Με τους δήμους σε οικονομικό «στραγγαλισμό» και σε αναζήτηση νέων πόρων και τον τουρισμό να αντιμετωπίζεται ενιαία από την κυβέρνηση, είτε πρόκειται για δημοφιλείς και κορεσμένους προορισμούς, είτε για λιγότερο ανεπτυγμένους προορισμούς της ορεινής Ελλάδας, η «σύγκρουση» ήταν αναπόφευκτη, πολύ δε περισσότερο όταν τα έσοδα από τα Τέλη που θεσπίζονται κατά καιρούς δεν καταλήγουν σε ενίσχυση των υποδομών, που αποτελεί πάντα το «άλλοθι» πίσω από την επιβολή τους.
Όπως ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός στην ΔΕΘ και εξειδίκευσαν οι συναρμόδιοι Υπουργοί, οριζοντίως σε όλη την Επικράτεια το Τέλος Ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση για τους μήνες Απρίλιο έως Οκτώβριο αυξάνεται από 0, 50 ευρώ έως 5 ευρώ ως εξής: Κατά 0,50 ευρώ για τα ξενοδοχεία 1 έως 2 αστέρων και για ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια και διαμορφώνεται στα 2 ευρώ από 1,5 ευρώ, κατά 2 ευρώ στα ξενοδοχεία 3 αστέρων και διαμορφώνονται στα 5 ευρώ από τα 3 ευρώ, κατά 3 ευρώ στα ξενοδοχεία 4 αστέρων και διαμορφώνεται στα 10 ευρώ από 7 ευρώ και κατά 5 ευρώ στα ξενοδοχεία 5 αστέρων και τις βίλες και διαμορφώνεται στα 15 ευρώ από 10 ευρώ.
Υπενθυμίζεται πως το Τέλος Ανθεκτικότητας εφαρμόζεται ανά διανυκτέρευση, που σημαίνει πως ένας επισκέπτης που θα διανυκτερεύσει π.χ. στα Γιάννενα για δύο νύχτες, σε ξενοδοχείο 3 ή 4 αστέρων, που αποτελούν και την πλειοψηφία, θα καταβάλει από 10 έως 20 ευρώ. Μάλιστα, οι αυξήσεις αυτές που θα εφαρμοστούν από την άνοιξη, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και στους τουριστικούς πράκτορες, που έχουν ήδη κλείσει τα τουριστικά πακέτα της επόμενης σεζόν, χωρίς να υπολογίζουν την μεγάλη επιβάρυνση.
«Μετά την αιφνιδιαστική κίνηση του Πρωθυπουργού στην περσινή ΔΕΘ για υπερδιπλασιασμό του Φόρου Διαμονής στα ξενοδοχεία (που βαφτίστηκε Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση), η κυβέρνηση δυστυχώς προχώρησε και σε νέα υπέρογκη αύξηση του συγκεκριμένου τέλους, η οποία ξεπερνάει ακόμα και το 50% σε κάποιες περιπτώσεις. Σωρευτικά η αύξηση μέσα σε ένα μόλις χρόνο έχει ξεπεράσει το 200% και πλησιάζει το 300%!», αναφέρει η Ένωση Ξενοδόχων του νομού Ιωαννίνων, σε επιστολή που κοινοποίησε στους Δημάρχους και βουλευτές του νομού, στα κόμματα του Ελληνικού Κοινοβουλίου αλλά και στον Ευρωπαίο Επίτροπο Μεταφορών και τουρισμού.
«Αγνοώντας ότι υπάρχουν και προορισμοί που έχουν υποστεί μεγάλη ζημιά από τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, από το κύμα ακρίβειας που πλήττει τους Έλληνες αλλά και αρκετούς Ευρωπαίους πολίτες, νομίζοντας προφανώς ότι όλες οι περιοχές της χώρας έχουν γίνει “Βενετία», καταβαραθρώνοντας την όποια ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, ενώ παράλληλα εντείνεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός από πληθώρα άλλα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης και εκεί αντίστοιχα δυστυχώς παίρνονται ημίμετρα. Ενώ προσπαθούμε ακόμα να αποσβέσουμε συσσωρευμένες ζημιές από την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, από την υγειονομική κρίση, από την ενεργειακή κρίση και προσπαθώντας να ανταπεξέλθουμε στην συνεχή αύξηση των πρώτων υλών που πλήττει τις επιχειρήσεις μας. Εκτός κι αν ο στόχος είναι να κλείσουν τα ξενοδοχεία της Επικράτειας, να πουληθούν σε πολύ χαμηλές τιμές και να αφελληνιστούν και να μισθωθούν σε Εταιρείες Διαχείρισης με εξευτελιστικά μισθώματα. Δεν είναι κάτι που θα γίνει στο μέλλον, είναι κάτι που ήδη συμβαίνει…», σημειώνει χαρακτηριστικά η Ένωση ξενοδόχων.
