papagiannhs mwlos
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Το κάλλος θα σώσει τον κόσμο

Με αφετηρία το γλυπτό «Ζεύγος» του διακεκριμένου Ηπειρώτη γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη, στην παραλίμνια οδό Διονυσίου Φιλοσόφου, ο Αναστάσης Παναγιωταρόπουλος στοχάζεται πάνω στην τέχνη, την αισθητική παιδεία, την ιστορική μνήμη και την ανθρώπινη ελευθερία.

Η τέχνη πάντοτε μιλάει σε εκείνους που είναι έτοιμοι να τη δεχτούν και, αντίστοιχα, ομολογεί την αλήθεια της σε όσους βρίσκονται σε πνευματική εγρήγορση, ώστε να νιώσουν τη φιλοσοφική πρόκλησή της. Γιατί, αν δεν διεγείρει στην ψυχή μας φιλοσοφικά συναισθήματα, τότε δεν έχει λόγο ύπαρξης και καλό θα ήταν να γυρίζουμε την πλάτη μας σε όλα εκείνα τα έργα που φέρουν ψευδώς τον τίτλο της τέχνης και δεν επιτελούν την αυθεντική λειτουργία κάθε υψηλής τέχνης.

Η ιστορία των αριστουργημάτων της τέχνης μάς διδάσκει το μέτρο του γούστου και μας εξοπλίζει με τα κατάλληλα αισθητικά κριτήρια, ώστε να είμαστε ικανοί να θαυμάζουμε καθετί που ανήκει στην κατηγορία του Υψηλού στη ζωή μας.

Κάθε έργο τέχνης παραμένει στην αχλή ενός μυστηρίου μέχρι τη στιγμή που ένα κριτικό βλέμμα το προσλαμβάνει με τους όρους της καλλιτεχνικής αλήθειας, την οποία αξιώνεται ως τέλειο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Η στιγμή, λοιπόν, της αισθητικής αποκάλυψης στο πνεύμα ή στη συνείδηση του θεατή ενός δημόσιου γλυπτού σημαίνει ότι η τέχνη είναι μια δημιουργία που εκπλήρωσε τους κύριους σκοπούς της: να συγκινήσει και να προβληματίσει.

Όταν χρησιμοποιούμε την έννοια της δημιουργίας, θέλουμε να πούμε κυριολεκτικά ότι πρόκειται για μια καλλιτεχνική εργασία που απευθύνεται στον δήμο, στην κοινότητα, η οποία με τη σειρά της σημαίνει την κοινή οντότητα. Άρα, ένα έργο τέχνης είναι ένα ποιητικό δημιούργημα, φιλοτεχνημένο από τα χέρια ενός ανθρώπου που πιστεύει στην ακαταμάχητη δύναμη της τέχνης να μεταδίδει φιλοσοφικά μηνύματα.

Η κοινωνία και η πολιτεία συγκροτούν ένα σώμα με κοινά σημεία αναφοράς: αυτά είναι τα αρχέτυπά τους. Σε αυτά ομονοούν και πάνω τους οργανώνουν τον δημόσιο βίο τους. Αν ο θαυμασμός και η απόλαυση ενός έργου τέχνης δεν γίνονται αφορμή για έναν βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στα θεμελιώδη υπαρξιακά προβλήματά μας, τότε το έργο τέχνης και, συγκεκριμένα, το γλυπτό έχει αποτύχει στην επίτευξη του σκοπού του.

Μόνο όταν ένα έργο τέχνης γίνεται η αναγκαία συνθήκη που επιτρέπει στον κριτικό λόγο ενός στοχαστικού βλέμματος να αναδυθεί και να δράσει δυναμικά στο προσκήνιο της αισθητικής του πρόσληψης, φανερώνεται η διάσταση του φιλοσοφικού βλέμματος που κάθε υποψιασμένος θεατής διαθέτει, στον βαθμό που διακρίνεται για την αισθητική παιδεία του.

Η αισθητική καλλιέργεια είναι η μοναδική διέξοδος του ανθρώπου με την εκλεπτυσμένη φαντασία. Άλλος τρόπος για να αισθανθούμε τη φύση του έργου δεν υπάρχει και, χωρίς αυτήν, γίνεται αδύνατο να εκτιμήσουμε ένα καλλιτεχνικό έργο υψηλής αισθητικής αξίας. Το έργο τέχνης τότε μοιάζει με ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του.

Όμως, αν μας ενδιαφέρει η αλήθεια που κουβαλά η καλή, φιλοσοφημένη τέχνη, τότε πρέπει να συμβαίνει το αντίθετο: να μας επιτρέπει να στοχαστούμε πάνω στον εαυτό μας και στη σχέση μας με τους άλλους.

