Στην παλαιά πόλη του Βουκουρεστίου, κοντά στον ναό Σταυροπόλεως, σε μια κάθετο της Λεωφόρου Βικτόριε, βρισκόταν το σπίτι της. Το είχε κληρονομήσει από τη μάνα της, μια Ελληνίδα της Ρουμανίας που καταγόταν από βυζαντινή οικογένεια, των Καντακουζηνών. Το επίθετο αυτό όμως χάθηκε, καθώς δεν υπήρξαν αρκετοί αρσενικοί απόγονοι για να το διατηρήσουν. Ένας άκληρος θείος της, ο τελευταίος που το κρατούσε, κάηκε πριν λίγα χρόνια ενώ κοιμόταν σε μια πυρκαγιά που ξέσπασε ξαφνικά μια νύχτα και μαζί του έπαψε να υπάρχει και το επίθετο του. Ο πατέρας της ήταν αρχειοφύλαξ στην ελληνική πρεσβεία του Βουκουρεστίου και εκεί γνωρίστηκε με τη μητέρα της. Και έγιναν αντρόγυνο και έκαναν τη Μαρίνα τους. Που έγινε πολύ ωραία κοπέλα.
Η Μαρίνα είχε ένα πολύ όμορφο πρόσωπο και ένα σώμα με καταπληκτικές αναλογίες. Στην αρχή, στις αρχές της δεκαετίας του ’60 εργάστηκε ως μανεκέν. Πολύ επιτυχημένα, μάλιστα, κάνοντας και διεθνή καριέρα. Και το ’63, προσκεκλημένη στο ανάκτορο του Ουίνδσωρ στο Λονδίνο, σε ένα κονσέρτο που διοργάνωναν η πριγκίπισσα Ειρήνη και η Τζίνα Μπαχάουερ, για περιορισμένο αριθμό προσκεκλημένων, συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Τότε ήταν που εκείνος εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της, και εκείνη από το εκτόπισμα του. “Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι μια γυναίκα για ένα τέτοιο άντρα μπορεί να εγκαταλείψει κάθε δική της φιλοδοξία και να γίνει ένα μηδενικό κοντά του” είχε πει αργότερα σε μια συνέντευξη της που δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό “Gente”. Και από εκείνη την χρονιά ήταν μαζί. Λίγο καιρό αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι για να μείνει μαζί του. Ζούσαν μαζί, έκαναν ταξίδια, βοηθούσε ο ένας τον άλλον στις δουλειές τους. Γιατί η Μαρίνα μπορεί να είχε αφήσει από μια στιγμή και πέρα τον χώρο του μόντελιγκ αλλά συνέχισε να εργάζεται ως αρθρογράφος στο περιοδικό Vogue, καλύπτοντας το ρεπορτάζ μόδας.
“Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα τόσο κοντά στον Κώστα όσο εκείνη την περίοδο που ζούσαμε στο Παρίσι, που εκείνος δεν αποτελούσε ένα επίσημο πρόσωπο” είχε πει στην ίδια συνέντευξή της. Βαθιά μέσα της, όμως, ήξερε, ήταν σίγουρη, το έβλεπε να πλησιάζει. “Κανείς δεν ξέρει που θα καταλήξει η πατρίδα -που στο μεταξύ στέναζε κάτω από επίορκους σφετεριστές της εξουσίας- αλλά εγώ ξέρω ότι την ημέρα της απελευθερώσεως της απ’ αυτούς, ο άνθρωπος που θα μπορέσει να την οδηγήσει ξανά, θα είναι αυτός, ο Κώστας μου” είχε πει στην ίδια συνέντευξη.
Τα χρόνια περάσαν και το 1974 ο Καραμανλής ήρθε πίσω στην πατρίδα ως παράκλητος. Ίδρυσε ένα νέο πολιτικό σχηματισμό, επιδιώκοντας με αυτόν να υπερβεί τις ταμπέλες “Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά”. Και με την ιδεολογία που του χάρισε, επεδίωξε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κόμμα που θα διαχωριζόταν από τις γνωστές μορφές των μετεμφυλιακών-προδικτατορικών κομμάτων και να εκσυγχρονίσει ριζικά το κομματικό υπόδειγμα του χώρου του. Στην προεκλογική περίοδο εκείνης της χρονιάς, την βραδιά του προεκλογικού λόγου του Καραμανλή στην κατάμεστη Πλατεία Συντάγματος, λίγοι αντελήφθησαν ότι σε ένα άλλο μπαλκόνι του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία, όχι πολύ μακριά απ’ αυτό που στεκόταν ο Κώστας της, μια γυναίκα με μαύρη φούστα και χρυσαφί πουκάμισο στεκόταν μόνη της. Και με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και λατρεία κοίταζε τον θριαμβευτή Καραμανλή! Εκείνο το βράδυ, οι φίλοι της Μαρίνας ένοιωσαν τη χαρά αλλά και το δράμα της γυναίκας αυτής. Που είχε ζήσει με τον Κώστα της. τόσα χρόνια στην εξορία και τώρα δεν μπορούσε να συμμετάσχει επίσημα στο θρίαμβο του.
