Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτής της υπόθεσης προκύπτει από τον εντοπισμό των κλεμμένων εικόνων των Ιωαννίνων στις αγορές του εξωτερικού, από φημισμένες γκαλερί και οίκους δημοπρασιών της Αγγλίας, της Γερμανίας και της Ολλανδίας μέχρι μουσείο της Ρωσίας.
Είναι ενδεικτικό πως «κλειδί» για να αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι ήταν η ιδέα του νομάρχη τότε Ιωαννίνων Αλέξανδρου Καχριμάνη να αναρτήσει στο διαδίκτυο τις φωτογραφίες των κλεμμένων εικόνων και να συγκριθούν με αντικείμενα που εκτίθενται – δημόσια- στα φυλλάδια και τις ιστοσελίδες των γκαλερί και των οίκων δημοπρασιών.
Μια διαδικασία που ενδεχομένως αυτοματοποιημένα σχεδόν θα έπρεπε να γίνεται από την πολιτεία, να υπάρχει δηλαδή ένας τακτικός έλεγχος, προκειμένου να εντοπίζονται προστατευόμενα κινητά μνημεία που πωλούνται στο εξωτερικό, χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, ένα φαινόμενο βέβαια παγκόσμιο, που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Με βάση τα όσα μέχρι σήμερα προκύπτουν από την ακροαματική διαδικασία, ο επαναπατρισμός δεκάδων εικόνων οφείλεται στην επιμονή ανθρώπων όπως ο περιφερειάρχης ή στελεχών του υπουργείου Πολιτισμού, που προέβησαν στη διαδικασία της ταυτοποίησης, και εντός της αιθούσης βρίσκονται αντιμέτωποι με την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, ακόμη και για λόγους αδυναμιών της διοίκησης.
Αυτό για παράδειγμα είναι ξεκάθαρο στην περίπτωση εικόνας που έχει ταυτοποιηθεί ως κλεμμένη από την εκκλησία του Κουκουλίου, με τον κατηγορούμενο ωστόσο να έχει στα χέρια του βεβαίωση κυριότητας, η οποία δόθηκε από διεύθυνση του υπουργείου, που όμως τότε δεν είχε αρχείο ώστε να ελέγξει αν πρόκειται για κλεμμένη εικόνα.Βέβαια, μετά από αυτή την υπόθεση, από το 2008, αυτή η υπηρεσία συνδέεται με το αρχείο που υπάρχει και έτσι γίνεται διασταύρωση, πριν δοθούν οι σχετικές άδειες κυριότητας.
Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη υπόθεση, όπως αποτέλεσε την αρχή για τον επαναπατρισμό δεκάδων εικόνων, όχι μόνο στην Ήπειρο, αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας, ακόμη και στην Κύπρο, θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει την αρχή για μια πιο δυναμική διεκδίκηση της πολιτιστικής κληρονομιάς που βρίσκεται στις αγορές του εξωτερικού και με διάφορες μεθόδους «ξεφεύγει» των αρχών.
«Δε θέλω να “πάρω κεφάλια”»
Όπως ανέφερε ο κ. Καχριμάνης και στην κατάθεση του, μετά τη δημοσιοποίηση των κλεμμένων εικόνων, πέρα από τον τερματισμό των κλοπών με αυτά τα χαρακτηριστικά στις εκκλησίες της Μητρόπολης Ιωαννίνων, σταμάτησε και η «παρουσία» των εικόνων στους οίκους του εξωτερικού.
«Εμένα μου φτάνει ότι σταμάτησαν οι κλοπές, δε θέλω να “πάρω κεφάλια”, αλλά σε μια πορεία, απ’ όταν τυχαία ζήτησα να αναρτήσουμε τις φωτογραφίες, έχουμε φέρει πίσω 80 περίπου εικόνες και πλέον στο εξωτερικό έχουν περιορίσει τη δράση τους τα κυκλώματα, που πωλούσαν τις εικόνες παντού. Βέβαια, θα περιμένουμε την απόφαση του δικαστηρίου», σημείωσε ο κ. Καχριμάνης σε δηλώσεις του μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσής του.
Ερωτηθείς αν θα ήθελε μια μεγαλύτερη υποστήριξη από την πλευρά της πολιτείας για την υπόθεση αυτή που αποτελεί μέρος ενός ζητήματος, το οποίο αφορά όχι μόνο τη χώρα μας αλλά φορείς και αρχές ξένων χωρών, ο κ. Καχριμάνης σημείωσε: «Μπορώ να σας πω ότι σε όλα τα πράγματα πρέπει να είμαστε πιο διεκδικητικοί από την πλευρά του κράτους παγκοσμίως, γιατί κάπως έτσι έχουν φτάσει δικά μας πράγματα – κάπως έτσι έγιναν και τα ελγίνεια- σε χίλια δυο σημεία».
Πάντως, αναμένονται και άλλοι επαναπατρισμοί εικόνων, καθώς, όπως είχε αναφέρει και ο μητροπολίτης Μάξιμος, βρίσκονται σε οίκο δημοπρασιών της Ολλανδίας, η διεύθυνση του οποίου προτίθεται να τις παραδώσει.
Όμως ζητούμενο είναι μέσα από ποια διαδικασία θα γίνει κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, θα πρέπει να γίνει μέσω των αρχών και να υπάρξει νομική κίνηση κατά του οίκου, χωρίς να διευκρινίζεται μέχρι στιγμής ποιος πρέπει να κινηθεί νομικά.
Ως προς την ακροαματική διαδικασία, περιλάμβανε εκτός από την εξέταση του κ. Καχριμάνη από την πλευρά των συνηγόρων υπεράσπισης, την κατάθεση αρχαιολόγου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων, η οποία συμμετείχε στη διαδικασία της ταυτοποίησης των εικόνων.
Και αυτή, όπως και ο συνάδελφός της από την διεύθυνση Τεκμηρίωσης του ΥΠΠΟ, επέμειναν πως δεν υπάρχει αμφιβολία στην ταυτοποίηση των εικόνων που επαναπατρίσθηκαν, όπως εξάλλου αποδεικνύει και το γεγονός ότι παραδόθηκαν από τις ξένες αρχές, παρά τις προσπάθειες της υπεράσπισης είτε να αμφισβητηθεί η επιστημονική γνώση είτε να προκληθούν αντιφάσεις αντιπαραβάλλοντας τις δύο καταθέσεις.
