Πολιτισμός

«Τραντάζεις τον εαυτό σου και του λες ότι δεν είναι όλα σίγουρα»

Οι Συν Πλην Τρία –Η Κατερίνα Γιαννακοπούλου, η Γιώτα Παναγή και η Ζωή Πλαχούρα- συστήνονται και μιλούν στον Η.Α. για την παράσταση «Κατά Μέτωπο»

Τα πρόσωπά τους είναι οικεία. Είναι τρεις από τους συνήθεις ύποπτους, που οι θεατρόφιλοι των Ιωαννίνων έχουν συναντήσει σε αρκετές δουλειές τα τελευταία χρόνια. Πριν λίγο καιρό έφτιαξαν έναν «τόπο» δηµιουργίας, όπως τους αρέσει να αποκαλούν το σχήµα Συν Πλην Τρία, και παρουσιάζουν στο κοινό την πρώτη δουλειά τους, την παράσταση «Κατά Μέτωπο», που κυοφορείται περίπου εννέα µήνες και µιλά –µε τα δικά τους λόγια- για τον πόλεµο.

 

Συν Πλην Τρία. Τι γέννησε την ανάγκη για µια νέα θεατρική οµάδα και πώς προέκυψε το όνοµά της;

Ζωή Πλαχούρα: Τρεις άνθρωποι δεν το λες και οµάδα, όπως την εννοούµε εδώ στα Γιάννενα τη «θεατρική οµάδα», δηλαδή πέντε-δέκα άτοµα που κάθε χρονιά ψάχνουν έργο στο οποίο να µπορούν να παίξουν αυτοί οι δέκα άνθρωποι και να σκηνοθετήσει ένας απ’ αυτούς. Εµείς δεν έχουµε σκοπό να λειτουργήσουµε έτσι. Να βρίσκουµε ένα έργο που να παίζουµε οι τρεις µας, να κατανέµουµε µεταξύ µας τον ρόλο του σκηνοθέτη, των ηθοποιών και τελειώσαµε. Περισσότερο είµαστε ένας πυρήνας, ένα πλαίσιο παραγωγών. Είτε αυτό περιλαµβάνει εµάς, µία ή και καµία από µας.

Γιώτα Παναγή: Η λέξη οµάδα για µένα είναι λίγο ασφυκτική µερικές φορές. Είναι ένα πράγµα που ανακυκλώνεται και έχω την αίσθηση ότι είναι πάρα πολύ κλειστό. Το τι οδήγησε να δηµιουργηθεί µία οµάδα και το ότι εµείς αυτή τη στιγµή συναντηθήκαµε, µπορεί για την καθεµία να είναι διαφορετικό. Αν πρέπει, όµως, να έχει κάτι µία οµάδα για να στηριχθεί -τουλάχιστον σε βάθος χρόνου- είναι να είναι ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Ζ.Πλ.: Το ζητούµενο είναι να παρουσιάζουµε κάτι, όταν έχουµε κάτι να πούµε. Και να υπάρχει η ελευθερία, ώστε να µπορέσουµε να πλαισιώσουµε ό,τι κι αν είναι αυτό που συµπίπτει η ανάγκη µας να πούµε. Ή µπορεί να υπάρχει µια ανάγκη της Γιώτας να πει κάτι και να µη συµπίπτει µε τη δική µας. Κι εµείς να τη στηρίζουµε, χωρίς να χρειάζεται να συµµετέχουµε σ’ αυτό κάθε φορά. Μπορεί η Γιώτα µε κάποιους άλλους συνεργάτες να κάνει κάτι, ή η Κατερίνα, ή εγώ. Είναι τόσο ανοιχτό. Και έτσι προέκυψε και το όνοµα: Συν Πλην Τρία. Μπορεί να είµαστε και οι τρεις ή καµία από τις τρεις. Μπορεί να είναι οι τρεις και άλλοι δέκα.

Γ.Π.: Το «τρία» είναι αυτοαναφορικό, βέβαια.

Ζ.Πλ.: Αλλά το «συν πλην» δηλώνει το εύρος του.

Γ.Π.: Είµαστε εντελώς διαφορετικές. Ωστόσο απ’ όταν πρωτοσυναντηθήκαµε στο Πολυθέαµα, στηρίζαµε η µία την άλλη ακόµα κι αν ήµασταν σε διαφορετικές δουλειές. Αυτό το εσωτερικό ρυάκι υπήρχε, χωρίς να συµφωνεί πάντα η µία µε τις επιλογές της άλλης. Αυτό που φτιάξαµε µας ταιριάζει περισσότερο να το λέµε «τόπο δηµιουργίας». Είναι ένας χώρος ανοιχτός, που συνθέτει διάφορα στυλ από διαφορετικών ειδών τέχνες.

