσμος. Βέβαια, σταθερά κυρίως μεγάλοι»…
