Skoulios Markos
Αίθουσα ΣύνταξηςΠολιτισμός

Μάρκος Σκούλιος: «Ανατολική μουσική δεν είναι μόνο τσιφτετέλια και χοροί της κοιλιάς»

Ανατολική μουσική δεν είναι μόνο τσιφτετέλια και χοροί της κοιλιάς, αλλά μια παλέτα πολλών πο-λιτισμών, με πλούσια παράδοση και ξεχωριστούς ήχους.

Ένα δείγμα αυτής της μουσικής θα παρουσιαστεί στη συναυλία «Λόγια Μουσική της Πόλης – Τραγούδια και σκοποί της ελληνικής Ανατολής» αύριο Τρίτη, στις 8 το βράδυ, στην Αίθουσα Λόγου και Τέχνης «Δημήτρης Χατζής» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Μουσική Άνοιξη 2025», που διοργανώνει το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Με αφορμή την τέταρτη και τελευταία συναυλία του φεστιβάλ, ο επίκουρος καθηγητής του τμήμα-τος, εθνικομουσικολόγος και μουσικός Μάρκος Σκούλιος, υπεύθυνος της συναυλίας, μίλησε στον φοιτητή του τμήματος Μάριο – Άγγελο Γκαϊτατζή για το πώς ξεκίνησε η σχέση του με τη μουσική, τα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν μέσα από αυτή, τους ανθρώπους κοντά στους οποίους μα-θήτευσε και με τους οποίους συνεργάστηκε, καθώς και στο τι χρειάζεται να έχει κανείς για να ακολουθήσει έναν ακαδημαϊκό δρόμο.
Στη συνέχεια εξηγεί την ονομασία του μουσικού συνόλου “Narda”, το πώς προέκυψε το συγκεκριμένο μουσικό σύνολο, τις φάσεις από τις οποίες πέρασε και γενικότερα στοιχεία για την συγκρότηση του. Αναφέρεται, ακόμη, στο τι είναι η Ανατολική μουσική, στο ιδιαίτερο ρεπερτόριό της και τι θα παρουσιαστεί στα Ιωάννινα. Επίσης λέει ότι η Ανατολική μουσική είναι ζωντανή, εξελισσόμενη, επηρεάζει και επηρεάζεται από άλλες μουσικές παραδόσεις, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί η μελλοντική της μορφή. Τέλος, παραθέτει την άποψη του σχετικά με το μέλλον της Ανατολικής μουσικής τα επόμενα χρόνια στον ελλαδικό χώρο.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη μουσική;
Μουσική, όπως για τους περισσότερους από εμάς, είναι ένας «έρωτας ζωής», ο όποιος ξεκινάει συνήθως από πάρα πολύ μικρή ηλικία. Στη δική μου περίπτωση, καλώς ή κακώς το οικογενειακό περιβάλλον δεν ήταν ιδιαίτερα φιλικό με την ιδέα του να γίνω μουσικός.
Ο πατέρας μου ήταν πολύ φανατικός των θετικών επιστημών και ειδικά των μαθηματικών, οπότε είχα κυρίως τέτοιου είδους εκπαίδευση, η οποία έτσι και αλλιώς αποτέλεσε παρακαταθήκη για τη συνέχεια της ακαδημαϊκής πορείας μου ακόμα και στην μουσικολογία, όπως το να καταλήξω να ασχολούμαι με διαστηματική και υπολογιστικές μεθόδους. Από πάρα πολύ μικρός άκουγα μουσική πολύ συστηματικά και σάρωσα λίγο πολύ όλα τα είδη της μουσικής όπως τα δημοφιλή rock, blues αργότερα jazz αλλά και τη δυτική