Ιστορίες

Γιατί ξαναζούμε το 1990;

Στο δικό μας σχολείο, το Κλασικό Λύκειο Ιωαννίνων, κάποια στιγμή σταμάτησε να λειτουργεί η θέρμανση. Αποφασίσαμε να κάνουμε αποχή την πρώτη ώρα, ο λυκειάρχης τσαντίστηκε, και είπε ότι όποιος λείψει μία ώρα θα φάει έξι απουσίες. Εξαιρετική ιδέα, η αποχή μετατράπηκε ανέλπιστα σε ολοήμερη αργία. Η απόφασή μας να απέχουμε από το μάθημα, δεν ήταν ξεκομμένη από όσα συνέβαιναν ήδη στην Αθήνα με τον «νόμο Κοντογιαννόπουλου», της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Toν Δεκέμβριο του 1990 έγιναν οι σημαντικότερες σχολικές καταλήψεις στην Ελλάδα. Ήταν μία μεγάλη κινητοποίηση που διαδόθηκε πολύ γρήγορα σε όλη τη χώρα. Οι καταλήψεις συνδέθηκαν επίσης με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού σε αυτές, και συχνά περιγράφονται ως το «πολυτεχνείο των 90ς». Θεωρούνται ένα αυθόρμητο μαθητικό κίνημα, το οποίο στην πορεία αντικαταστάθηκε από καταλήψεις-κακέκτυπα με εθιμικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, ούτε οι πρώτες καταλήψεις είχαν σοβαρότερο υπόβαθρο από όσες ακολούθησαν. Ήταν εξίσου παρωχημένες  και συντηρητικές, υπήρξαν όμως οι πρώτες, και δεν διέτρεξαν ποτέ τον κίνδυνο εκφυλισμού.

Στο δικό μας σχολείο, το Κλασικό Λύκειο Ιωαννίνων, κάποια στιγμή σταμάτησε να λειτουργεί η θέρμανση. Αποφασίσαμε να κάνουμε αποχή την πρώτη ώρα, ο λυκειάρχης τσαντίστηκε, και είπε ότι όποιος λείψει μία ώρα, θα φάει έξι απουσίες. Εξαιρετική ιδέα, η αποχή μετατράπηκε ανέλπιστα σε ολοήμερη αργία. Η απόφασή μας να απέχουμε από το μάθημα, δεν ήταν ξεκομμένη από όσα συνέβαιναν ήδη στην Αθήνα με τον «νόμο Κοντογιαννόπουλου», της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Λίγες μέρες αργότερα πήγαμε και εμείς σε κατάληψη. Η Ελευθεροτυπία έγραψε ότι το λύκειο μας ήταν από τα πρώτα που έκλεισαν στην Ελλάδα. Μέχρι το τέλος του ’90, τα κλειστά σχολεία σε όλη τη χώρα ήταν 2.000.   

«Είμαστε εδώ για να ανατρέψουμε το στάτους κβο των μεγάλων. Για να σταματήσουμε να σας βλέπουμε σκυφτούς να περνάτε την πόρτα του σχολείου για 100 χιλιάδες δραχμές τον μήνα», είπε ένας συμμαθητής στη «δραματική» κοινή συνέλευση με τους καθηγητές, λίγες ώρες αφότου είχαμε κλειδώσει την καγκελόπορτα με πλαστική κλειδαριά ποδηλάτου.

Η φράση του μου χτύπησε σαν ένα βαρύγδουπο κλισέ, άσχετο με την ουσία της κινητοποίησης. Δεν ήμασταν εκεί για να ανατρέψουμε κανένα στάτους κβο, αλλά για πολύ συγκεκριμένους λόγους: τον νόμο Κοντογιαννόπουλου. Μόνο που οι συγκεκριμένοι λόγοι δε σου έδιναν παραπάνω από τρεις-τέσσερις γραμμές επιχείρημα. Ο υπουργός ήθελε να εισάγει point-system διαγωγής (σε κάθε «παράβαση» και ανάλογα με τη σοβαρότητα της θα αντιστοιχούσαν πόντοι), θα έφερνε πίσω τις ποδιές (τις είχαμε προλάβει μόνο στην Α’ Δημοτικού) και θα καταργούσε τις αδικαιολόγητες απουσίες (οι μισές από τις 100 στις οποίες είχαμε δικαίωμα). Έζησα το πρόβλημα της ένδειας επιχειρημάτων, όταν έπρεπε να υπερασπιστώ τη γραμμή μας στις συνελεύσεις, στα ραδιόφωνα που μας φώναζαν να μιλήσουμε, κλπ. Έλεγα μόνο τσιτάτα. Θα μας ντύσουν πιερότους, μας αντιμετωπίζουν σαν οδηγούς που θα μας πάρουν το δίπλωμα, έχουμε δικαίωμα στην απουσία. Και μετά; Δεν είχε παρακάτω, γιατί δεν υπήρχε παρακάτω. Πόσα πια να πεις για τις ποδιές και τις απουσίες; Μετά ήρθαν οι εξωσχολικοί, σε κάποια σχολεία έγιναν βανδαλισμοί, και αρχίσαμε να συζητάμε γι’ αυτά.

