Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, οι Έλληνες χωρίστηκαν σε νικητές πατριώτες και νικημένους προδότες. Η απόσταση μεταξύ τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί πολύ αίμα είχε χυθεί και από τις δύο πλευρές! Και οι νεκροί ήταν πιο ζωντανοί από τους νεκρούς κάθε άλλης περιόδου. Και οι ζωντανοί σώπαιναν για να μην θυμούνται. Κι αν ακόμα θυμούνταν, ορκίζονταν στα μουλωχτά πως όταν θα ‘ρθει η σειρά τους εκείνοι θα έκαναν αυτό που έπρεπε!
Σε αυτή τη χωριστή πραγματικότητα, σ’ ένα μικρό χωριό της Λακωνικής Μάνης γεννήθηκε αυτός. Παιδί δασκάλου, μεγάλωσε με τις αρχές της εθνικοφροσύνης. Τον έμαθαν από μικρό να απορρίπτει τον κομμουνισμό και τις παραφυάδες του και να υπερασπίζεται με αυταπάρνηση κάθε εθνικό, πατριωτικό, ελληνικό. Δηλαδή τον Λεωνίδα και τους Σπαρτιάτες, την πίστη στον Χριστό, στην οικογένεια και στις παραδόσεις. Συμπεριλαμβανομένου και του πανηγυριού του Αγίου Πατάπιου στο χωριό, που αυτός λάτρευε γιατί τότε μαζευόταν πολύς κόσμος στο έρημο τον υπόλοιπο καιρό προαύλιο της εκκλησίας κι ερχόντουσαν και πραματευτάδες και πανηγυρτζήδες και εκείνου του αγόραζαν μαλλί της γριάς! Κι όλα αυτά, τα τομάρια οι κομμουνιστές και οι συνοδοιπόροι τους ήθελαν να τα απαγορέψουν και να τα καταστρέψουν, που ‘χαν τον διάολο μέσα τους και τον αντίχριστο και δεν σέβονται ούτε πατρίδα, ούτε θρησκεία, ούτε οικογένεια!
Όταν μεγάλωσε, κανείς δεν απόρησε που αυτός εκδήλωσε την επιθυμία να υπηρετήσει την πατρίδα του ως στρατιωτικός. Αρχικά μπήκε στη Σχολή Ικάρων, αλλά πολύ γρήγορα εκδιώχθηκε από κει λόγω «ανικανότητας» όπως είπανε, αν και ο ίδιος υποστήριζε ότι ο πραγματικός λόγος της αποπομπής του από τη Σχολή ήταν το γεγονός ότι η Αεροπορία ελεγχόταν από τους κομμουνιστές. Τελικά αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων. Γρήγορα οργανώθηκε στον ΙΔΕΑ, την οργάνωση αξιωματικών του ελληνικού στρατού που ιδρύθηκε μετά τον εμφύλιο για την αντιμετώπιση «τυχόν επαπειλούμενου κομμουνιστικού κινδύνου». Αργότερα, στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ, υπήρξε μάρτυρας κατηγορίας, κατηγορώντας συνάδελφούς του αξιωματικούς ότι είναι κομμουνιστές επειδή απλώς διάβαζαν ΤΑ ΝΕΑ ή υποστήριζαν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Λίγο αργότερα συμμετείχε ενεργά στο εθνοσωτήριο, όπως το έλεγε, πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΕΑΤ-ΕΣΑ, φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.
Αυτός και οι άνδρες του ΕΑΤ-ΕΣΑ έδειραν και βασάνισαν εκατοντάδες ανθρώπους κατά τη διάρκεια της χούντας ανάμεσά τους αξιωματικοί όπως ο Μουστακλής, ο Παναγούλης, ο Μήνης κ.ά. Οι βασανισμοί αυτοί δεν υπήρξαν μεμονωμένα περιστατικά ή παρεκτροπές κάποιων αλλά μια πρακτική που αποτέλεσε δομικό στοιχείο του απριλιανού καθεστώτος με στόχο τη σωματική, ψυχολογική, ηθική και πολιτική εξόντωση των αντιπάλων του. «Θέλουμε να ακούει ο κόσμος πως βασανίζουμε και να τρέμει. Γκάγκστερς δε μας λέτε; Έ, λοιπόν, τέτοιοι είμαστε!» έλεγε ο ίδιος κομπάζοντας στα θύματά του!