κλασική. Είναι αλήθεια ότι στα νιάτα μου τα λαϊκό-παραδοσιακά και η βυζαντινή μουσική, την οποία αργότερα σπούδασα, δεν ήταν στο στόχαστρο μου. Εκείνη την εποχή δεν ήταν και πολύ της μόδας. Εννοείται ότι όλοι είχαμε ακούσματα και από δημοτικά και από ρεμπέτικα και από ψαλτικά, αλλά δεν είχα ασχοληθεί στην νεαρή ηλικία με αυτά συστηματικά. Αργότερα, όταν ξεκίνησα με το ούτι, «έμπλεξα» και με ένα περιβάλλον, το οποίο είχε ένα υπόβαθρο εκκλησιαστικής μουσικής. Έκανα μαθήματα βυζαντινής στην Αθήνα με τον Βαγγέλη Ζουρνατζή και αργότερα στην Θεσσαλονίκη με τον νυν πρωτοψάλτη του Πατριαρχείου Παναγιώτη Νεοχωρίτη, με τον οποίο συνδεθήκαμε με μία πολύ στενή φιλική σχέση. Επίσης συμμετείχα ενεργά στον τότε σύλλογο, που είχε ιδρύσει ο Παναγιώτης, τον «Ρωμανό Μελωδό». Ο Νεοχωρίτης υπήρξε πολύ σημαντικός άνθρωπος στη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής, της οκταηχίας, της διαστηματικής, του ιδιαίτερου ψαλτικού ύφους αλλά και του ρεπερτορίου της κλασικής οθωμανικής μουσικής. Με το ούτι ξεκίνησα στην Αθήνα στην σχολή του Αριστείδη Μόσχου, μετά έκανα μαθήματα με τον Νίκο Σαραγούδα και στην Θεσσαλονίκη έγινα μαθητής του Κυριάκου Καλαϊτζίδη. Ο επόμενος σταθμός ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ξεκίνησε μια περίοδος, στην οποία πηγαινοερχόμουν στην Κωνσταντινούπολη για πολλά χρόνια με πολύ συστηματικό τρόπο, καθώς η ζωή στην Πόλη και τα ταξίδια ήταν πολύ πιο οικονομικά, οπότε υπήρχε η δυνατότητα για πολλά μαθήματα, πολλά ταξίδια κ.λπ. Είχα την τύχη να με δεχτεί σαν μαθητή του ο κορυφαίος του κλασικού ύφους της οθωμανο-τουρκικής μουσικής Cinuçen Tanrıkorur κυρίως στο ούτι αλλά και στο ρεπερτόριο, όπως και ακόμα περισσότερο στην θεωρία των Makam, που πάντα ήταν το κεντρικό ενδιαφέρον μου σε μουσικολογικό επίπεδο. Είναι σημαντικό να πω ότι, πριν αρχίσω τα μαθήματα στην Πόλη, είχα περάσει μια αρκετά μεγάλη περίοδο στην Ινδία, όπου είχα ξεκινήσει να κάνω το ινδικό όργανο σαράγκι και να ασχολούμαι με τις ινδικές ράγκα. Παράλληλα έπαιζα και νέι αλλά την συστηματική μελέτη με το νέι την ξεκινήσα αρκετά αργότερα με δασκάλους τον Ümit Gürelman και τον Murat Tokaç. Αργότερα είχαν αρχίσει τα σεμινάρια, που οργάνωνε ο Ross Daly στην Κρήτη, οπότε παρακολούθησα σεμινάρια με τον Ömer Erdoğdular. Έχω κάνει μαθήματα με πολλούς «ανατολικούς», όπως τον Dariush Talai για την Περσική κλασική μουσική, με τον Αφγανό Rāhim Khūshnawāz για την Αφγανική κλασική μουσική και πολλές συναναστροφές, ταξίδια και σεμινάρια με διάφορους μουσικούς σε Τουρκία, Αραβικές χώρες και Ινδία από το 1990 και μετά. Αυτά όσον αφορά τη δική μου εκπαίδευση.

