Γιώργος Αράγης
Ο Γιώργος Αράγης το 2017 (φωτ. Ν.Α.)
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψειςΒιβλίοΙστορίεςΠολιτισμός

Βραβεία με τη σέσουλα!

Ένα πολύ ωραίο θέμα ανακίνησε προχτές ο συμπολίτης μας Γιώργος Αράγης, γνωστός στα Ιωάννινα από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος παλιότερα, αλλά και από την αρθρογραφία του. Μίλησε για τον πληθωρισμό λογοτεχνικών βραβείων και -αναπόφευκτα, όπου υπάρχει πληθωρισμός…- τη χαμηλή αξία τους. Έθιξε επίσης την ποιότητα των επιτροπών που τα χορηγούν. Μάλιστα η άποψή του, όπως εκφράστηκε στα social προκάλεσε αντιδράσεις -έφτασε να λάβει εξώδικο από φορέα απονομής βραβείων λογοτεχνίας! Δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Στο παρελθόν κριτικοί λογοτεχνίας έχουν απειληθεί ακόμα και με αγωγές και μηνύσεις για… αρνητικές κρίσεις τους επί συγγραφικών έργων!

Ο Γ. Αράγης έχει συμπληρώσει πενήντα χρόνια συγγραφής δοκιμίων για τη λογοτεχνία και σχετικής αρθρογραφίας. Αρθρογραφεί επίσης συχνά για κοινωνικά ζητήματα, με πολλά από τα άρθρα του να έχουν δημοσιευθεί πρώτα στον Η.Α. Η δουλειά του χαίρει σεβασμού από την κοινότητα των γραμμάτων ενώ προ διετίας ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου μας.

Πληθωρισμός βραβείων 

Σημειώνει λοιπόν στην ανάρτηση που έκανε: «Στην Ελλάδα κάθε χρόνο δίνονται γύρω στα πενήντα με εξήντα λογοτεχνικά βραβεία (Κρατικά, Ακαδημίας, των περιοδικών Αναγνώστης, Χάρτης, Δέκατα, Καβάφη, Ζάν Μωρεάς)… Συνήθως δίνονται από εφταμελείς κριτικές επιτροπές και πάντως από κριτικές επιτροπές. Τα μέλη αυτών των επιτροπών ανέρχονται, κατά μέσο όρο, γύρω στα σαράντα με πενήντα. Ερώτημα: Είναι εύκολο να έχει κανείς γνώμη πάνω στην αξία ενός λογοτεχνικού έργου; Πόσοι έχουν τάχα σήμερα στην Ελλάδα κριτήριο και συνεπώς άποψη επί της αξίας ενός λογοτεχνικού έργου; (…) Όλα τα ελληνικά λογοτεχνικά βραβεία, όλα, είναι συζητήσιμα. (…) Πρόκειται για βραβεία πού αφορούν τόσο αυτούς πού βραβεύονται, όσο και, πολύ περισσότερο, αυτούς πού απονέμουν τα βραβεία».

Με την τελευταία φράση ο Γ. Αράγης αγγίζει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της επαρχίας κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά αυτής: Τις σωρηδόν βραβεύσεις και απονομές τιμητικών διακρίσεων και «πλακετών» από πλήθος συλλόγων και φορέων. Οι οποίες βραβεύσεις στην πραγματικότητα δεν περιστρέφονται γύρω από τους βραβευθέντες, αλλά αυτούς που κάνουν τη βράβευση.

«Εγώ… βραβεύω»

Έτσι είναι. Εκείνος που βραβεύει έχει ήδη κάνει ένα εσωτερικό νοητικό άλμα, σε ένα υψηλότερο επίπεδο από εμάς τους κοινούς θνητούς, αφού με την απονομή του βραβείου είναι σαν να δηλώνει εμφατικά ότι είναι σε θέση να αξιολογήσει και να επιλέξει. Στην πραγματικότητα τον ίδιο του τον εαυτό αναδεικνύει και βραβεύει, ως γνώστη και ικανό κριτή.

