romeikos kafes diafimisi
Με την διαφήμιση αυτή της δεκαετίας του '70, η εταιρεία BRAVO διεκδικεί την πατρότητα της ονομασίας "Ελληνικός Καφές"
Αίθουσα ΣύνταξηςΙστορίες

Το ρόφημα που ταξίδεψε: Από τις χορεύτριες κατσίκες στη σημερινή απόλαυση!

Οι «Ιστορίες της Τάβλας» του Θοδωρή Αλεξίου μετακομίζουν από το χαρτί… στην οθόνη μας. Από τις σελίδες της έντυπης έκδοσης του Ηπειρωτικού Αγώνα, εκεί όπου οι λέξεις μύριζαν -κάθε Παρασκευή εδώ και κοντά τρία χρόνια- καπνό από ξυλόφουρνο και θυμάρι, οι ιστορίες της γεύσης βρίσκουν τώρα έναν νέο τόπο για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Με την ίδια αγάπη για τη γαστρονομία, την παράδοση και τους ανθρώπους πίσω από κάθε πιάτο, ο Θοδωρής Αλεξίου μας καλεί να καθίσουμε ξανά στο τραπέζι του -αυτή τη φορά ψηφιακά. Γιατί τελικά, οι πιο ωραίες ιστορίες δεν σερβίρονται μόνο… μοιράζονται.

Που λες, αγαπημένε μας αναγνώστη, είναι μερικές φορές που τη στιγμή που κάνεις μια πράξη, έχεις ήδη μετανιώσει, αλλά η σκέψη του να σταματήσεις έρχεται δέκατα του δευτερολέπτου πιο αργά από τη στιγμή που έκανες την πράξη, οπότε καταλαβαίνεις ότι έκλανες μια αναπόδραστη μπανταλομάρα.

Αν καταλαβαίνεις τι θέλουμε να πούμε με τα παραπάνω, καταλαβαίνεις  και την κατάσταση που μας οδήγησε στην παρακάτω ατυχή περίσταση.

Στη Λέσχη Γαστρονομίας Ηπείρου φροντίζουμε να πλουτίζουμε συνεχώς την βιβλιοθήκη μας κι ένα από τα σπάνια βιβλία που βρήκαμε και παραγγείλαμε ήταν και το «ο τούρκικος καφές εν ελλάδι» του Ηλία Πετρόπουλου. Μπήκαμε λοιπόν στην ιστοσελίδα του παλιοβιβλιοπωλείου, συμπληρώσαμε τα στοιχεία μας και στείλαμε την παραγγελία. Τη στιγμή που πατήσαμε «αποστολή» συνειδητοποιήσαμε ότι ως διεύθυνση παραλαβής βάλαμε τα γραφεία της εφημερίδας μας.

Quelle catastrophe, που θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Γάλλοι! Διότι, αγαπημένε μας αναγνώστη, η Ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, που ο Θεός να μας κόβει μέρες και να της δίνει χρόνια της πολυχρονεμένης μας, είναι της άποψης του Γκας Πορτοκάλος, αν τον θυμάστε από την ταινία «Γάμος αλα Ελληνικά», ότι δηλαδή τα πάντα στον κόσμο προέρχονται από την Ελλάδα, οπότε αντιλαμβάνεστε τι συνέβη στα γραφεία της εφημερίδας, μόλις έφτασε το βιβλίο με τον κατάπτιστο τίτλο.

Το οποίο βιβλίο έφτασε μια Τρίτη πρωί, μέρα που ιστορικά δεν έχει αποδειχθεί τυχερή για κανέναν. Η Ιδιοκτήτρια το αποσφράγισε η ίδια, διότι είχε το ένστικτο του τελωνιακού που εξετάζει προσωπικά κάθε τι που εισέρχεται στο βασίλειό της, κι όταν διάβασε τον τίτλο, έμεινε για μια στιγμή ακίνητη. Μετά μας κοίταξε με το βλέμμα του χαμαιλέοντα πριν εκτοξεύσει τη γλώσσα του στη μύγα.

«Τι είναι αυτό που παρήγγειλες;»

«Ένα βιβλίο», απαντήσαμε αμέριμνα. «Το είχαμε παραγγείλει για τη βιβλιοθήκη της Λέσχης, απλώς έβαλα λάθος διεύθυνση. Έρχομαι να το πάρω.»

Σιωπή.

Όχι η κοινή σιωπή της αναμονής. Η άλλη σιωπή. Η ραδιενεργή.

«Τούρκικος», είπε τελικά.