Θα θέλατε να αναφέρετε κάποιο πολύ σημαντικό γεγονός από τη μέχρι τώρα καριέρα σας;
Οι γνωριμίες με αυτούς τους πολύ μεγάλους δασκάλους σίγουρα ήταν σημαντικά γεγονότα για εμέ-να. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι, ο Cinuçen Tanrıkorur, ο Παναγιώτης Νεοχωρίτης στην ψαλτική, οι Ινδοί δάσκαλοι μου στο Βαρανάσι όπως ο Bachalal Mishra και o Santosh Mishra. Το μεταπτυχιακό μου στο Λονδίνο, με όλη εκείνη η περίοδο που γνώρισα πολύ σημαντικούς μουσικολόγους, όπως ο Owen Wright, τον Nicolas Magrel στην Ινδία και έπειτα στον Λονδίνο, τον Walter Feldmann από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες που συναναστράφηκα σε επίπεδο μουσικολογίας και τον σπουδαίο Τούρκο μουσικολόγο Ruhi Ayangil. Σε επίπεδο συνεργασίας και φιλίας με τον Barış Bal, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Γιώργο Ψάλτη. Πριν από πολλά χρόνια συμμετείχα με το νέι στην συνάντηση neyzen από όλο τον κόσμο στο Αμάν της Ιορδανίας, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας. Θα μπορούσα να πω ότι ήταν από τις στιγμές που ένιωσα μεγάλη ευθύνη στη ζωή μου για αυτή τη συναυλία.

Υπάρχει κάποια συμβουλή που θα δίνατε σε νέους μουσικούς, που θα ήθελαν να ακολουθήσουν μία ακαδημαϊκή καριέρα;
Αυτή η ερώτηση έχει άλλο πνεύμα. Η ακαδημαϊκή καριέρα είναι πραγματικά ένα δύσκολο μονοπάτι, ειδικά στον χώρο της μουσικής, που θεωρώ ότι κανείς πρέπει συνδυαστικά να είναι και μουσικός και μουσικολόγος, γιατί για μένα μουσικολόγος χωρίς να έχει έμπρακτα επαφή με τη μουσική, είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία που υφίσταται μεν, αλλά προσωπικά εγώ δεν τρέφω μεγάλη εκτίμηση προς αυτή. Από εκεί και ύστερα σίγουρα είναι πολύ δύσκολο να κάνει κάποιος καριέρα και performer αλλά και ακαδημαϊκού, γιατί όλα αυτά απαιτούν πάρα πολύ χρόνο.

Το σύνολο σας ονομάζεται “Narda”. Μπορείτε να εξηγήσετε από που προέρχεται αυτή η ονομασία;
“Narda” ήταν η ονομασία της πόλης της Άρτας την Οθωμανική εποχή. Αυτός που είχε την ιδέα για αυτή την ονομασία, ήταν ο ιστορικός του Τμήματος, ο Ηλίας Σκουλίδας. Η σύνδεση πολλών ετών φιλίας και συνεργασίας με τον κ. Σκουλίδα οδήγησε σε ένα συνέδριο ιστορίας το 2015, που πήρε αυτό τον τίτλο γιατί έγινε στην πόλη της Άρτας. Τότε είχε γίνει μία συναυλία και ουσιαστικά ήταν η πρώτη φορά που εμφανιστήκαμε ως το σύνολο “Narda”, παράλληλα εκείνη την εποχή είχε ξεκινήσει και το ΕΒΟΜΙΠ. Ουσιαστικά όμως ήταν η κατάληξη μιας προηγούμενης πορείας, που εγώ προσωπικά είχα στήσει από την πρώτη στιγμή που ήρθα στο Τμήμα το 2003. Από τη δεύτερη χρονιά κυρίως, κάναμε τις πρώτες συναυλίες, όπου παρουσιάζαμε ρεπερτόριο Ρωμιών συνθετών. Απ’ ότι θυμάμαι, είχαμε κάνει στην Άρτα, στην Πρέβεζα και στα Ιωάννινα. Βέβαια τότε το σύνολο δεν υπήρχε με τη θεσμική μορφή που υπάρχει σήμερα, δηλαδή δεν ήταν κομμάτι του προγράμματος σπουδών και έτσι βρισκόμασταν με τους φοιτητές εκτός του προγράμματος, στο ισόγειο του διοικητηρίου. Τις περισσότερες φορές ετοιμάζαμε προγράμματα και γενικά μελετούσαμε υλικό. Η διδασκαλία κατά αυτόν τον ανεπίσημο τρόπο, δηλαδή εκτός του προγράμματος σπουδών, συνεχίστηκε για παραπάνω από μία δεκαετία. Ύστερα κάποια στιγμή ενσωματώθηκε στο πρόγραμμα σπουδών και έτσι δόθηκε η δυνατότητα επιλογής στα παιδιά να παρακολουθήσουν το σύνολο κανονικά.