 

Υπάρχουν πολλές θεατρικές οµάδες στην πόλη και δηµιουργούνται και άλλες. Δεν θα µπορούσατε να ενσωµατωθείτε σε µία από τις πολλές υπάρχουσες οµάδες και να δουλέψετε έτσι;

Ζ.Πλ.: Νοµίζω ότι αυτό που µας δυσκόλευε στις υπάρχουσες οµάδες είναι ότι αν θέλεις να συνεργαστείς µε έναν άνθρωπο που ανήκει σε άλλη οµάδα, δεν µπορείς. Όχι ότι απαγορεύεται, αλλά κάπως δεν γίνεται, δεν βγαίνει. Εµείς θέλουµε πολύ να γίνεται αυτό. Να πει ο τάδε «έχω αυτή την ιδέα» και εµάς να µας κάνει και να καλέσουµε ανθρώπους από άλλες οµάδες, που νοµίζουµε ότι και σ’ εκείνους κάνει, να έρθουν και να βρουν τη θέση τους σ’ αυτό. Είναι η δικιά µας πρόταση προς τις άλλες οµάδες, προς τον χώρο ευρύτερα: να ανοίξουµε. Δικιά µου επιθυµία είναι οι «Συν πλην Τρία» να είναι ο χώρος διασταύρωσης, ο τόπος συνάντησης αυτών των οµάδων. Δεν θέλουµε η δηµιουργικότητα να περιορίζεται σε τρία άτοµα.

Γ.Π.: Καλέ, θα µας βαρεθείτε. Να σας πω κάτι; Εντάξει οι συζυγικές σχέσεις. Αλλά και οι εραστές χρειάζονται (γέλια). Το νέο αίµα, όπου και να µπαίνει, πυροδοτεί καινούρια πράγµατα και σε φέρνει και αντιµέτωπο µε τον εαυτό σου. Όσο καλά και να γνωρίζεσαι µε τον συµπαίκτη µε τον οποίο παίζεις, όσο καλός κι αν είναι, από πού θα γίνει αυτή η ανατροφοδότηση; Το λέω και για µας και για όλα τα σχήµατα, ακόµη και τα επαγγελµατικά. Ξεκάθαρα, λοιπόν, εµάς το κλειστό σύστηµα δεν µας ταιριάζει καθόλου.

 

Θα βρείτε ανθρώπους που θα ανταποκριθούν στο κάλεσµά σας;

Ζ.Πλ.: Υπάρχουν άνθρωποι µε τους οποίους θέλουµε να συνεργαστούµε. Τους έχουµε «καρφιτσώσει». Είναι άνθρωποι που τους βλέπεις και λες «µου αρέσει το παίξιµό του/της». Ξέρετε, καµιά φορά δεν έχει γίνει η πρόταση. Οι άνθρωποι µπορεί να ενδιαφέρονται και κανένας να µην το έχει προτείνει. Να πούµε ένα παράδειγµα; Καλέσαµε ανθρώπους να µας δανείσουν τη φωνή τους στην παράσταση, ανθρώπους που αυτή τη στιγµή βρίσκονται σε άλλες οµάδες.  Όλοι δέχτηκαν µε πολύ µεγάλη χαρά.

Γ.Π.:  Ήταν όλοι πολύ θετικοί, πολύ υποστηρικτικοί. Μας τιµά πάρα πολύ που δεν µας ρώτησαν καν γιατί. Όταν τους είπαµε «θέλουµε να ηχογραφήσετε για µας κάποια κείµενα», το µόνο που µας ρώτησαν είναι αν θέλουµε κάτι ιδιαίτερο σε σχέση µ’ αυτό. Και η απάντησή ήταν: «αυτό που κάνετε». Γενικά πήραµε πολλή υποστήριξη σ’ αυτό εγχείρηµα. Εγώ, άλλωστε, δεν θεωρώ κανέναν ανταγωνιστή, όταν ασχολείται µε την τέχνη.