«Ιστορικά, ναι», αρχίσαμε να εξηγούμε με τον ενθουσιασμό του ανθρώπου που σκάβει τον δικό του λάκκο, «πρόκειται για έναν όρο που αντικατοπτρίζει την εποχή της συγγραφής, το 1979, εποχή που ο κόσμος τον έλεγε έτσι εδώ και αιώνες, φυσικά σήμερα τον λέμε ελληνικό, πράγμα που είναι απολύτως κατανοητό και εθνικά ορθό και…»

«Ο καφές αυτός», είπε, κόβοντάς μας στη μέση, «λέγεται ελληνικός καφές. Αυτό το ξέρει κάθε Έλληνας.»

«Βεβαίως», συμφωνήσαμε. «Ωστόσο ο Πετρόπουλος, που είναι σπουδαίος λαογράφος, έγραψε το βιβλίο σε μια εποχή που…»

«Ο Πετρόπουλος», είπε με ύφος ανθρώπου που κλείνει μια συζήτηση παρόλο που δεν είχε ανοίξει ακόμα, «θα έπρεπε να το ξέρει καλύτερα.»

Δεν απαντήσαμε. Υπάρχουν φράσεις που δεν χρήζουν απάντησης, όπως το βαρύ πυροβολικό δεν χρήζει συνοδείας.

Σηκωθήκαμε αργά, σεμνά και διακριτικά. Το βιβλίο ήταν τοποθετημένο στην άκρη του γραφείου της, όσο πιο μακριά γινόταν από το φλιτζάνι με τον καφέ της, ο οποίος ήταν, βέβαια, ελληνικός, σκέτος, με καϊμάκι, και έδειχνε να έχει κι αυτός την έκφραση κάποιου που αισθάνεται προσβεβλημένος.

Και να, αγαπημένε μας αναγνώστη, πως έχει η ιστορία του τούρκικου καφέ που μια διαφήμιση βάφτισε ελληνικό.

Όλα ξεκίνησαν από ένα αρκετά απρόσμενο μέρος και από μια κατσίκα.

Κάπου γύρω στο 850 μ.Χ., σύμφωνα με έναν διάσημο θρύλο, ένας Αιθίοπας βοσκός που τον έλεγαν Κάλντι παρατήρησε ότι οι κατσίκες του συμπεριφέρονταν παράξενα αφού έτρωγαν κάτι κόκκινα μούρα από έναν θάμνο. Ήταν γεμάτες ενέργεια και αδυνατούσαν να κοιμηθούν τη νύχτα. Ήταν σαν να χόρευαν! Περίεργος, αποφάσισε να δοκιμάσει ο ίδιος τους καρπούς και σύντομα του ‘ρθε κάπως. Αισθάνθηκε πιο ζωηρός!

Πήρε λοιπόν αυτά τα μούρα και πήγε σε ένα κοντινό μοναστήρι, αλλά ο καλόγερος εκεί δεν έδωσε σημασία και πέταξε τους σπόρους στη φωτιά. Καθώς οι κόκκοι καβουρδίστηκαν, ο χώρος γέμισε ένα βαθύ, αναπάντεχο άρωμα που τράβηξε αμέσως την προσοχή όλων. Οι καλόγεροι τράβηξαν τους σπόρους από τη φωτιά, και άρχισαν να τους μασάνε. Ανακάλυψαν αμέσως ότι τους έδωσαν μια ανεπάντεχη ενεργητικότητα, και, έχοντας εμπειρία από αφεψήματα, έβρασαν νερό και ανακάλυψαν ότι το ρόφημα τους κρατούσε ξύπνιους κατά τις μακρές ώρες της νυχτερινής προσευχής. Ο θρύλος του Κάλντι και των χορευτριών κατσικών του είναι πιθανότατα ψεύτικος, παραλλαγμένος και εμπλουτισμένος μέσα στα χρόνια, παραμένει όμως ο ιδρυτικός μύθος ενός από τα πιο καθοριστικά ροφήματα της ανθρώπινης ιστορίας.

Η ιστορία, φυσικά, δεν τελειώνει σε εκείνο το αιθιοπικό μοναστήρι.

