Η επιστολή, με ημερομηνία αποστολής την 29η Ιουλίου, δημοσιεύτηκε στο φύλλο της εφημερίδας της Πέμπτης 11/23 Αυγούστου 1883. Ο συντάκτης ξεκινά από την αυξημένη ζέστη και τα «ατμοσφαιρικά μιάσματα», που, όπως γράφει, απειλούσαν τη δημόσια υγεία, ενώ αναφέρεται και στις ειδήσεις για τη χολέρα στην Αίγυπτο.
Στη συνέχεια καλεί τη δημοτική αρχή και τις υγειονομικές υπηρεσίες να μεριμνήσουν για την καθαριότητα των σπιτιών και των δρόμων. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην εκκένωση των αποπάτων, καταγγέλλοντας ότι σε ορισμένες συνοικίες γινόταν στον δρόμο, ακόμη και μέσα στο μεσημέρι. Περιγράφει, επίσης, πτώματα ζώων που παρέμεναν στους υπονόμους της αγοράς.
Η επιστολή αναφέρεται ακόμη στα φαγητά που έμεναν όλη την ημέρα στα χάλκινα μαγειρικά σκεύη των ξενοδοχείων, για τα οποία ο συντάκτης ζητά υγειονομική επαγρύπνηση. Τέλος, ζητά να απαγορευτεί η σφαγή ζώων μέσα στα κρεοπωλεία ή στις αυλές τους, καθώς η δυσοσμία έκανε τους δρόμους απροσπέλαστους.
Τα «ατμοσφαιρικά μιάσματα» του κειμένου δεν ταυτίζονται με τη σημερινή ατμοσφαιρική ρύπανση. Η επιστολή καταγράφει προβλήματα καθαριότητας και δημόσιας υγιεινής, με τους όρους και τις αντιλήψεις της εποχής. Αποτελεί, ωστόσο, μια χαρακτηριστική μαρτυρία για την καθημερινότητα στα Ιωάννινα πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.
Το απόκομμα του 1883 περιγράφει κινδύνους ορατούς και άμεσα αισθητούς: ακαθαρσίες στους δρόμους, νεκρά ζώα, δυσοσμία, φόβο επιδημίας. Η σημερινή ατμοσφαιρική ρύπανση δεν έχει πάντα τόσο εμφανή σημάδια. Μπορεί να δρα αθόρυβα και σε βάθος χρόνου, ενώ οι συνέπειές της για τη δημόσια υγεία να είναι πολύ μεγαλύτερες από όσο δείχνει η εικόνα της στιγμής. Δεν είναι τα ίδια προβλήματα ούτε συγκρίνονται οι εποχές. Η ιστορική επιστολή θυμίζει, όμως, πως ο κίνδυνος δεν χρειάζεται να φαίνεται για να είναι σοβαρός. Και σήμερα γνωρίζουμε αρκετά ώστε να μην περιμένουμε να φανούν οι συνέπειες για να κινητοποιηθούμε.