 

«Κατά Μέτωπο» λέγεται το έργο µε το οποίο συστήνεστε στο κοινό και είναι µια δουλειά φτιαγµένη από την αρχή, το κείµενο το έχει γράψει µία από σας, η κ. Παναγή. Πώς ξεκίνησε όλο αυτό;

Γ.Π.: Με τη Ζωή είχαµε πάει να δούµε µια µουσική παράσταση στο Μουσείο Αργυροτεχνίας και σκεφτήκαµε και οι δυο, χωρίς να έχουµε συνεννοηθεί ή να καθόµαστε καν κοντά, ότι είναι πολύ ένας ωραίος χώρος για να κάνουµε κάτι εκεί. Δεν είχαµε ακόµη συστήσει εταιρεία, ήµασταν σε µια µεταβατική περίοδο και αφήναµε χώρο να δούµε πώς και αν θα λειτουργήσει αυτό. Και σκεφτόµασταν για ποιο πράγµα θα µπορούσαµε να µιλήσουµε στο συγκεκριµένο µουσείο. Και ο χώρος µάς γέννησε την ανάγκη να µιλήσουµε για τις σχέσεις των ανθρώπων και πώς αυτές γεφυρώνονται. Και είπαµε κάποια στιγµή µε τη Ζωή να πούµε ιστορίες από τις τρεις διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες, που ζούσανε στα Γιάννενα, µουσουλµάνους, χριστιανούς ορθόδοξους και εβραίους. Και εκεί βασίστηκε η πρώτη µελέτη. Επειδή προέρχοµαι από το τµήµα της µουσικολογίας, έχω ασχοληθεί µε την έρευνα και µου αρέσει και το διάβασµα, είπα στα κορίτσια ότι θα το ψάξω εγώ. Στο σηµείο αυτό, θέλουµε να πούµε ένα τεράστιο ευχαριστώ στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών. Οι άνθρωποί της µας έδωσαν ό,τι βιβλίο υπήρχε. Υπάρχει ένας τεράστιος θησαυρός εκεί µέσα.

 

Πώς καταλήξατε, όµως, να καταπιαστείτε µε τον πόλεµο ως κεντρικό θέµα της παράστασης;

Γ.Π.:  Όσο διάβαζα άρχισα να ανοίγω. Και να βλέπω ότι αυτό που στην αρχή φώτισε, τώρα δεν µε ενδιαφέρει και σταδιακά κάθε τι καινούριο που φωτιζόταν µε πήγαινε σε κάτι άλλο, µέχρι που βρέθηκα σε κάτι που ένιωσα ότι θα ενδιέφερε και την οµάδα. Και καταλήξαµε ότι αυτό στο οποίο εστιάζουµε, παραµερίζοντας ό,τι άλλο προέκυψε από την έρευνα, είναι οι άνθρωποι που συγκρούονται και τελικά ο άνθρωπος που συγκρούεται µε κάτι δικό του. Άρα πάµε σε κάτι πιο υπαρξιακό, αλλά θα πρέπει να το φέρουµε στη σκηνή. Γιατί το θέατρο δεν είναι θεωρία. Είναι πράξη. Και η οµάδα καλείται να δείξει πώς αυτό το πράγµα, που έχω εγώ στο µυαλό µου, µπορεί να το ζυγίσει και πού µπορεί να το πάει.

Καθώς ερευνούσα και διάβαζα κείµενα, έψαχνα το αίτιο και το αιτιατό. Πήγανε, πολεµήσανε, συγκρούστηκαν. Αναρωτιόµουν πώς ξεκινάει αυτή η ιστορία και έπεσα αλλεπάλληλα σε κείµενα κυρίως από τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο και είδα το µέτωπο και τον πόλεµο ως ένα είδος ενηλικίωσης. Και βλέποντας ότι στα 18 τους χρόνια πάρα πολλοί άνθρωποι δεν είχαν κανένα πρόβληµα να πάνε να πολεµήσουν, ενώ δεν ξέρανε τι είναι, έψαχνα να βρω πώς γίνεται κάτι τέτοιο και αυτό οδήγησε σε µια µελέτη αρχαίων κειµένων -Θουκυδίδη, Πίνδαρο κ.λπ.- και τελικά διαπίστωσα ότι πρέπει να δω ότι αυτό το στίγµα της βίας, της σύγκρουσης υπάρχει από πάντα και δεν είµαι σίγουρη αν φεύγει. Και σ’ αυτό καταλήξαµε.

Για να επιτευχθεί αυτό, όµως, από την αρχική ιδέα αφαιρέθηκαν η τοπικότητα και η χρονικότητα. Αν δεν αφαιρούνταν, θα έκαναν το έργο ένα κλειστό δωµάτιο και σ’ ένα κλειστό δωµάτιο δεν θέλουµε να λειτουργήσουµε σ’ αυτή τη φάση.