Από την Υεμένη στην Κωνσταντινούπολη

Οι πρώτες αξιόπιστες μαρτυρίες για κατανάλωση καφέ χρονολογούνται στον 15ο αιώνα, στα μοναστήρια των Σούφι μυστικιστών στην Υεμένη, που τον έπιναν για να αντέχουν τις νυχτερινές τελετουργίες τους. Από εκεί, οι κόκκοι ακολούθησαν τα εμπορικά δρομολόγια προς βορρά και δύση, μαζεύοντας θαυμαστές και αντιδράσεις με τον ίδιο ρυθμό. Με την οθωμανική κατάκτηση της Υεμένης από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή το 1538, αυτόν από το σήριαλ, ο καφές εισήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και μέσα σε ένα χρόνο είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στο βιβλίο του «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι» που εκδόθηκε το 1979, αναδημοσιεύει ένα άρθρο του 1911 του ανατολιστή Ν.Π. Ελευθεριάδη, που ιχνηλατεί την πρώτη εισαγωγή του καφέ στην Τουρκία μέσα από τον Δερβίση Σεΐχ Ομέρ, ο οποίος ανακάλυψε το ρόφημα στα ορεινά κοντά στη Μόκκα, το έφερε πίσω στο τεκέ[1] του, και από εκεί απλώθηκε στην Υεμένη, την Αραβία, την Αίγυπτο και τη Συρία. Είναι μια διαφορετική ιστορία από εκείνη των κατσικών του Κάλντι, αλλά καταλήγει στον ίδιο τόπο: Κωνσταντινούπολη, 16ος αιώνας, μια πόλη που ετοιμαζόταν να αλλάξει.

Το καφενείο ως πολιτικός χώρος

Το 1555, δύο Σύριοι έμποροι άνοιξαν το πρώτο καφενείο στην Πόλη και μέσα σε λίγο διάστημα σχεδόν ένα στα έξι καταστήματα στην Κωνσταντινούπολη σέρβιρε καφέ, που γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλες τις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Τα καφενεία, παράλληλα με τον καφέ, πρόσφεραν κάτι πολύ πιο ανατρεπτικό: ήταν τόποι συνάθροισης, συζήτησης και κυκλοφορίας ιδεών. Όσοι ήξεραν γράμματα διάβαζαν φωναχτά τα νέα της ημέρας, γενίτσαροι σχεδίαζαν πράξεις διαμαρτυρίας κατά του σουλτάνου, αυλικοί μηχανορραφούσαν, έμποροι διέσπειραν φήμες για πολεμικές επιχειρήσεις, και ο αμόρφωτος κόσμος άκουγε και γινόταν κοινωνός ιδεών που απειλούσαν τα θεμέλια του οθωμανικού κράτους, όπως η αυτοδιάθεση και η αμφισβήτηση της εξουσίας.

Οι οθωμανικές αρχές αντέδρασαν αναλόγως. Ο Πετρόπουλος καταγράφει με λεπτομέρεια τις θεολογικές διαμάχες που ξέσπασαν για τον καφέ: ο Μουφτής Κωνσταντινούπολης εξέδωσε φετβά[2] που χαρακτήριζε απαγορευμένη την κατανάλωσή του, με το επιχείρημα ότι το καβούρδισμα ισοδυναμούσε με ανθρακοποίηση, άρα αντέβαινε στον Ιερό Νόμο. Ακολούθησαν αντίθετες φετβά. Οι σουλτάνοι έκλειναν τα καφενεία και τα ξανάνοιγαν, επανειλημμένα, γιατί το ρόφημα αποδεικνυόταν αδύνατο να συγκρατηθεί. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε χρόνια αργότερα με τον καπνό. Ο σουλτάνος Μουράτ ο Δ΄ επιχείρησε στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα να κλείσει τα καφενεία, εν μέρει για να περιορίσει τη δύναμη των γενιτσάρων, που είχαν στασιάσει το 1631 και εκτέλεσαν τον Μεγάλο Βεζίρη μέσα στο παλάτι, μπροστά στα μάτια του. Τίποτα δεν λειτούργησε. Ο καφές, άπαξ και τον γευτείς, δεν αποδέχεται εύκολα απαγορεύσεις.

Η Ελλάδα και η μακρά παράδοση

Ως τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ελλάδα γνώρισε τον καφέ πριν από την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας γενικότερα ήταν από τους πρώτους που τον υιοθέτησαν, παράλληλα με τους Τούρκους. Ο Πετρόπουλος ανασυνθέτει τον κόσμο του παλαιού ελληνικού καφενείου με ακρίβεια αρχαιολόγου: τον ταμπή που ψήνει πίσω από τον πάγκο, το μπρίκι (τσεσβές, τουρκικής ετυμολογίας), το καϊμάκι ως κριτήριο επιτυχούς παρασκευής, τους θεριακλήδες που πίνουν σέρτικο καφέ σε χοντρό φλιτζάνι και ρουφάνε πρώτα ένα ποτήρι κρύο νερό για να καθαρίσουν τα ζαφίρια[3] τους.