Εκείνες οι πρώτες μέρες της επιστροφής τους ήταν πολύ δύσκολες. Έπρεπε κάθε νύχτα να αλλάζουν κατοικία από τον φόβο μην συλληφθεί ή δολοφονηθεί ο Καραμανλής. Λίγοι πιστοί στον αρχηγό τους άντρες βρίσκονταν βέβαια συνέχεια κοντά τους, στα ξενοδοχεία, στα αντιτορπιλικά ή στις ιδιωτικές κατοικίες που κάθε νύχτα έπρεπε να καταλύουν για να διανυκτερεύουν. “Το δύσκολο εκείνες τις νύχτες δεν ήταν να φυλαχτεί κανείς από τους εχθρούς του αλλά πως να φυλαχτεί από τους δικούς του, αφού ο καθένας αντιλαμβανόταν με τον δικό του τρόπο το τι έπρεπε να γίνει. Και ποτέ δεν ήξερες τι παραμύθι κουβαλούσε στο μυαλό του ο καθένας απ’ αυτούς “τους φίλους” και τι ήταν διατεθειμένος να κάνει στο όνομα όλων αυτών που πίστευε” είχε πει αργότερα σε άλλη δημοσιογραφική ερώτηση η Μαρίνα. Και οι μέρες της, όχι μόνο οι νύχτες της, δεν περνούσαν εύκολα αφού είχε πάψει να βλέπει τον Κώστα της, τουλάχιστον όσο συχνά αυτή το επιθυμούσε. Εκείνος, βλέπετε, είχε να συναντήσει τόσους ανθρώπους, να κάνει τόσα ταξίδια, να μελετήσει κείμενα και συμφωνίες και στο τέλος να πάρει τόσες αποφάσεις! Πολύ γρήγορα της έγινε ξεκάθαρο ότι ο Κώστας της δεν θα νομιμοποιούσε την σχέση τους! Γιατί ο Κώστας της τώρα κρατούσε στα χέρια του μια ολόκληρη χώρα και δεν του επιτρεπόταν να κρατήσει άλλον!
Τη Μαρίνα την είδα πολλά χρόνια αργότερα, το 1999, όταν βρέθηκα στο σπίτι της, στο Βουκουρέστι. Σ’ ένα Βουκουρέστι που, μετά την κατάρρευση του προηγούμενου καθεστώτος του Τσαουσέσκου, είχε αρχίσει να γεμίζει από χρώματα. Τα κτήρια κι οι δρόμοι έδειχναν φωτεινότεροι και οι άνθρωποι πιο ζωντανοί και χαρούμενοι. Προσκεκλημένος, για έναν καφέ ήμουν. Σε ένα σπίτι αριστοκρατικά διαρρυθμισμένο. Που απόπνεε ιστορία, σοβαρότητα και αισθητική. Αλλά και καρτερία. Στολισμένο με πολλές φωτογραφίες της και πολλούς ζωγραφικούς πίνακες, τους περισσότερους έργα της ίδιας της Μαρίνας. Γιατί η Μαρίνα πλέον ζωγράφιζε. Και ένα μεγάλο πορτρέτο του Κώστα της, όχι το μοναδικό, βασίλευε σε κεντρικό σημείο του καθιστικού της. Και οι κουβέντες της, οι ερισσότερες τουλάχιστον, περιστρέφονταν κυρίως γύρω από αυτόν.
Η ιστορία της Μαρίνας και του Κώστα μοιάζει τόσο πολύ με εκείνη, που είχε συμβεί πριν πέντε δεκαετίες, σε έναν άλλον, πολύ μεγάλο επίσης Έλληνα πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Θυμίζοντας την εποχή που ο τελευταίος σχεδίαζε να παντρευτεί την Παρασκευούλα Φουλάκη ή Μπλουμ όπως ήταν το παρατσούκλι που της είχαν δώσει οι φίλοι τους όταν βρίσκονταν και εκείνοι στο Παρίσι, αλλά οι πολιτικές εξελίξεις και σε αυτή την περίπτωση ήταν τόσο αποφασιστικές και ραγδαίες που τελικά δεν τον άφησαν να το πραγματοποιήσει. Η Ιστορία και σε αυτή την περίπτωση είχε αποφασίσει διαφορετικά και το νυφικό που η Παρασκευούλα είχε φέρει μαζί της από την Κρήτη για να φορέσει στην τελετή, το γύρισε αφόρετο πίσω στην Κρήτη! Και όλη η ιστορία της σχέσης του Λευτέρη με τη Παρασκευούλα, όπως και αυτή της Μαρίνας με τον Κώστα της, έκτοτε στριμώχτηκε σε μια φωτογραφία των αντρών αυτών. Που ήταν ό,τι απέμεινε στο κεντρικό σημείο του καθιστικού και των δύο γυναικών – για να τη θυμίζουν!