Όχι φυσικά ότι δεν είχαμε προβλήματα. Το πανεπιστήμιο ήταν δωρεάν, αλλά η είσοδος σε αυτό κόστιζε. Στο σχολείο ήμασταν 1-2 μήνες πίσω σε σχέση με την ύλη που καλύπταμε στο φροντιστήριο. Τους καθηγητές τους βλέπαμε αδιάφορα, με λίγη συμπάθεια που μιλούσαν δωρεάν για πράγματα, που είχαμε ήδη  μάθει πληρώνοντας. Ακούγαμε, επίσης, βαρετές κοινοτοπίες και μπόλικο ντεκαντάνς (κάθε χρόνο, ο θεολόγος μας επικαλούνταν τα σεξουαλικά προβλήματα του Καζαντζάκη για να εξηγήσει το συμπλεγματικό του έργο, που οδήγησε τελικά στον δίκαιο αφορισμό του). Δεν ήταν μόνο όσα ακούγαμε, αλλά και όσα βλέπαμε. Οι αίθουσες ήταν παλιές, το σχολείο δεν είχε καν αυλή, αλλά ένα προαύλιο με θέα ακάλυπτους.

Όλα αυτά όμως δεν τα νιώθαμε ως επείγοντα προβλήματα, και σίγουρα όχι ως ευθύνη του Κοντογιαννόπουλου. Το «στάτους κβο» περιλάμβανε ήδη και εμάς. Σχεδόν ενήλικοι, στα 16 και 17 μας, είχαμε ήδη αρχίσει να μην ξεχωρίζουμε από το τοπίο γύρω μας. Το σχολείο ήταν μία μικρογραφία της καθημερινότητας μας έξω από αυτό. Όπως και οι γονείς μας, αναγνωρίζαμε ότι η είσοδος στο πανεπιστήμιο περνούσε από ένα καλό φροντιστήριο, και επομένως πρέπει να καταβληθεί το αντίστοιχο αντίτιμο της εφήμερης κοινωνικής καταξίωσης όλης της οικογένειας. Φιλόλογοι θέλαμε να γίνουμε και εμείς (κοινωνιολόγοι οι πιο ρισκαδόροι), για να τελειώσει πριν καν ξεκινήσει το αχρείαστο βάσανο της επαγγελματικής καταξίωσης. Άλλοι είχαν βρει ήδη πώς θα έκοβαν δρόμο. Ο διπλανός μου, ράκος που θα έφευγε στα μισά της Β’ Λυκείου για τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα, μας διαβεβαίωνε πως δε θα έπρεπε να  ανησυχούμε: «δέκα-δεκαπέντε χρόνια θα κρατούσε η όλη ιστορία. Μετά μειωμένη σύνταξη και θα άνοιγε μαγαζί». Τα σπίτια μας έβλεπαν σε ακάλυπτους. Γιατί να διαμαρτυρηθούμε ξαφνικά για την έλλειψη άπλας στον υπουργό. Ούτε χρειαζόταν να πάμε στο σχολείο για να ακούσουμε τις ανοησίες του θεολόγου. Βούιζε ο τόπος από ασυνάρτητη συνωμοσία, πολύ πριν φτάσουμε στην πόρτα του λυκείου μας.

Ήμασταν ήδη μέρος της ελληνικής ζωής του 1990, μας διαμόρφωσε, και γι’ αυτό το φέρνουμε μαζί μας σχεδόν απείραχτο στο 2018. Σχεδόν όλα συμβαίνουν φέτος τον Δεκέμβρη έχουν συμβεί ξανά και ξανά. Συζητήσαμε και φέτος με πάθος για ένα ακόμη κύμα καταλήψεων, αυτή τη φορά με εθνικιστικό χαρακτήρα, και με τον Σαμαρά να ωρύεται, με το ίδιο τροπάριο 40 χρόνια τώρα. Μετά τη Μακεδονία πιάσαμε το αγαπημένο μας άρθρο 16, το «ασφαλές» ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των πανεπιστημίων, χωρίς να μας ενοχλεί η ιδιωτική εκπαίδευση στο λύκειο. Το από καθέδρας ντεκαντάνς εξακολουθεί. Έχουμε πια το youtube για να βλέπουμε στις αίθουσες πανεπιστημιακούς δασκάλους, που λένε πως οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ανθρώπων δε βλάπτουν απλώς τον χριστιανισμό, αλλά αδυνατίζουν εξίσου την πίστη στο έτερο ακαταμάχητο ελληνικό δόγμα: τον μαρξισμό.

Ακόμη και ο λοστός που σκότωνε τον Τεμπονέρα και τερμάτιζε τις καταλήψεις του ’90, σαράντα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβρη του 2018 προβάλλεται ως όργανο συλλογικής εκτόνωσης απέναντι στα αδιέξοδα που δημιουργεί ο τρόπος με τον οποίο ζούμε. Και το πολιτικό τοπίο γύρω μας μοιάζει τόσο πολύ, σχεδόν τρομακτικά με το 1990. Ο Τσίπρας προσπαθεί να μοιάσει στον Ανδρέα, ο υπαρχηγός του Παππάς στον Κουτσόγιωργα. Οι σφαίρες για τον Μπακογιάννη το φθινόπωρο του ’89 έγιναν 10 κιλά βόμβα στους δημοσιογράφους του Σκάι και της Καθημερινής. Δεν υπάρχει πρόοδος, υπάρχει μία παραλλαγή όσων συνέβαιναν και τότε. Δεν είναι ότι το μαθητικό κίνημα απέτυχε. Είναι κάτι ακόμη χειρότερο: πως νομίσαμε ότι υπήρχε. Υπήρχαμε απλώς εμείς και τώρα ήρθαμε στα πράγματα.

Αρχική δημοσίευση: Μικροπράγματα / Lifo

Σχετικά άρθρα

Ποιος τελικά κρατάει το φτυάρι;

Οι νομπελίστες με τα καλάσνικοφ

Οι κλώνοι του Αλέξη Τσίπρα

Θύμιος Τζάλλας