Ο καιρός όμως πέρασε και η χούντα έπεσε. Και στη δίκη των βασανιστών που ακολούθησε την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, εκατοντάδες ήσαν αυτοί που μίλησαν με τα χειρότερα λόγια για τον βασανιστή, αποκαλύπτοντας την κτηνώδη συμπεριφορά του. Ο στρατοδίκης Ζούβελος μάλιστα ανέφερε για αυτόν πως «διαπνεόμενος από τυφλόν αντικομμουνισμόν, είμαι βέβαιος ότι αν συνέβαινε ένας ισχυρός καταστρεπτικός σεισμός, ο μόνος εν Ελλάδι που θα τον απέδιδε στους κομμουνιστάς είναι αυτός». Στην απολογία του ο ίδιος ο βασανιστής ισχυρίστηκε ότι έχει ήσυχη την συνείδησή του. Και συνέχισε: «Είμαι Λάκων, υιός διδασκάλου, έχω ανατροφή ελληνοχριστιανική και είχα την τιμή να συμμετάσχω ενεργώς στην επανάσταση της 21ης Απριλίου. Σαν Σπαρτιάτης είμαι ιδιαίτερα υπερήφανος, γιατί το επάγγελμα που διάλεξα αρμόζει με τον τόπο της καταγωγής μου. Η Σπάρτη φιάχνει Λεωνίδες, Μαυρομιχάληδες, Δαβάκηδες! Από μικρός έμαθα να αγαπώ την πατρίδα μου και έζησα στα πρώτα χρόνια της ζωής μου έναν εμφύλιο πόλεμο. Στη Σπάρτη έμαθα ότι ένας είναι ο εχθρός, ο κομμουνισμός και οι συνοδοιπόροι του! Ο κομμουνιστής είναι ένα τομάρι που δεν σκέπτεται την πατρίδα. Επειδή αγαπούσα το επάγγελμα του αξιωματικού, κατατάχθηκα στη Σχολή Ευελπίδων. Εκεί έμαθα να σέβομαι τους ανωτέρους μου, να αναλαμβάνω πάντοτε τις ευθύνες μου και να μισώ τον κομμουνισμό!»
Το 1975, όταν τελείωσε η δίκη της Χούντας, ο βασανιστής καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη. Στη φυλακή όμως έμεινε λιγότερο. Κι όταν αποφυλακίστηκε και βγήκε στον κόσμο που ακόμα θυμόταν, προπηλακίστηκε πολλές φορές. Υπήρξε μάλιστα και υπό εξέταση στόχος της 17 Νοέμβρη για εκτέλεση, όπως έγραψε αργότερα στο βιβλίο του ο Κουφοντίνας, αν και η εκτέλεση αυτή ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε.
Μέσα στη χλεύη, τη λοιδωρία και τη δική του οικονομική ανέχεια, δυσκολεύτηκε να σταθεί ξανά στα πόδια του, μέχρι που τον περιμάζεψε η κόρη του. Μαζί της έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μια νυχτιά, λίγα χρόνια αργότερα, ήμουν πολύ νεότερος και ήμουν με τη Λίζα. Μια κοπέλα κοντούλα, τσαχπίνα και υποτακτική. Δεν είχα μαζί της τίποτα ιδιαίτερο — πέντε-έξι φορές μόνο είχαμε συναντηθεί, όλες νύχτα, τις ώρες που νομίζαμε πως μια αγκαλιά μπορούσε να γλυκάνει τη μοναξιά μας.
Είχε περάσει ώρα κι ήμασταν ακόμα στο κρεβάτι. Ο αέρας στο δωμάτιο είχε γίνει πηχτός και θολός από τα τσιγάρα που είχαμε ήδη καπνίσει. Ήταν μια νύχτα βαριά και άηχη, με τα φαντάσματα της σφιχτά μέσα της, να αιωρούνται ξεχωριστά για τον καθένα, σαν τις λέξεις που από καιρό κρατάγαμε και δεν λέγαμε, έτοιμες να ορίσουν το τέλος της όποιας σχέσης μας.
«Ξέρεις», μου πέταξε κάποια στιγμή εκείνη «πατέρας μου είναι ο στρατιωτικός τάδε».
Συνειδητοποιώ πως μιλούσε για τον βασανιστή. Η σιωπή που ακολούθησε, ογκώδης, βαριά και εξοργιστική, έσβησε την ανακοίνωσή της. Δεν μπορούσα βέβαια να θεωρήσω υπεύθυνη τη Λίζα για τις απεχθείς πράξεις του πατέρα της, αλλά, όπως και να το κάνουμε, η παραληρητική, σιελώδης, φρικώδης συμπεριφορά του πατέρα της είχε αμετάκλητα χρωματίσει το πέρασμα του από τη ζωή. Και ό,τι εκείνος είχε αφήσει!