«Ή μαζί ή ο καθένας τον δρόμο του»
Κάνοντας λόγο για «πόλεμο» που δέχονται εδώ και έναν χρόνο, οι ξενοδόχοι των Ιωαννίνων εκφράζουν την άρνησή τους στο εξής να συναντηθούν με «Υπουργό, Υφυπουργό ή Γενικό Γραμματέα του αρμόδιου Υπουργείου Τουρισμού», αφού «έτσι κι αλλιώς δεν γίνεται καμία διαβούλευση και απλά μας ανακοινώνονται νέα χαράτσια, ενώ στις όποιες προσκλήσεις ή εκκλήσεις μέχρι σήμερα για κάποια συνάντηση γιατί ο τουρισμός τουλάχιστον στην περιοχή μας δεν πηγαίνει καλά, δεν λάβαμε ποτέ καμία απάντηση, ούτε έστω ένα τυπικό ευχαριστήριο μήνυμα».
Ωστόσο, δεν μένουν εκτός του κάδρου των ευθυνών και οι Δήμοι, με αφορμή την δεύτερη επιβάρυνση του κλάδου, το Τέλος Παρεπιδημούντων. Το Τέλος αυτό ανέρχονταν στο 2% επί του τζίρου των επιχειρήσεων μέχρι το 2008, οπότε μειώθηκε στο 0,5%. Η κυβέρνηση ανακοίνωση την αύξηση του στο 0,75%, δεχόμενη βέβαια την κριτική και από τους Δήμους, που ζητούσαν να επανέρθει στο 2% αλλά και από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, οι οποίες ζητούν το Τέλος αυτό να μετονομαστεί σε Δημοτικό Τέλος, όπως ισχύει στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού, ανταγωνίστριες και μη, και να αποδίδεται στους Δήμους ανταποδοτικά ώστε να κατευθύνεται σε στοχευμένα έργα τουριστικής υποδομής.
Το αίτημα για την επαναφορά του Τέλους στο 2% υπήρξε από τους αιρετούς της Ηπείρου, με την Ένωση Ξενοδόχων να τους καλεί να ζητήσουν από τα αρμόδια Υπουργεία και την επαναφορά του Τέλους Ανθεκτικότητας στα επίπεδα προ του 2024. «Αν τα έσοδα από τα ξενοδοχεία δεν επαρκούν, να ζητήσουν αντίστοιχα Τέλη με τα ξενοδοχεία να πληρώνουν και όλα τα υπόλοιπα καταλύματα, χωρίς περιορισμούς και εξαιρέσεις και παράλληλα να κατηγοριοποιηθούν όλα τα καταλύματα με τις αντίστοιχες κατηγορίες των ξενοδοχείων. Είναι επιτακτική ανάγκη η παρέμβαση των Δήμων για την ελάφρυνση των Βαρών που πλήττουν τα ξενοδοχεία, καθώς μόλις τον τελευταίο χρόνο βιώσαμε και από την πλευρά τους μία ακόμα υπέρογκη αύξηση των Δημοτικών Τελών, ενώ παράλληλα πληρώνουμε το νερό ακριβότερα ακόμα και από το ρεύμα κι ενώ διαβάζουμε ότι επίκεινται και νέες αυξήσεις στο νερό, καθιστώντας το είδος “πολυτελείας”. Σε αυτό τον πόλεμο που δεχόμαστε εδώ και ένα χρόνο, ή θα είμαστε μαζί με τους Δήμους και θα στηρίξουν έμπρακτα τα δίκαια αιτήματα μας, ή θα τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του. Και στο τέλος θα μείνουνε οι Δήμαρχοι μόνοι τους, καθώς σε πολλούς Δήμους ήδη οι μόνες επιχειρήσεις που υφίστανται και δίνουν κάποια ζωή σε ερειπωμένα χωριά και κωμοπόλεις, είναι οι μικρές οικογενειακές ξενοδοχειακές μονάδες», τονίζει η Ένωση Ξενοδόχων, ζητώντας και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης να πάρουν ξεκάθαρη θέση για την υπερφορολόγηση των ξενοδοχείων. «Χωρίς ευχολόγια και ασάφειες, αλλά με ξεκάθαρες προτάσεις. Όλοι πλέον κρίνονται και αξιολογούνται από την στάση τους», καταλήγει.