Έτσι, το καλλιτεχνικό έργο και, στην προκειμένη περίπτωση, το γλυπτό με το όνομα «Ζεύγος» του διακεκριμένου Ηπειρώτη γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη έγινε πολλές φορές μια καλή αφορμή για να φιλοσοφήσω πάνω στον καίριο ρόλο της γλυπτικής ως μιας πανάρχαιας καλής τέχνης, η οποία ανέκαθεν διακοσμούσε τους δημόσιους χώρους, γονιμοποιώντας φιλοσοφικούς προβληματισμούς στον νου κάθε καλαίσθητου και καλλιεργημένου πεζοπόρου πολίτη που παραμένει ανοιχτός στα ερωτήματα.

Το συγκεκριμένο γλυπτό με παρακίνησε να αναστοχαστώ τη θέση μου ως πολίτη στην πόλη των Ιωαννίνων.

Όπως κάθε αξιόλογο γλυπτό, τη στιγμή που το θαυμάζω με ωθεί να αισθάνομαι βαθιά στην ψυχή μου το μυστήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας και να παραμένω ανοιχτός σε μια άλλη όψη της πραγματικότητας, την οποία με προσκαλεί να βιώσω.

Προβληματίζομαι, δηλαδή, επιφορτισμένος με μια ιδιαίτερη αίσθηση ζωής, με ένα υπαρξιακό ρίγος που συγκλονίζει ολόκληρη την κοινωνική ύπαρξή μου, δίνοντάς της μια άλλη αισθητική διάσταση, εκείνη που θα μπορούσε να είναι πραγματικά: ελεύθερη.

Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα κύμα ενέργειας με κατέκλυσε. Ήταν εκείνο που προκλήθηκε από την αλληλεπίδρασή μου με το ίδιο το έργο τέχνης και, σε μια στιγμή έκστασης της αισθητικής μου συνείδησης, αισθάνθηκα κυριευμένος από τις δικές του ξεχωριστές δυνάμεις. Αυτές κατοικούν εντός του ως δυνάμεις αντίστασης στις φθοροποιούς δυνάμεις τόσο της δικής μας φύσης όσο και, γενικότερα, του περιβάλλοντος κόσμου μας.

Αυτό που έχει σημασία είναι να είμαστε προετοιμασμένοι για την πνευματική πρόκληση του αισθητικού βιώματος, να έχουμε εκπαιδεύσει την αισθητική μας αντίληψη και να έχουμε ακονίσει τα αισθητήριά μας, ώστε να διαθέτουμε εκλεπτυσμένο γούστο.

Το συγκεκριμένο γλυπτό, στην παραλίμνια οδό Διονυσίου Φιλοσόφου, έχει χαραχθεί στην πολυετή φοιτητική μου μνήμη ως μια πυξίδα υπαρξιακής αναζήτησης μέσα στους χαλεπούς καιρούς της οικονομικής κρίσης. Χάριζε έτσι μια νότα καλλιτεχνικής αισιοδοξίας μέσα στο μουντό κλίμα της κοινωνικής αναστάτωσης.

Κατά ομολογία του ίδιου του γλύπτη, το «Ζεύγος» εμπνέεται από ένα ιστορικό γεγονός και, από καθαρά καλλιτεχνική οπτική, από τα κυκλαδικά ειδώλια και τις επιμήκεις μορφές στους πίνακες του Κρητικού ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Ουσιαστικά, αναπαριστά την αρχετυπική σχέση της κοινωνίας ως δομικής δυάδας και, κοιτάζοντας προς το Κάστρο, αποτίει φόρο τιμής σε όλους εκείνους που μαρτύρησαν φυλακισμένοι, χωρίς ποτέ να τους δοθεί το δικαίωμα να απολογηθούν. Έτσι, γίνεται ένα αρχέγονο σύμβολο της αγάπης και της παντοτινής ενότητας, που τρέφει τις ψυχές των ανθρώπων οι οποίοι διψούν για ελευθερία. Λειτουργεί, λοιπόν, ως φάρμακο για την τραυματισμένη ιστορική μνήμη.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η τέχνη μπορεί να μας απελευθερώσει από τα δεσμά μας και να μας βοηθήσει να πραγματώσουμε το αίτημα της ελευθερίας, το οποίο κάθε ευσυνείδητος, καλλιεργημένος, αξιοπρεπής, φιλοσοφημένος και ανήσυχος άνθρωπος επιθυμεί διακαώς να βιώσει.

Η ομορφιά, λοιπόν, δεν είναι ιδιότητα ενός αντικειμένου, αλλά βρίσκεται στα μάτια εκείνου που τη βλέπει – και λίγοι σε αυτή τη ζωή έχουν το χάρισμα να τη διακρίνουν.

Όπως έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, «το κάλλος θα σώσει τον κόσμο».

Σχετικά άρθρα

Μαθήτριες χορεύουν μπροστά από το κτίριο της 8ης Μεραρχίας

Λουκία Τζάλλα

Η Ελένη Δήμου στον Πολυχώρο Αγορά με «Έναν δρόμο τραγούδια»

Ηπειρωτικός Αγών

Οι Snake Eyes από το Brighton στο Studio203

Ηπειρωτικός Αγών