Καταγράφει δεκάδες παραλλαγές τούρκικου καφέ που κάποτε παραγγέλνονταν στα επαγγελματικά καφενεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, σκέτος, μέτριος, βαρήγλυκος, με ολίγη, γλυκόβραστος, με τέσσερεις, μια ταξινομία γλύκας και έντασης που οι σύγχρονοι καφεπότες έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχάσει. Ανασυνθέτει επίσης την κοινωνική γεωγραφία του παλαιού καφενείου: τα κεντρικά αθηναϊκά με μπιλιάρδα, τα παραλιακά καφέ του Πειραιά όπου ναυτικοί και εφοπλιστές ανακατεύονταν, το γειτονικό καφενεδάκι των παράδρομων όπου γέροι έπαιζαν τάβλι σε καρέκλες που δεν ταίριαζαν μεταξύ τους. Ο Παπαδιαμάντης εμφανίζεται επανειλημμένα στις σελίδες του ως μάρτυρας, αφού τοποθέτησε πολλά από τα διηγήματά του στο καπνισμένο εσωτερικό του αθηναϊκού καφενείου.

Η πολιτική διάσταση επέζησε και στη νεότερη εποχή. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ηγετικά στελέχη των αυτονομιστικών κινημάτων συναντιόνταν στα καφενεία της Θεσσαλονίκης, της Σόφιας και του Βελιγραδίου για να συντονίσουν τις κινήσεις τους, που απέδωσαν καρπούς με την ελληνική ανεξαρτησία, την αυτονομία της Σερβίας και την απελευθέρωση της Βουλγαρίας, επιφέροντας διαδοχικά θανάσιμα πλήγματα στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το καφενείο, σε αυτή την ανάγνωση, δεν ήταν απλώς σκηνικό της ιστορίας. Ήταν κινητήρια δύναμη της.

simadia apo katakathi kafe
Σημάδια του κατακαθιού του καφέ και η ερμηνεία τους, όπως τα καταγράφει ο Πετρόπουλος.

Η καφεμαντεία: όταν το κατακάθι μιλάει

Όμως υπάρχει και μια άλλη πλευρά του καφέ. Η μυστικιστική, που αποδεικνύει ότι ο καφές ποτέ δεν ήταν απλώς ρόφημα, αυτό είναι η καφεμαντεία. Μόλις αδειάσει το φλιτζάνι, αναποδογυρίζεται στο πιατάκι του, αφήνεται να κρυώσει, και τότε αρχίζει η αληθινή τελετουργία: η ανάγνωση των σχημάτων που σχηματίζει το κατακάθι στα τοιχώματα. Ο Πετρόπουλος καταγράφει με την κλασική του λεπτομέρεια ολόκληρο λεξιλόγιο σχημάτων, δρόμος ανοιχτός, κρυφός εχθρός, ξανθιά γυναίκα, γράμμα, βουνό, τάφος, τα πάντα κρύβονται στο πάτο του φλιτζανιού αρκεί να ξέρεις να τα διαβάσεις. Η καφετζού, σημειώνει, ποτέ δεν λέει «νύχτα» στο φλιτζάνι, γιατί νύχτα σημαίνει ότι η μαντεία δεν πιάνει, και μαντεία που δεν πιάνει δεν πληρώνεται. Υπάρχουν καφετζούδες τόσο φημισμένες που η ουρά για μια ανάγνωση φτάνει από τα πέρατα της Αθήνας. Η παράδοση ζει σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, στην Τουρκία συνοδεύει τα προξενιά και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις, στην Ελλάδα εμφανίζεται σε κάθε τραπέζι όπου κάποιος έχει χρόνο και ανησυχία, συχνά και τα δύο μαζί. Το ωραίο με την καφεμαντεία είναι ότι δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε αυτήν για να σε συναρπάσει. Έχει την πλάκα της από μόνη της, και είναι μια καλή ευκαιρία για συζητήσεις!

