Τουλάχιστον 38 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ 57 είναι οι τραυματίες που συνεχίζουν να νοσηλεύονται (έξι σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας), όταν ένα επιβατικό τρένο με 342 επιβάτες και δέκα άτομα προσωπικό συγκρούστηκε με εμπορική αμαξοστοιχία, στην οποία επέβαιναν δύο μηχανοδηγοί, αργά το βράδυ της Τρίτης στην περιοχή των Τεμπών. Τα δύο τρένα βρέθηκαν να κινούνται στην ίδια γραμμή, σε αντίθετη κατεύθυνση, και μάλιστα για αρκετά χιλιόμετρα, χωρίς κανείς να αντιληφθεί το τι επίκειται να συμβεί.
Η Ελλάδα βυθίστηκε στο πένθος, με τις σκέψεις όλων να βρίσκονται στους συγγενείς των θυμάτων, στους αγνοούμενους και στους τραυματίες, ειδικά όσους είναι βαριά. Μαζί με τον πόνο, ξεχειλίζει και η οργή γι’ αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν και δεν έγιναν.
Οι καταγγελίες, που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, είναι συγκλονιστικές. Μέσα από σειρά εγγράφων αποκαλύπτεται ότι όλοι γνώριζαν τα προβλήματα ασφάλειας των τρένων, αλλά δεν έκαναν τίποτε. Και κάπως έτσι, σε μια εποχή που τα πάντα ελέγχονται με το πάτημα ενός κουμπιού και η τηλεματική έχει φτάσει μέχρι και στις στάσεις των αστικών λεωφορείων, τα τρένα βρίσκονται στην εποχή του… καρβουνιάρη.
Το ότι στην τραγωδία των Τεμπών έγινε ένα τραγικό λάθος από έναν σταθμάρχη, που μέχρι πρότινος ήταν αχθοφόρος, είναι γεγονός που δεν αναιρεί τις ευθύνες συνολικά της εταιρείας διαχείρισης και της πολιτείας. Το ζήτημα δεν είναι να επιβληθεί η αυστηρότερη ποινή σε έναν σταθμάρχη, που δε γύρισε το «κλειδί» της γραμμής. Λάθη πάντα θα γίνονται, καθώς είναι στην ανθρώπινη φύση.
Το πρόβλημα είναι ότι υπήρξαν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις σε επενδύσεις που έπρεπε να έχουν γίνει τόσο στο σύστημα ασφάλειας και στη σηματοδότηση όσο και στο σύστημα επικοινωνίας, το οποίο είναι απαρχαιωμένο. Όταν σε άλλες χώρες τα τρένα αναπτύσσουν ταχύτητες ακόμη και πάνω από 600 χιλιόμετρα την ώρα, στην Ελλάδα μιλάμε για κομμένα καλώδια, για κλοπή καλωδίων από Ρομά, για έλλειψη συνεννόησης των σταθμαρχών, για σηματοδότες που υπάρχουν αλλά δε λειτουργούν, για βραχυκυκλώματα που δημιουργούν καθημερινές καθυστερήσεις, για έλλειψη αισθητήρων που θα έπρεπε να έχουν τοποθετηθεί στις γραμμές εδώ και καιρό, για ανύπαρκτο σύστημα τηλεματικής και για μεγάλες ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού.
Και όλα αυτά δεν ήταν απλώς καταγγελίες συνδικαλιστών. Πέραν των εργαζομένων, οι οποίοι, με την πιο πρόσφατη ανακοίνωσή τους πριν από τρεις εβδομάδες, προειδοποιούσαν ότι «όσο δεν παίρνονται μέτρα προστασίας στους εργασιακούς χώρους και για την ασφαλή λειτουργία και κυκλοφορία των τρένων, τα ατυχήματα δεν έχουν τελειωμό» και πως «δεν θα περιμένουμε το δυστύχημα που έρχεται», στις 15 Φεβρουαρίου η ίδια η Κομισιόν έστειλε την Ελλάδα στο Ευρωδικαστήριο.
Ο λόγος ήταν επειδή η χώρα δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου. «Η συγκεκριμένη οδηγία διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη έπρεπε να εξασφαλίσουν τη σύναψη συμβατικής συμφωνίας μεταξύ της εθνικής αρμόδιας αρχής και του διαχειριστή σιδηροδρομικής υποδομής το αργότερο έως τις 16 Ιουνίου 2015 και τη δημοσίευσή της εντός ενός μηνός», επεσήμαινε στην ανακοίνωσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Υπογράμμιζε, μάλιστα, με τον πλέον σαφή και κατηγορηματικό τρόπο πως «η σύναψη και δημοσίευση της εν λόγω συμφωνίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διαφάνεια των επικείμενων έργων στο δίκτυο σιδηροδρομικής υποδομής».
Ακόμη πιο συγκεκριμένα, «η συμφωνία αυτή θα έπρεπε να περιέχει ουσιαστικές διατάξεις, όπως αναφορικά με το ύψος των κονδυλίων που διατίθενται για τις υπηρεσίες υποδομής, καθώς και στόχους επιδόσεων προσανατολισμένους στους χρήστες (για παράδειγμα, ταχύτητα γραμμής, ικανοποίηση πελατών ή προστασία του περιβάλλοντος)».
Ένα λάθος και πολλές παραλείψεις οδήγησαν στην τραγωδία
Ένα ανθρώπινο λάθος, το οποίο θα μπορούσε να είχε άμεσα διορθωθεί, αν υπήρχαν οι στοιχειώδεις δικλείδες ασφαλείας, οδήγησε στο μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα στη χώρα μας και ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη την τελευταία 25ετία.
