Σκηνή από την πρεμιέρα της παράστασης "Ο Γλάρος"
Πολιτισμός

Έντεκα καινούριοι γλάροι πετούν πάνω από τη λίμνη

Είδαμε χθες βράδυ την πρεμιέρα της παράστασης "Ο Γλάρος", μιας συμπαραγωγής των ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και Λάρισας σε σκηνοθεσία Γιάννη Παρασκευόπουλου, που θα ανεβαίνει στην πόλη μας έως και τις 17 Φεβρουαρίου. Και γράψαμε πώς μας φάνηκε.

Στην παράσταση πήγαμε με επιφύλαξη. Όχι γιατί όσοι εμπλέκονται στην παραγωγή της μας έκαναν δύσπιστους και αμφίθυμους –κάθε άλλο. Η κουβέντα προηγούμενα μαζί τους, οι δουλειές που έχουν κάνει, ο τρόπος που αγαπούν αυτό που υπηρετούν είναι από μόνα τους εχέγγυα. Ωστόσο, όταν έχεις δει κλασικούς θεατρικούς συγγραφείς και έργα τους να έχουν δεινοπαθήσει στα χέρια ανθρώπων, που ναρκισσιστικά ή αυθαίρετα προσεγγίζουν κείμενο και ερμηνείες ή θεωρούν τον εαυτό τους και τη «διαφορετική» πρότασή τους πιο σημαντικά από τον δημιουργό και το έργο του, δικαιολογημένα ανησυχείς μήπως βρεθείς μπροστά σε μια νέα κακοποίηση.

Τους ήρωες του Τσέχωφ τους έχουμε δει πολλές φορές. Τις περισσότερες κινούνται με δυσκολία μέσα στα βαριά ρούχα τους, καταρρέουν σε βελούδινες πολυθρόνες, χάνονται στη μονοτονία της επανάληψης, περιφέρουν τη σπουδαιότητά τους –ακόμη και μέσα στην προφανή παρακμή τους- ανήμποροι, με τόσα περιττά φτιασίδια που φορτώνονται, να καταλάβουν τι τους συμβαίνει, τι υπάρχει κάτω απ’ όλα αυτά και τι ζήτησε απ’ αυτούς να πουν ο συγγραφέας. Μπορεί, όμως, και να μην τους αφορά.

Η προτροπή –και συνάμα ανάγκη- του Τσέχωφ, όμως, δια στόματος Τρέπλιεφ, είναι εκεί από την πρώτη κιόλας σκηνή του Γλάρου του: «Χρειαζόμαστε νέες φόρμες και αν δεν μπορούμε να τις δημιουργήσουμε, είναι καλύτερα να μην κάνουμε τίποτε». Την ίδια στιγμή είναι η παρακαταθήκη του για τις επόμενες γενιές. Είναι η οδηγία του –χωρίς να το ξέρει- προς τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς, όλους όσοι θα καταπιαστούν με τα έργα του στο μέλλον.

Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος κάλεσε τους έντεκα ήρωες του Γλάρου ξανά στη σκηνή. Τους ζήτησε να πετάξουν ό,τι τους βαραίνει, τους φόρεσε καινούρια ρούχα, τους έβαλε να πέφτουν από ύψος, να τραγουδούν Amy Winehouse, να κοιτούν το παραμορφωμένο είδωλό τους καθώς καθρεφτίζεται στα νερά της πράσινης λίμνης. Τους έκανε να γίνουν αυτό που είναι. Και να μην πειράζει να μιλούν γι’ αυτά που τους έχουν συμβεί (κι ας μην τα έχει φέρει ποτέ στη σκηνή ο συγγραφέας), ακόμη κι όταν είναι φιμωμένοι ή δυσκολεύονται να βρούνε λέξεις. Οι ήρωες αυτού του Τσέχωφ συναντιούνται, όχι όπως θα περίμενε κανείς: δεν τα βρίσκουν, δεν αποκαθιστούν αδικίες, δεν καθαίρονται για να βρουν ησυχία. Αλλά αγκαλιάζονται, σπρώχνονται, φιλιούνται. Ματαιώνονται και πεθαίνουν. Συναντιούνται. Ο σκηνοθέτης, συνεπής στην καινοτομία που έφερε ο θεατρικός συγγραφέας κοντά έναν αιώνα πριν, δεν φωτίζει έναν κεντρικό ήρωα, δεν δουλεύει με ένα – δυο πρόσωπα και αφήνει τους υπόλοιπους να τα πλαισιώνουν. Έχει έντεκα πρωταγωνιστές και τους δούλεψε σαν να ήταν ο καθένας χωριστά το κεντρικό πρόσωπο του έργου. Δεν άφησε κανέναν να  εκκρεμεί ή να υπολείπεται.

Κι εκείνοι τον άκουσαν. Τόλμησαν να φέρουν ο καθένας τον κόσμο του πάνω στη σκηνή, έκαναν χώρο για τον κόσμο του άλλου, δέχτηκαν να εκτεθούν και να ανταμώσουν. Ταπεινωμένοι, ματαιωμένοι, αλλά αληθινοί.  Ο ένας συνέχεια του άλλου.

Η αφήγηση, που κυριαρχεί στην πρώτη σκηνή –ένα δραματουργικά αποδοσμένο εισαγωγικό σχόλιο των ίδιων των ανθρώπων της παράστασης με πληροφορίες απαραίτητες για την κατανόηση του έργου και του συγγραφέα- και η σταδιακή μετάβαση από τον αφηγηματικό λόγο στη δράση, δένουν φυσικά με την πλοκή, χωρίς να εμβολίζουν το έργο και να το βγάζουν εκτός πορείας. Άλλωστε, τίποτε δεν μας φάνηκε ξένο, παράταιρο ή και επιτηδευμένα ανακαινισμένο, παρόλο που πολλά καινούρια και διαφορετικά, απ’ όσα ξέραμε, είδαμε. Σαν να ήταν όλα πάντα εκεί και να περίμεναν κάποιος να τα ανακαλύψει.

Μην περιμένετε ένα έργο με εντυπωσιακά σκηνικά και κουστούμια (που είναι, ασφαλώς, αλλά όχι όπως τα έχουμε μάθει). Ούτε μια – δυο ερμηνείες αποκομμένες από τον θεατρικό λόγο και τον συγγραφέα, που επισκιάζουν ή εξαφανίζουν τους υπόλοιπους επί σκηνής. Μην μπείτε στο Καμπέρειο με αναμασημένες προσδοκίες ή παρωχημένες βεβαιότητες. Ο Γλάρος, που ανεβαίνει αυτές τις μέρες στην πόλη μας, είναι ένα έργο ανθρώπινο, άμεσο και οικείο. Και είναι σημερινό. Είναι από τις παραστάσεις, που πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε και να απαιτούμε. Και να μην συμβιβαζόμαστε με τίποτε λιγότερο.

Σχετικά άρθρα

«Μαμά! Το δωμάτιο των θαυμάτων» ξανά στο Καμπέρειο

Στην ανάγνωση του έργου

Λουκία Τζάλλα

Πλούσιος απολογισμός και μελλοντικά σχέδια