Από ποια μουσικά όργανα απαρτίζεται το συγκεκριμένο μουσικό σύνολο και ποια είναι η σημασία τους στη μουσική αυτή;
Το μοντέλο ουσιαστικά είναι τα ανατολικά σύνολα από τις αστικές μουσικές και ακόμα παλιότερα τις αυλικές μουσικές της Πόλης και των μεγάλων αστικών κέντρων της Οθωμανικής περιόδου. Από την Οθωμανική περίοδο και μετά, οι ορχήστρες αυτού του τύπου δεν ήταν τόσο μεγάλες όσον αφορά τον αριθμό των οργάνων ούτε περιλάμβαναν το καθεαυτό λαϊκό όργανο αυτής της περιοχής, που είναι ο ταμπουράς-σάζι. Τα υπόλοιπα όργανα όμως είναι τα ιστορικά αυτής της γενεαλογίας, όπως το ούτι, το λόγιο οθωμανικό ταμπούρ, το κανονάκι, το βιολί συναντάται πολύ συχνά σε τέτοιο ρεπερτόριο σήμερα, η πολίτικη λύρα, το πολίτικο λαούτο ή λάφτα και σαφώς το νέι διότι είναι το εμβληματικό όργανο για αυτά τα ιδιώματα, που προσπαθούμε να μελετήσουμε ρεπερτοριακά και ιστορικά.

Τι είναι η Ανατολική μουσική και ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της που προσπαθείτε να αναδείξετε;
Ως Ανατολική μουσική συνήθως ονομάζουμε τις σύγχρονες παραδόσεις, που γενεαολογικά είναι απόγονοι όλων των μεγάλων αρχαίων μουσικών πολιτισμών. Ανάμεσα σε αυτές είναι σίγουρα η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, όπως και η διάδοχη παράδοση στην Ανατολική Μεσόγειο Οθωμανική κλασική. Η τελευταία μετεξελίχθηκε από τις αρχές του 20ου αιώνα στη νεότερη τουρκική κλασική μουσική, οπότε συνήθως την αποκαλούμε Οθωμανοτουρκική κλασική μουσική και είναι αμάλγαμα από όλες τις προγενέστερες μεγάλες παραδόσεις του αραβοπερσικού κόσμου. Από την Οθωμανοτουρκική κλασική μουσική δίνουμε μεγάλη έμφαση στην ερμηνεία κλασικών κομματιών των Ρωμιών συνθετών. Επίσης έχουμε συμπεριλάβει συνθέσεις Οθωμανών, Τούρκων, Εβραίων και Αρμενίων συνθετών αλλά και κομμάτια από αραβικό, περσικό και αφγανικό κλασικό ρεπερτόριο. Φυσικά μέσα σε όλα αυτά φροντίζουμε ένα μικρό κομμάτι να αφορά και λαϊκές παραδόσεις Μ. Ασίας, Κων/πόλης, Σμύρνης, Μακεδονίας, Θράκης και Πόντου.

Ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής γι’ αυτό το ρεπερτόριο, που θα παρουσιάσετε στην πόλη των Ιωαννίνων;
Στο πρώτο μέρος έχουμε συμπεριλάβει κλασικό ρεπερτόριο της οθωμανικής περιόδου με μια σύνθεση του Ρωμιού σύνθετη Ζαχαρία Χανεντέ και μια σύνθεση του Cemil Βey, ο οποίος είναι μία εμβληματική φυσιογνωμία για την ιστορία και την εξέλιξη αυτής μουσικής από τις αρχές του 20ου αιώνα. To δεύτερο κομμάτι, αυτό που ανέλαβε ο κ. Aνδρίκος με το Αrta Saz, στο οποίο θα παίξουν μόνο τα σάζια, και είναι αμιγώς σαζιστικό ρεπερτόριο της Τουρκίας με τις ιδιαίτερες τεχνικές, το ύφος και γενικά αυτή την αισθητική των λεγόμενων Saz Grubu. Στο τρίτο μέρος έχουμε λαϊκά Πόντου και Θράκης με μια υβριδική ορχήστρα, που παντρεύει λαϊκά όργανα όπως ο ποντιακός Κεμεντσές και τα σάζια με τα λόγια ανατολικά.

Τι θέλετε να μεταδώσετε στο κοινό μέσα από αυτή τη μουσική;
Το ελληνικό κοινό, όταν ακούει για ανατολική μουσική, σκέφτεται πάντα τσιφτετέλια και χορούς της κοιλιάς. Ωστόσο οι πανάρχαιες αυτές παραδόσεις έχουν πολλές άλλες διαστάσεις. Στόχος μας είναι να μεταφέρουμε ένα μικρό δείγμα από την ομορφιά των συναισθημάτων που αποπνέουν οι μουσικές αυτές.

Πιστεύετε ότι η Ανατολική μουσική μπορεί να εξελιχθεί και να συνδυαστεί με σύγχρονες μουσικές επιρροές;
Όλες αυτές οι πολύ μεγάλες παραδόσεις, στις οποίες αναφέρθηκα, συνεχίζουν να εξελίσσονται και ειδικά στη σύγχρονη εποχή, με τις δυνατότητες που έχει κανείς να ακούσει τα πάντα με λίγα κλικ στο τηλέφωνο του, συμβαίνουν πράγματα και θάματα όσον αφορά τις αλληλεπιδράσεις, οι οποίες τα παλιά χρόνια μπορεί να χρειαζόντουσαν αιώνες για να ολοκληρωθούν ζυμώσεις μέσα από αλληλεπιδράσεις. Ενώ σήμερα αυτές διενεργούνται σε πάρα πολύ ταχύτατους ρυθμούς και εγώ παρακολουθώντας “Μουσικές του Κόσμου” βλέπω επιρροές από όλους σε όλους.

Πώς φαντάζεστε το μέλλον της Ανατολικής μουσικής τα επόμενα 10 χρόνια στον Ελλαδικό χώρο;
Αν το κρίνω από την πλευρά της πολιτείας, δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον σε καμία περίπτωση, αν το κρίνω από την πλευρά του ευρύτερου κοινού και εκεί δε θα έλεγα ότι είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά τα δείγματα που έχουμε. Ωστόσο όντας χρόνια σ’ αυτή τη θέση εδώ και διδάσκοντας σύνολο, όργανα και θεωρητικά στοιχεία από αυτές τις μουσικές, μπορώ να πω ότι το επίπεδο των φοιτητών που έρχονται στο δικό μας Τμήμα, έχει ανέβει δραματικά και είναι ίσως το πιο ενθαρρυντικό στοιχείο για μένα για να συνεχίσω να εργάζομαι σαν δάσκαλος σε αυτό το Τμήμα. Εγώ θα σταθώ στο ότι εδώ και χρόνια, το δικό μας Τμήμα έχει βγάλει λαμπρούς μουσικούς σ’ αυτό το χώρο με ένα πολύ καλό υπόβαθρο και σε επίπεδο πρακτικό και σε επίπεδο θεωρητικό.