Σουρεαλισμός το χάραμα
Μακρόνησος, ξημέρωμα 6ης Απριλίου 1948. Σε μια απολύτως σουρεαλιστική σκηνή (θα δείτε παρακάτω γιατί) ο καθηγητής Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος οδηγείται βίαια μπροστά στο διοικητή του τάγματος που «υπηρετεί». Είναι ένας αγριάνθρωπος, απότακτος του 1927. «Ή υπογράφεις δήλωση μετάνοιας» του κραυγάζει, «ή πας για λιντσάρισμα».
Δυο λεπτά πριν είχε απειλήσει έναν άλλο εξόριστο, τον Βλασόπουλο, δάσκαλο από τη Ζάκυνθο που στο αλβανικό μέτωπο είχε προαχθεί επ’ ανδραγαθία σε υπολοχαγό. Ένα ήρωα, δηλαδή. Στο «όχι» εκείνου, τον είχαν οδηγήσει κακήν κακώς σε κοντινό σημείο χωρίς οπτική επαφή με τους υπόλοιπους και τον είχαν «εκτελέσει». Όχι στ’ αλήθεια, είχε όμως ακουστεί ριπή πολυβόλου και ο Δεσποτόπουλος με τους άλλους κρατούμενους τον είχαν ξεγράψει.
Είναι σχεδόν νύχτα ακόμα και το στρατόπεδο έχει ξυπνήσει ξαφνικά με σάλπιγγες και τύμπανα, σε ατμόσφαιρα τρόμου. Είναι επίσης η 7η επέτειος της εισβολής των Γερμανών στην Ελλάδα (6 Απριλίου 1941). Μην ξεχνάμε ότι πολλοί από τους δεσμοφύλακες υπηρέτησαν τους Γερμανούς ως τσολιάδες και χίτες, ενώ οι περισσότεροι από τους κρατούμενους βγήκαν στο βουνό να τους πολεμήσουν. Συμβολική η μέρα που διαλέγουν.
Ο ίδιος ο Δεσποτόπουλος τους είχε πολεμήσει ως διοικητής λόχου στο μέτωπο της Μακεδονίας. Ήταν απόφοιτος της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, στην Ερμούπολη. Εκεί τον είχε βρει η 28η Οκτωβρίου 1940, συμμαθητή με τον Γρηγόρη Λαμπράκη και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, διορίστηκε υφηγητής στη Νομική (1943) μετά από πολύ αυστηρή κρίση και δίδαξε Φιλοσοφία του Δικαίου. Απολύθηκε όμως τον Ιούνιο 1947 με απόφαση του υπουργού Παιδείας Αντώνη Παπαδήμου «…δια την εν γένει αντεθνικήν δράσιν του». Τρεις μόλις μέρες μετά συνελήφθη με απόφαση του υπουργού Δημόσιας Τάξης Ναπολέοντα Ζέρβα. Ήταν η αρχή μιας βασανιστικής περιόδου που κράτησε τρεισήμισι χρόνια και τον έστειλε στην Ικαρία, στη Μακρόνησο, στον Άη Στράτη.
Ο συνταγματάρχης και ο Αίας
Πίσω λοιπόν στη Μακρόνησο, στο χάραμα, στο «υπογράφεις ή πας για λιντσάρισμα». Ο Δεσποτόπουλος στέκεται ορθός μπροστά στο διοικητή και αιτιολογεί γιατί δεν θα το κάνει: «Έχω καθήκον να περισώσω την τιμή της ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης αρνήθηκε να υπογράψει κάτι ανάλογο της δήλωσης μετανοίας. Με τον ίδιο τρόπο σε κρίσιμες ώρες συμπεριφέρθηκαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Αλλά παρόμοιο είναι και το μήνυμα της ελληνικής τραγωδίας. Ο Σοφοκλής δια στόματος Αίαντος, θεσμοθετεί: ή ζην καλώς ή τεθνηκέναι τον ευγενή χρη (ο ευγενής άνθρωπος πρέπει ή να ζει ωραία ή να πεθαίνει ωραία)». «Ρε τι ‘ν’ αυτά που μου λες», κραυγάζει έξαλλος ο διοικητής! «Με κοροϊδεύεις; Θα υπογράψεις, ναι ή ου»; «Ου ναι, ναι ου» απαντάει ο Δεσποτόπουλος. Μπρος στον αγριάνθρωπο, στους δεσμοφύλακες, λίγα μέτρα από τον εκτελεσμένο (όπως πιστεύει) σύντροφό του, μες το χάραμα, στα τύμπανα, στον πανικό… Ο διάλογος σε ένα τέτοιο σκηνικό σουρεαλιστικός, το θάρρος του απαράμιλλο.