Το όνομα γίνεται πεδίο μάχης

Για αιώνες το ρόφημα ήταν απλώς «τούρκικος καφές» σε ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο, και κανείς δεν έβλεπε λόγο να αμφισβητήσει την ονομασία. Η αλλαγή ήρθε από μια ιστορική ρήξη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές του ’60, με τον διωγμό των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, ο κόσμος άρχισε, ως πράξη διαμαρτυρίας, να τον αποκαλεί «ελληνικό». Στη μετονομασία συνέβαλαν και διαφημιστικές εκστρατείες μεγάλης εταιρείας καφέ που έπιασε τον παλμό της εποχής.

petropoulos apo to vivlio
Από το βιβλίο του Πετρόπουλου

Ο Πετρόπουλος, γράφοντας το 1979, δεν κάνει καν τον κόπο να προσποιηθεί αμεροληψία. Παρατηρεί ότι ο όρος «τούρκικος καφές» ενοχλούσε ήδη τους σοβινιστές της Αθήνας που πίεζαν για «ελληνικό» ή τουλάχιστον «βυζαντινό», και σημειώνει με ξερή ειρωνεία τον κατάλογο ενός εστιατορίου όπου τα δύο ονόματα ήταν αναγραμμένα δίπλα δίπλα, χωρίς κανείς να φαίνεται να αντιλαμβάνεται την αντίφαση. Στο τέλος του βιβλίου του αναδημοσιεύει μια παλαιά διαφήμιση για μάρκα ελληνικού καφέ, με το σλόγκαν  «ΕΜΕΙΣ ΤΟΝ ΛΕΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ» τυπωμένο με μεγάλα γράμματα. Δεν αισθάνεται ανάγκη να προσθέσει σχόλιο. Δεν χρειάζεται.

Η UNESCO και το ζήτημα της ιδιοκτησίας

Το 2013, η UNESCO ανακήρυξε τον τουρκικό καφέ Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Τουρκίας, με την Απόφαση 8.COM 8.28 της 8ης Συνόδου της Διακυβερνητικής Επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε στο Μπακού τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς. Η UNESCO αναγνώρισε ότι ο τουρκικός καφές και η τελετουργία που τον συνοδεύει αποτελούν σημαντικό κομμάτι της κοινωνικοποίησης στην Τουρκία, και ότι ακόμα και ο τρόπος σερβιρίσματός του παίζει ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις. Στην Τουρκία σήμερα, ο καφές φέρει πολλά τελετουργικά βάρη: στα προξενιά, η μέλλουσα νύφη τον ετοιμάζει η ίδια και μπορεί να βάλει αλάτι αντί για ζάχαρη στο φλιτζάνι του γαμπρού, ως ιδιωτικό σήμα των συναισθημάτων της. Στο τέλος, η καφεμαντεία μετατρέπει τα κατακάθια σε πεδίο συλλογικής, παιγνιώδους μαντείας.

Η αναγνώριση της UNESCO εξόργισε πολλούς Έλληνες, για κατανοητούς λόγους. Αξίζει όμως να επισημανθεί αυτό που ο Πετρόπουλος είχε παρατηρήσει τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα: η ταυτότητα αυτού του ροφήματος ποτέ δεν ήταν ενιαία. Ο καφές στο φλιτζάνι είναι ο ίδιος. Το όνομα που φέρει εξαρτάται από το χέρι που τον σερβίρει.

Ένας καφές, πολλά διαβατήρια

Αυτό που έκανε η Ελλάδα με τη μετονομασία δεν ήταν πρωτοτυπία. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε πολλές βαλκανικές και μεσογειακές χώρες. Στην Αρμενία τον αποκαλούν «αρμένικο» ή «αραβικό», στην Κύπρο «κυπριακό». Στην Ουκρανία, στα κριμαιοταταρικά εστιατόρια του Κιέβου σερβίρουν κάβα πο-κρίμσκι, δηλαδή «καφές κατά τον κριμαϊκό τρόπο», παρασκευασμένο αποκλειστικά σε τζέζβα πάνω σε άμμο. Στα Βαλκάνια επικρατεί γενικά ο όρος «τούρκικος», ενώ στην Βοσνία έχει το δικό του όνομα και τον δικό του τρόπο σερβιρίσματος: η τζέζβα φτάνει στο τραπέζι με τον καβουρδισμένο καφέ μέσα, και ο πελάτης προσθέτει μόνος του τη ζάχαρη, χωρίς να τη βράσει στο μπρίκι. Στη Μέση Ανατολή το τοπίο γίνεται ακόμα πιο πολύχρωμο: ο καφές αναμιγνύεται συχνά με κάρδαμο και άλλα αρώματα, δίνοντας μια τελείως διαφορετική γευστική εμπειρία. Σαουδική Αραβία, Ιορδανία, Συρία και Παλαιστίνη έχουν η καθεμία τις παραλλαγές της, άλλοτε με ροδόνερο, άλλοτε με μαστίχα.