 

Αν έχω καταλάβει καλά, βγήκε κείµενο και µέσα από τις πρόβες;

Ζ.Πλ.: Ναι. Μάλιστα πολλά κείµενα, που δουλεύτηκαν, πετάχτηκαν. Είναι handmade η παράσταση µέχρι το τέλος.

Γ.Π.: Δεν είχα καµία πρόθεση να γράψω. Γενικά δεν γράφω, ούτε λίστα του σούπερ µάρκετ δεν γράφω. Θα έρθετε να το δείτε το έργο. Κρατάει µία ώρα και δέκα λεπτά περίπου. Έχει µέσα 18 βιβλία. Αν µε ρωτήσετε αυτή τη στιγµή τι είναι από τι, ούτε εγώ δεν ξέρω να πω. Είναι µία σύνθεση ετερόκλητων λογοτεχνικών κειµένων –έχει Στρατή Μυριβήλη, έχει Πίντερ- θεατρικών κειµένων –έχει Δηµήτρη Δηµητριάδη- ντοκουµέντων -επιστολών, πραγµατικών µαρτυριών. Αυτά όµως έπρεπε να γίνουν θεατρικό έργο, το οποίο ουσιαστικά είναι µια δραµατοποιηµένη αφήγηση.

 

Πώς είναι να δουλεύεις, να σκηνοθετείς και να ερµηνεύεις ένα κείµενο, που αλλάζει και εξελίσσεται, όσο κάνεις πρόβα;

Κατερίνα Γιαννακοπούλου: Ξεκινάει από κάτι, καταλήγει σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Τη µία πρόβα σού κάνει αυτό που έχεις βγάλει. Την επόµενη, όµως, έχεις προχωρήσει παρακάτω και το προηγούµενο πλέον δεν σου κάνει. Οπότε ξεκινά από την αρχή και αυτό συµβαίνει ακόµα. Όλο αυτό έχει τεράστιο βαθµό δυσκολίας. Κατ’ αρχάς δεν µπορείς να σταµπιλάρεις.

Ζ.Πλ.: Άλλο. Είναι άλλο. Η συνεχής αλλαγή του κειµένου και του έργου ολόκληρου -ακόµη και της δοµής του- ήταν ένα πολύ δύσκολο κοµµάτι. Δεν παίρνεις ένα κείµενο και ξεκινάς και έχεις ένα τρίµηνο µπροστά σου να το δουλέψεις και τελείωσε. Είναι ένα κείµενο που µέχρι πολύ πρόσφατα άλλαζε. Όχι µόνο το κείµενο, αλλά και πώς θα το δουλέψουµε. Συνέχεια.

Γ.Π.: Εγώ δεν είµαι σκηνοθέτης. Κάνω τον σκηνοθέτη. Αλλά όλοι είµαστε λίγο πολύ σκηνοθέτες. Ακόµη και στο κοµµάτι, που κάνει η κάθε µια µας, χωρίς να το καταλαβαίνει, του βάζει µία δοµή. Όταν έκανα λοιπόν τον σκηνοθέτη, ακολουθούσα µία µέθοδο που ακολουθώ για τον εαυτό µου. Αυτό έπρεπε να αποκωδικοποιηθεί και να δοθεί στα κορίτσια. Η ουσιαστική δυσκολία, όµως, είναι ότι αυτό που κάνουµε, είναι ελεύθερο πράγµα και τα ελεύθερα πράγµατα είναι επικίνδυνα. Κι εγώ κάλεσα τις κοπέλες σε ένα ελεύθερο πράγµα να κινηθούµε επικίνδυνα. Εντάξει, έχουµε έναν µπούσουλα, ελέγχουµε κάποια πράγµατα, µα από την άλλη αυτό είναι και µια αναµέτρηση µε τον εαυτό σου. Εγώ, ο σκηνοθέτης, ένας άλλος συνεργάτης θα πει «δοκίµασε», αλλά στο «δοκίµασε» κάνεις βουτιά εσύ. Παίρνεις µια απόφαση. Τραντάζεις τον εαυτό σου και του λες ότι δεν είναι όλα σίγουρα, δεν είναι όλα οκ. Δεν είναι όλα «το κατακτήσαµε, το’ χουµε, πάµε». Για µένα αυτά δεν υπάρχουν. Αυτό γράψτε το όσες φορές θέλετε: για µας αυτά δεν υπάρχουν.

Σχετικά άρθρα

Κατά μέτωπο: ο πόλεμος σε ασπρόμαυρο φόντο

Με το «Κατά Μέτωπο» συστήνεται η ομάδα «Συν Πλην Τρία»