Και συνεχίζει ο Γ. Αράγης, παραθέτοντας ένα συγκεκριμένο αριθμητικό στοιχείο από τις βραβεύσεις γνωστών ποιητών μας: «Ας δούμε μερικά στοιχεία από την πλευρά αυτών πού βραβεύονται. Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης βραβεύτηκε 7 (εφτά) φορές ή, αλλιώς, του απονεμήθηκαν εφτά λογοτεχνικά βραβεία. Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε το 1916, ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε ένα χρόνο αργότερα το 1917. Κι οι δυο τοποθετούνται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Από τη γενιά αυτή ο Τάκης Σινόπουλος πήρε ένα δεύτερο κρατικό λογοτεχνικό βραβείο. Ο Μιχάλης Κατσαρός δεν πήρε κανένα βραβείο, το ίδιο κι ο Άρης Αλεξάνδρου. Ο Μίλτος Σαχτούρης πήρε ένα δεύτερο κι ένα πρώτο κρατικό λογοτεχνικό βραβείο.Ο Μανόλης Αναγνωστάκης πήρε ένα κρατικό λογοτεχνικό βραβείο. Ο Δ. Παπαδίτσας πήρε ένα κρατικό λογοτεχνικό βραβείο. Ο Νίκος Καρούζος πήρε ένα δεύτερο λογοτεχνικό κρατικό βραβείο κι ἕνα πρώτο των ‘12’. Σύμφωνα μ᾿ αυτά τα στοιχεία, ο Βαρβιτσιώτης δεν πιάνεται. Μάλιστα μέ βάση τον αριθμό των βραβείων πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ο καλύτερος, ο αξιολογότερος, Έλληνας ποιητής. Είναι έτσι; Αν δεν είναι έτσι, τότε τα ελληνικά λογοτεχνικά βραβεία δεν έχουν αξιολογική βαρύτητα ή έχουν τόσο σχετική, πού αγγίζουν τη μηδενική βαθμίδα. Αλλά τι είναι αὐτό πού αντιπροσωπεύουν τότε; Ίσως οι πολλές δημόσιες σχέσεις, ίσως είναι το διπλωματικό τάλαντο, ίσως οι πολλές τεμενάδες, ίσως τα πολλά πλευρίσματα, ίσως τα κοσμικά σούρτα-φέρτα, ίσως οι ματαιοδοξίες πού βρίσκουν έδαφος. Όχι όμως λογοτεχνική αξία. Από την άποψη αυτή, όταν ακούμε να λέγεται επαινετικά, ότι ο τάδε λογοτέχνης είναι πολυβραβευμένος, αν και το πάμε στη λογοτεχνική ἀξία του, μάλλον λάθος κάνουμε. Σε άλλες ιδιότητές του τάδε παραπέμπουμε. Ιδιότητες όχι και τόσο ἐπαινετικές. Αν ἡ λογοτεχνική αξία αντιπροσωπευόταν από τα λογοτεχνικά βραβεία, τότε θα έπρεπε, από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, να ήταν πολυβραβευμένοι ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης,ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Δημήτρης Παπαδίτσας, ο Μιχάλης Κατσαρός κ.ά.».