Οι Έλληνες καβουρδίζουν τον καφέ πιο ξανθό από τους Τούρκους ή τους Άραβες, δεν προσθέτουν αρώματα, τον φτιάχνουν πιο συμπυκνωμένο και τον πίνουν σε μεγαλύτερη ποσότητα ανά φλιτζάνι. Οι διαφορές αυτές δικαιολογούν σε μεγάλο βαθμό τις τοπικές ονομασίες. Στον πυρήνα τους, όμως, όλες οι παραλλαγές μοιράζονται την ίδια τεχνική: ψιλοαλεσμένος καφές, νερό, φωτιά, βράσιμο χωρίς φίλτρο, και κατακάθι που κάθεται στον πάτο του φλιτζανιού.

Η Κύπρος τυποποίησε το ρόφημά της με επίσημη πιστοποίηση ποιότητας, που ορίζει ότι ο κυπριακός καφές παρασκευάζεται σε μπρίκι, όχι σε μηχανή ατμού, και ότι όλα τα εδέσματα που σερβίρονται μαζί του παρασκευάζονται αυθημερόν, εντός της επιχείρησης. Είναι, πιθανώς, η πιο γραφειοκρατική απάντηση που παρήγαγε ποτέ η ιστορία σε ένα αρχαίο ρόφημα.

Ο καφές κερδίζει πάντα

Ό,τι δεν κατόρθωσαν να σβήσουν οι θρησκευτικές καταδίκες των οθωμανών μουφτήδων, τα σουλτανικά φετβά του 17ου αιώνα και οι ανταγωνιστικοί εθνικισμοί του 20ού, δεν μπορεί να το αλλάξει καμία διαμάχη ονομάτων. Στην Τουρκία σήμερα, ο καφές είναι γέφυρα επικοινωνίας και τρόπος να μοιραστείς χαρά ή λύπη, σερβίρεται με νερό και λουκούμι, το πρώτο για τον ουρανίσκο, το δεύτερο για να απαλύνει την πικράδα.

Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται αλλού: σε ένα ελληνικό καφενείο, σε ένα κυπριακό καφενεδάκι, σε μια βοσνιακή καφάνα, σε ένα αρμένικο σαλόνι, σε μια γωνία αιγυπτιακού δρόμου όπου ένας άντρας σε πλαστική καρέκλα ανακατεύει αργά το φλιτζάνι του και παρακολουθεί το πρωί να περνάει. Ελληνικός, τούρκικος, ανατολικός, βοσνιακός, αρμένικος ή αραβικός, ο καφές δεν νοιάζεται για τις ετικέτες. Φτάνει πάντα σε μικρό φλιτζάνι, πυκνός και σκούρος, με το κατακάθι να κάθεται στον πάτο και τον ατμό να ανεβαίνει στον αέρα, ακριβώς όπως αιώνες πριν, όταν οι κατσίκες του Κάλντι τον ανακάλυψαν σε έναν λόφο της Αιθιοπίας, πολύ πριν ο άνθρωπος σκεφτεί να του δώσει όνομα.

————————————————————————————————————————————————

[1] Οι τεκέδες ήταν τα κοσμικά μοναστήρια των Σούφι. Σήμερα επιζούν στους Μπεκτασί Μουσουλμάνους.

[2] Μια φετβά (φετβά) είναι μια μη δεσμευτική αλλά έγκυρη νομική γνωμοδότηση ή ερμηνεία του ισλαμικού δικαίου, η οποία εκδίδεται από έναν ειδικευμένο εμπειρογνώμονα γνωστό ως μουφτή ή σεΐχη ουλ-Ισλάμ σε απάντηση σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Καλύπτει θέματα πίστης, λατρείας και κοινωνικής ζωής, λειτουργώντας ως καθοδήγηση και όχι ως υποχρεωτικός νόμος.

[3] Ζαφίρια: τα υπολείμματα. Εδώ τα υπολείμματα από άλλες τροφές στο στόμα και το λαιμό, ώστε να γευτούν καλύτερα τον καφέ.

Σχετικά άρθρα

Το κρασί της Ζίτσας του 19ου αιώνα δεν υπάρχει… κυριολεκτικά!

Θοδωρής Αλεξίου

Με αφιέρωμα στον Δήμο Βορείων Τζουμέρκων η παραδοσιακή Κοθρόπιτα

Βραδιά τοπικών προϊόντων στο αεροδρόμιο των Ιωαννίνων