Αν και τα στοιχεία για την επισκεψιμότητα των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων στην Ήπειρο είναι στο σύνολό τους θετικά και παρουσιάζεται όχι μόνο ανάκαμψη στα επίπεδα του 2019 (προ πανδημίας), αλλά, ειδικά στις περιπτώσεις των μουσείων, σημαντική αύξηση της επισκεψιμότητας και των εισπράξεων, απαιτούνται ακόμη πολλά βήματα, ώστε το πολιτιστικό προϊόν να λάβει την προσοχή που του αξίζει από τους επισκέπτες.
Αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό των στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την επισκεψιμότητα στα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους για το 2024 και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και από τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ για το 2023, που δημοσιεύθηκαν στις αρχές του έτους.
Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, η Περιφέρεια Ηπείρου υποδέχθηκε το 5% των επισκέψεων, που καταγράφηκαν στις Περιφέρειες της Ελλάδας το 2023, σημειώνοντας αύξηση κατά 66% σε σύγκριση με το 2019 και συγκεκριμένα, υποδέχθηκε 1,7 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες, από ένα εκατομμύριο που ήταν το 2019. Παρόλα αυτά, οι επισκέψεις στα μουσεία για την ίδια χρονιά ανέρχονται περίπου στις 61.000 και για στους αρχαιολογικούς χώρους στις 91.000, ενώ μια μικρή αύξηση υπάρχει στην επισκεψιμότητα του 2024, που διαμορφώνεται στις 85.221 επισκέψεις στα μουσεία και στις 92.600 στους αρχαιολογικούς χώρους.
Αυτό που γίνεται αντιληπτό, επομένως, είναι πως απαιτείται μια στρατηγική προβολής και ανάδειξης των μουσείων της Ηπείρου και των αρχαιολογικών χώρων, που θα προσελκύσει ένα μεγαλύτερο κομμάτι των επισκεπτών, ελλήνων και ξένων, με το πρόγραμμα της Πολιτιστικής Διαδρομής των Αρχαίων Θεάτρων να επιδιώκει να κάνει αυτή τη σύνδεση, έστω και με αργά βήματα. Παράλληλα, βέβαια, εξελίσσονται και τα έργα υποδομών στους αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και μεγάλες παρεμβάσεις, όπως η παράκαμψη της Νικόπολης, που αποτελεί προϋπόθεση για τη σύνταξη του φακέλου ένταξής της στα μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Τα στοιχεία του 2024 για ολόκληρη τη χώρα δείχνουν πως οι επισκέπτες των μουσείων ανήλθαν σε 6.651.800, εκ των οποίων πάνω από 3,2 εκ. αφορούσαν το Μουσείο Ακρόπολης και αντίστοιχα, οι αρχαιολογικοί χώροι συγκέντρωσαν περί τα 14 εκ. επισκέπτες, εκ των οποίων τα 6,2 εκ. στους αρχαιολογικούς χώρους της Αττικής. Σύμφωνα βέβαια με τα στοιχεία του τουρισμού, μόνο οι ξένοι τουρίστες άγγιξαν τα 40 εκ. το 2024, άρα η ενίσχυση της διασύνδεσης του τουρισμού με τον πολιτισμό έχει ακόμη αρκετό δρόμο, ιδιαίτερα σε περιοχές εκτός της Αττικής.
Επιλέγουν τα μουσεία
Από την άλλη πλευρά, τα μουσεία της Ηπείρου, που ήταν και τα πρώτα που πιστοποιήθηκαν με το Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης Μουσείων, παρουσιάζουν σημαντική ενίσχυση της επισκεψιμότητάς τους την τελευταία πενταετία, με χρονιά «αναφοράς» το 2019, πριν δηλαδή ενσκήψει η πανδημία του κορωνοϊου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, όλα τα κρατικά μουσεία της Ηπείρου, δηλ. το Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας και ο Ναός της Παρηγορήτισσας, το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας, το Αρχαιολογικό και το Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Νικόπολης υποδέχθηκαν συνολικά 85.221 επισκέπτες, όταν το 2019 οι επισκέψεις ανήλθαν σε 59.056.
Η «ανάκαμψη» των μουσείων έγινε ήδη από το 2022 και από τότε τα εισιτήρια που «κόβονται», συνεχίζουν να αυξάνονται. Με το Βυζαντινό Μουσείο, λόγω και της «προνομιακής» του θέσης στο Ιτς Καλέ του Κάστρου, να είναι πρώτο σε επισκεψιμότητα (περίπου 38.000 το 2024), αξιοσημείωτη είναι η ενίσχυση της επισκεψιμότητας στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Ιωαννίνων που το 2019 είχε 4.767 επισκέψεις και το 2024, 14.027. Θετικό πρόσημο είχαν βέβαια και τα υπόλοιπα μουσεία, τα οποία εξάλλου τα τελευταία χρόνια συντονίζουν τις δράσεις τους με κοινές δράσεις, εκθέσεις και ανταλλαγές εκθεμάτων.
Στην περίπτωση των αρχαιολογικών χώρων, τα στοιχεία παρουσιάζουν μικρές αυξομειώσεις τις χρονιές 2019, 2023 και 2024, με τις συνολικές επισκέψεις να είναι περίπου κατά 4.000 αυξημένες σε σχέση με το 2019. Ο Αρχαιολογικός χώρος της Δωδώνης βρίσκεται στην «κορυφή» των προτιμήσεων με 44.836 επισκέψεις, ενώ αντίστοιχο αριθμός επισκέψεων είχαν συνολικά ο Αρχαιολογικός χώρος της Νικόπολης, το Νεκρομαντείο του Αχέροντα και η αρχαία Κασσώπη.
Διπλασίασαν τα έσοδά τους
Τα θετικά στοιχεία των επισκέψεων στα μουσεία της Ηπείρου συνοδεύονται φυσικά και από θετικά στοιχεία στις εισπράξεις τους. Το 2019, τα έσοδα των παραπάνω μουσείων ήταν περίπου στις 79.000 ευρώ και το 2024 ανήλθαν σε 153.000 ευρώ περίπου, σχεδόν διπλασιάστηκαν.
Την μερίδα του λέοντος και εδώ κατέχει το Βυζαντινό Μουσείο με εισπράξεις να φτάνουν τις 76.000 ευρώ, ενώ ακολουθεί η Νικόπολη με 39.000 ευρώ, το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων με 17.288 ευρώ και ο Ναός Παρηγορήτισσας με 13.648 ευρώ.
Στους αρχαιολογικούς χώρους φυσικά τα πρωτεία κατέχει η Δωδώνη, με εισπράξεις που φτάνουν τις 121.230 ευρώ το 2024, ενώ ακολουθούν το Νεκρομαντείο Αχέροντα με 81.276 και το αρχαιολογικός χώρος της Νικόπολης με 41.360.
Οι εισπράξεις στα μουσεία το 2024 ανήλθαν στις 153.240 ευρώ και τους αρχαιολογικούς χώρους 253.166 ευρώ, που σημαίνει ότι τα έσοδά τους ξεπέρασαν τις 400.000 ευρώ.
