mouseio ekpaidefsh kai koinwnia
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψειςΒιβλίο

Μουσεία: Αποθήκες αντικειμένων ή «δοχεία ζωής» ανοιχτά σε όλους;

Με αφορμή το βιβλίο του Στάθη Γκότση «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία», η αρχαιολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων Ελένη Δ. Βασιλείου αναδεικνύει τον ρόλο του μουσείου ως χώρου γνώσης, διαλόγου και συμμετοχής. Στο κείμενό της εξετάζει τη σημασία της μουσειακής εκπαίδευσης και τη σχέση των μουσείων με την κοινωνία.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύει το βιβλίο του Στάθη Γκότση «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ο ίδιος ο ορισμός του μουσείου και ο ρόλος του στη σύγχρονη κοινωνία. Είναι το μουσείο ένας χώρος φύλαξης αντικειμένων και διατήρησης της μνήμης ή ένας ζωντανός οργανισμός που παράγει εμπειρίες, γνώση, διάλογο και συμμετοχή; Μπορεί να ιδωθεί ως ένα «δοχείο ζωής», όπως χαρακτήριζε ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης τα κτίρια;

Για πολλά χρόνια, και δικαιολογημένα σε μεγάλο βαθμό, το μουσείο θεωρήθηκε η φυσική κατάληξη της αρχαιολογικής έρευνας. Η ανασκαφή αποκαλύπτει τα ευρήματα, οι αρχαιολόγοι τα τεκμηριώνουν, οι συντηρητές τα διασώζουν και η μουσειακή έκθεση τα παρουσιάζει στο κοινό. Η διαδικασία μοιάζει να ολοκληρώνεται τη στιγμή που το αντικείμενο τοποθετείται στην προθήκη του. Ωστόσο, η ουσιαστική αποστολή του μουσείου αρχίζει ακριβώς από εκείνο το σημείο. Το μουσείο αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν οικοδομεί μια σχέση με την κοινωνία, όταν μετατρέπει τα αντικείμενα από σιωπηλούς μάρτυρες του παρελθόντος σε αφορμές επικοινωνίας, σκέψης και συμμετοχής.

Το βιβλίο του Στάθη Γκότση μάς καλεί να επανεξετάσουμε τη σχέση μουσείου και κοινωνίας σε μια εποχή κατά την οποία μεταβάλλονται ραγδαία οι τρόποι μάθησης, η πρόσβαση στη γνώση και οι πολιτισμικές ταυτότητες. Κυρίως, όμως, μας υπενθυμίζει ότι το μουσείο δεν αποτελεί αυτονόητα έναν οικείο χώρο για όλους. Υπάρχουν επισκέπτες που το αντιλαμβάνονται ως χώρο ειδικών, ως χώρο που προϋποθέτει γνώσεις και πολιτισμικά εφόδια για να γίνει κατανοητός. Απέναντι σε αυτή την αντίληψη, το βιβλίο υπερασπίζεται την ιδέα του μουσείου ως δημόσιου και ανοιχτού αγαθού. Ενός χώρου που ανήκει εξίσου στο παιδί που το επισκέπτεται για πρώτη φορά, στον ηλικιωμένο που αναζητά μνήμες, στην οικογένεια μεταναστών που επιδιώκει να συνδεθεί με τον τόπο όπου ζει, καθώς και σε κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από το μορφωτικό ή κοινωνικό του υπόβαθρο. Πρόκειται για μια βαθιά δημοκρατική και ταυτόχρονα ηθική προσέγγιση του πολιτισμού.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επαναπροσδιορίζεται και ο ρόλος του αρχαιολόγου. Ο σύγχρονος αρχαιολόγος δεν περιορίζεται στην ερμηνεία του παρελθόντος εντός των ορίων της επιστημονικής κοινότητας. Οφείλει παράλληλα να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στην έρευνα και την κοινωνία, καθιστώντας τη γνώση προσβάσιμη και κατανοητή. Η αρχαιολογία δεν είναι πρωτίστως η μελέτη αντικειμένων αλλά η μελέτη ανθρώπων: ανθρώπων που αγάπησαν, εργάστηκαν, μετακινήθηκαν, δημιούργησαν, πίστεψαν και ονειρεύτηκαν. Όταν οι ανθρώπινες ιστορίες αποσπώνται από τα υλικά κατάλοιπα που τις μαρτυρούν, τότε το μουσείο κινδυνεύει να χάσει τη ζωντάνια του.