Τον έσυραν μακρύτερα και τον χτύπησαν με γκλομπ και λοστούς. Λιποθύμησε. Όταν συνήλθε πονούσε παντού αλλά (θαύμα) σπασμένος ήταν μόνο ο αγκώνας του. Ο Δεσποτόπουλος επιβίωσε από τη Μακρόνησο και πέθανε 103 ετών, σίγουρα μεγαλύτερος από τον διοικητή, το επίθετο του οποίου μεγαλόψυχα δεν αποκαλύπτει στα απομνημονεύματά του. Έγινε πρύτανης και υπουργός Εθνικής Παιδείας σε υπηρεσιακές κυβερνήσεις. Ούτε στέλεχος του ΕΑΜ ήταν (λανθασμένες οι αναφορές σε διάφορες σελίδες στο ίντερνετ, τον μπερδεύουν με τον συνονόματο ξάδελφό του) ούτε είχε βγει στο βουνό στην Κατοχή. Το μόνο αμάρτημά του ήταν η ανάδειξή του σε πρόεδρο της Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων, το 1945.
Δήλωση, δεν υπέγραψε ποτέ. Ούτε όταν τον κάλεσε τον Ιανουάριο 1950 (δυο χρόνια αργότερα δηλαδή) ο νέος υποδιοικητής του τάγματος, λοχαγός Δημήτρης Ιωαννίδης, ο επίορκος ταξίαρχος του πραξικοπήματος στην Κύπρο. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει και ο Ιωαννίδης είχε εντολή να του δώσει απολυτήριο. Η απόδειξη παραλαβής όμως περιείχε μια καλυμμένη δήλωση μετανοίας. Ξανά από την αρχή: «Είναι παραδεκτό αυτό για την αξιοπρέπειά μου; Να θεωρηθεί, ότι όσο η κατάσταση ήταν αβέβαιη, αρνούμουν να υπογράψω και τώρα, ύστερα από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου σπεύδω να αποκηρύξω την ηττημένη παράταξη»; «Ε, μείνε το λοιπόν εδώ», του απαντά ο Ιωαννίδης. Κι έμεινε. Μεταφέρθηκε αργότερα στον Άι Στράτη απ’ όπου ελευθερώθηκε το Δεκέμβριο 1950.
Η δικιά μας απάντηση;
Όταν διαβάζω παρόμοιες ιστορίες αναρωτιέμαι τι να ‘χα άραγε απαντήσει εγώ, όρθιος ένα παγωμένο πρωί στη Μακρόνησο. Καμιά φορά νιώθουμε φόβο μπροστά σε ένα άγνωστο σκυλί στην εξοχή. Πόσω μάλλον σε μια αγέλη με στολή, σ’ ένα ερημονήσι.
Από τους 17.000 κρατούμενους στη Μακρόνησο, ο Δεσποτόπουλος θυμίζει (Αναπολήσεις, τ. Β’, εκ. Παπαζήση, 2006) ότι λίγες εκατοντάδες δεν υπέγραψαν δήλωση. Αλλά όσο αυτούς τους θαυμάζω, άλλο τόσο τους άλλους τους καταλαβαίνω. Και όλους όσοι βγήκαν ζωντανοί από τα νύχια βασανιστών, σε νησιά ή φυλακές, εξίσου ήρωες τους θεωρώ.
