Και ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μία ακόμη διεθνής ακαδημαϊκή συνεργασία. Αυτή τη φορά πρόκειται για το κοινό μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών (Joint ή Dual Master) του Τμήματος ιστορίας και Αρχαιολογίας με ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Γερμανίας, που βρίσκεται μάλιστα και στα 100 καλύτερα στην παγκόσμια κατάταξη, το Πανεπιστήμιο του Munster στη Βεστφαλία, με αντικείμενο μάλιστα που πριν από λίγα χρόνια θα παρέπεμπε σε επιστημονική φαντασία.
Πρόκειται για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Βυζαντινές σπουδές μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης και τεχνολογιών εμβάθυνσης», που προτάθηκε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας και τον επιστημονικά υπεύθυνο καθηγητή Βυζαντινής Ιστορίας Χρήστο Σταυράκο και θα υλοποιηθεί με το τμήμα Πληροφορικής στην Άρτα και το Πανεπιστήμιο του Munster.
Το ενδιαφέρον πέρα από την εκμηδένιση των γεωγραφικών ορίων, είναι η σύνδεση διαφορετικών επιστημονικών τομέων στο συγκεκριμένο πρόγραμμα και προφανώς αυτό ήταν ένα από τα κριτήρια για την έγκριση της επιχορήγησής του, μαζί με άλλα τέσσερα κοινά μεταπτυχιακά προγράμματα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Μάλιστα, ο κ. Σταυράκος σημείωσε πως το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων πήγε πολύ καλά στην ανταγωνιστική αυτή προκήρυξη του Υπουργείου Παιδείας, αναλογικά με άλλα μεγάλα Πανεπιστήμια της χώρας.
Αναφερόμενος δε στον σκοπό του προγράμματος, τόνισε πως είναι η σύνδεση των ιστορικών και αρχαιολόγων με την πληροφορική. «Ιδρύσαμε ένα μεταπτυχιακό για βυζαντινές σπουδές και τεχνητή νοημοσύνη, με σκοπό να βάλουμε τους βυζαντινολόγους ιστορικούς και αρχαιολόγους στο χώρο της πληροφορικής, να μαθαίνουν να χειρίζονται και να φτιάχνουν ιστοσελίδες, προγράμματα βάσης δεδομένων, βιβλιογραφίες και ό,τι άλλο σήμερα χρειάζεται η επιστήμη, γιατί και δυστυχώς και ευτυχώς, φύγαμε πλέον από το εκτυπωμένο βιβλίο και έχουμε έρθει στην ηλεκτρονική βιβλιογραφία. Από την άλλη πλευρά, έχουμε ανθρώπους που έχουν σπουδάσει μόνο την πληροφορική και θέλουν μία άλλη εκπαίδευση, καθώς και ο χώρος της πληροφορικής έχει, μάλλον, να ωφεληθεί από τις ανθρωπιστικές επιστήμες, θέλουν να πλησιάσουν κάτι τέτοιο», σημείωσε, προσθέτοντας πως ο διεπιστημονικός χαρακτήρας του προγράμματος έπαιξε ρόλο στην έγκρισή του.
«Αναμφισβήτητα δεν έχει να κάνει μόνο με τα γνωστικά αντικείμενα, έχει να κάνει και με την υποχρέωση που έχουμε εμείς προς τους φοιτητές μας και τις οικογένειές τους. Όταν τους εκπαιδεύουμε, επειδή τώρα υπάρχει δυστυχώς και ευτυχώς, πάλι, έντονος ανταγωνισμός, οφείλουμε να τους δίνουμε όσο δυνατόν περισσότερα προσόντα και εφόδια για να σταθούν με επιτυχία στην αγορά εργασίας και στην καθαρά επιστημονική αγορά εργασίας, καθώς τώρα πια, επιστήμη χωρίς πληροφορική και υπολογιστές δεν γίνεται σε κανένα επίπεδο. Όσο και να λέμε ότι είναι απαραίτητη η βασική έρευνα, η ανασκαφή, η επίσκεψη στο μνημείο, άλλο τόσο πολύ σημαντική είναι και η παρουσίαση αυτών των αποτελεσμάτων και η σύγκριση αυτών των αποτελεσμάτων μέσα από την τεχνητή νοημοσύνη», σημείωσε, φέρνοντας σαν παράδειγμα την ανάγκη έρευνας σε μεγάλες βάσεις δεδομένων για μνημεία Βυζαντινά ή τοιχογραφίες, που δεν θα μπορούσε κανείς να επισκεφθεί.