Μια ακόμη σημαντική διάσταση που αναδεικνύεται στο βιβλίο είναι ο ρόλος του μουσείου ως χώρου κοινωνικής συνοχής. Σε μια εποχή κοινωνικών εντάσεων, πολώσεων και αποσπασματικής πληροφόρησης, τα μουσεία μπορούν να λειτουργήσουν ως τόποι συνάντησης, διαλόγου και αμοιβαίας κατανόησης. Για τον λόγο αυτό το βιβλίο δεν αφορά αποκλειστικά τους επαγγελματίες των μουσείων, αλλά όλους όσοι ενδιαφέρονται για τον τρόπο με τον οποίο οικοδομείται η συλλογική μνήμη και διαμορφώνεται η πολιτισμική συνείδηση μιας κοινωνίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον εκπαιδευτικό ρόλο του μουσείου. Μέσα από την παρουσίαση πολυάριθμων δράσεων για Ρομά, άτομα με αναπηρία, παραβατικούς νέους και ψυχικά ασθενείς, ο συγγραφέας αναδεικνύει τη δυναμική του μουσείου ως μη τυπικού χώρου μάθησης. Στο μουσείο η γνώση δεν μεταδίδεται μονοδιάστατα· καλλιεργείται μέσα από τη βιωματική εμπειρία, την παρατήρηση, τον προβληματισμό και τον διάλογο. Το μουσείο δεν αποτελεί απλώς προέκταση της σχολικής τάξης ούτε χώρο περιστασιακής επίσκεψης. Μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο καλλιέργειας της κριτικής σκέψης, της ενσυναίσθησης και της βαθύτερης κατανόησης του ανθρώπου.

Ωστόσο, η συζήτηση για τον εκπαιδευτικό ρόλο των μουσείων στην Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει και τις διαχρονικές αδυναμίες του συστήματος. Παρά το σημαντικό έργο που επιτελείται χάρη στην αφοσίωση αρχαιολόγων, μουσειοπαιδαγωγών, εκπαιδευτικών και επιμελητών, εξακολουθεί να απουσιάζει μια σταθερή, συνεκτική και θεσμοθετημένη μουσειακή πολιτική, ιδιαίτερα ως προς την εκπαίδευση και τη σύνδεση των μουσείων με την κοινωνία. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικές δράσεις εξαρτώνται από προσωπικές πρωτοβουλίες ή από αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις, ενώ αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες δραστηριότητες και όχι ως βασική αποστολή των μουσείων.

Αν όμως αποδεχθούμε ότι το μουσείο αποτελεί ταυτόχρονα πολιτιστικό, κοινωνικό και παιδαγωγικό θεσμό, τότε η εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πάρεργο. Η καθολική θεσμοθέτηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε όλα τα μουσεία της χώρας συνιστά αναγκαιότητα και όχι πολυτέλεια. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία το μαθητικό κοινό αντιστοιχεί σε ποσοστό που υπερβαίνει το 40% των επισκεπτών κατά ορισμένες περιόδους του έτους (Απρίλιος-Μάρτιος και Οκτώβριος), καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι η εκπαίδευση βρίσκεται ήδη στον πυρήνα της λειτουργίας των μουσείων και οφείλει να αναγνωριστεί θεσμικά ως τέτοια.

Παράλληλα, χωρίς ουσιαστικές στρατηγικές επικοινωνίας και ανάπτυξης κοινού, ακόμη και τα σημαντικότερα μουσεία κινδυνεύουν να παραμείνουν κοινωνικά «σιωπηλά»· παρόντα ως φορείς πολιτισμού, αλλά απόντα από τον δημόσιο διάλογο και την καθημερινότητα των πολιτών. Η ενίσχυση της σχέσης μουσείου και κοινωνίας προϋποθέτει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, σταθερές συνεργασίες και έναν σαφή προσανατολισμό προς τη συμμετοχή των πολιτών.

Το βιβλίο του Στάθη Γκότση συμβάλλει ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση. Μας καλεί να εγκαταλείψουμε την αντίληψη του μουσείου ως ενός αυτάρεσκου θεσμού που περιορίζεται στη φύλαξη αντικειμένων και να το ξανασκεφτούμε ως μια ζωντανή σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στη γνώση και την κοινωνία, ανάμεσα στους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Με αυτή την έννοια, το μουσείο δεν είναι μια αποθήκη μνήμης, αλλά ένα ανοιχτό δοχείο ζωής.

Ελένη Δ. Βασιλείου
Αρχαιολόγος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων

Σχετικά άρθρα

Εγώ και η πολιτεία

Δημήτρης Σιδερής

Πρωινές στάλες, χρυσάνθεμα και ΟΧΙ: Ιδέες και προτάσεις

Λουκία Τζάλλα

Πολιτιστική εκδήλωση με κοινότητες της Νοτιοανατολικής Ασίας εξετάζει ο Δήμος Ιωαννιτών

Ηπειρωτικός Αγών