Ποιοι από όσους διαβάζουν ποίηση μπορούν να διαφωνήσουν με τα γραφόμενα του Αράγη; Αυτοί οι πέντε είναι οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποι της πρώτης γενιάς. Αλλά τον Αράγη δεν είναι ο Βαρβιτσιώτης που τον απασχολεί, προφανώς. Εμμέσως αναφέρεται στις δημόσιες σχέσεις πολλών σύγχρονων λογοτεχνών. Οι οποίοι έχουν εξασκηθεί σε μια θαυμάσια τελετουργία ανάδειξης του έργου τους, μέσα από εκδότες, δημοσιογράφους, μέλη επιτροπών, άρθρα, παρουσιάσεις, αναγνώσεις και τα συναφή. Μάλιστα «αλλάζοντας πίστα» στην ικανότητα προβολής, δεν διστάζουν ακόμα και να ανταλλάσσουν επαινετικές κριτικές αναμεταξύ τους! Μην φανταστείτε ότι… γίνονται γραπτώς αυτού του είδους οι «συμφωνίες». Ακολουθούν ένα έθιμο μάλλον. Αν σου γράψει θετική κριτική κάποιος, πολύ δύσκολα δεν θα ανταποδώσεις με ένα επαινετικό κείμενό σου ή με την παρουσία σου σε πάνελ εκδήλωσης που αφορά το έργο του πρώτου. Αν πάλι δεν σου πάει το χέρι να γράψεις θετική κριτική για ένα έργο που θεωρείς πολύ μέτριο, τουλάχιστον κάνεις αυτολογοκρισία, αποφεύγοντας και την αρνητική.

Κριτικές με «ανταλλαγές» 

Σε αυτό το ζήτημα καταλήγει ο Γ. Αράγης, τον σωρό των δήθεν «κριτικών» αλλά στην πραγματικότητα παρουσιάσεων βιβλίων που γεμίζουν τις σελίδες εφημερίδων και περιοδικών. Γράφει:

«Πόσες κριτικές (κριτικές, όχι παρουσιάσεις) βλέπουμε να δημοσιεύονται κάθε χρόνο; Αν εξαιρέσουμε τίς κριτικές πού γράφονται στο περιοδικό ‘Αντίλογος’, νομίζω πως δεν δημοσιεύεται καμιά άλλη. Αν κανείς θεωρεί πώς κάνω λάθος, τον παρακαλώ πολύ να με διορθώσει, αναφέροντας κριτικές πού δημοσιεύτηκαν και δεν αναφέρω (…) Τελειώνω λέγοντας πώς η βραβειομανία στη χώρα μας έχει ανοίξει τέτοιες πόρτες που ό,τι μετράει είναι το φαίνεσθαι των πραγμάτων και όχι οι όποιες αξίες μας. Έτσι και τα λογοτεχνικά βραβεία έχουν υποβαθμιστεί τόσο ώστε, πέρα οπό τα βιογραφικά σημειώματα, να έχουν μηδενική αξία».

Δεν καταπιάνεται πρώτη φορά με το θέμα ο Αράγης. Τον απασχολεί τρεις δεκαετίες τώρα. Ας παραθέσουμε κάτι που εύστοχα έγραψε στο περ. Νέα Εστία, το μακρινό 2000: «Από τη Μεταπολίτευση ιδίως και μετά, ή κριτική της λογοτεχνίας υποβαθμίζεται ολοένα από το διαφημιστικό πνεύμα που διέπει τη δημόσια ζωή κι έχει περάσει και στα λογοτεχνικά πράγματα του τόπου μας. Η κριτική γενικά, και ή λογοτεχνική ειδικότερα, είναι ‘φύσει’ ασυμβίβαστη με το πνεύμα της διαφήμισης. Με συνέπεια ο κριτικός της λογοτεχνίας να βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με το διαφημιστικό κλίμα που επικρατεί στη λογοτεχνική κίνηση. Και φυσικά να δέχεται πολλές έμμεσες πιέσεις να εναρμονιστεί με αυτό το κλίμα. Πιέσεις οι όποιες μεταφράζονται σε αντίστοιχα διλήμματα ηθικής τάξης».

Εμείς εδώ στον Ηπειρωτικό Αγώνα, να είμαστε σαφείς: στη Λογοτεχνία και την Τέχνη γενικότερα δεν χωρούν εξώδικα. Οι κρίσεις, θετικές ή αρνητικές, είναι και θα είναι εσαεί, ελεύθερες.

Σχετικά άρθρα

«Το Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου στη «Σκηνή 125»

Επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας ο Γεώργιος Ι. Αράγης

Επιστημονική συνάντηση για το κριτικό έργο του Γιώργου Αράγη

Ηπειρωτικός Αγών