Οι εν Ιωαννίνοις αναγνώστες του Η.Α. γνωρίζουν τους δεσμούς και την αγάπη που με συνδέουν με τη Σύρο και την όμορφη Ερμούπολη. Μια φορά μάλιστα ένθερμος αναγνώστης έγραψε με κεφαλαία γράμματα- εν είδει αστειότητας -σε αφίσα πρόχειρα τοποθετημένη στη τζαμαρία της εφημερίδας: «Όχι άλλη Σύρος, όχι άλλα Σύβοτα». Πρόκειται όντως για δυο τόπους, που συχνά τους αναφέρω στις περιηγήσεις στα γραφόμενα. Μια τέτοια ιστορία προσωπική, ας μου επιτραπεί να αφηγηθώ σήμερα, συμμετέχοντας στη γιορτή για τα 200 χρόνια από τη γέννηση της Ερμούπολης. Άλλωστε αυτή είναι η πεμπτουσία της σχέσης αναγνώστη και μιας επαρχιακής εφημερίδας.
Την αφορμή για τη αναφορά, μου την έδωσε η εικαστικός Τίνα Δογορίτη που μου έστειλε το άρθρο της καλής δημοσιογράφου Μαργαρίτας Πουρνάρα στην Καθημερινή το οποίο αφορά στην επέτειο των 200 χρόνων από την ονοματοδοσία της Ερμούπολης, αλλά και η παντοτινή, θα έλεγα αναμφίλεκτα, φίλη Πανωσυριανή Νινέτα Καμπέλη.
Είχε και μια λαμπερή φωτογραφία το άρθρο στον Iερό Ναό Μεταμόρφωσης του Σωτήρος για τα γενέθλια. Και της Νινέτας η φωτογραφία έχει την καλλιτεχνική της αξία.
Κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1990 επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Σαντορίνη, το καράβι στάθηκε για λίγο στη Σύρο. Τόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει η εικόνα, που αναφώνησα: Τι ομορφιά! Ενώ υποσχέθηκα, ότι σ’ αυτό το νησί θα έρθω την επόμενη φορά να το εξερευνήσω.
24 Ιουλίου ήταν η καθιερωμένη γιορτή της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο επί προεδρίας Κωστή Στεφανόπουλου. Την επομένη ταξίδευα ήδη για τη Σύρο. Τα ομορφότερα, αλλά και ουσιαστικά ταξίδια, τα κάνει κανείς μόνος του.
Πήγαινα στο νησί πρωί-πρωί, χωρίς να γνωρίζω κανέναν, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, με κανέναν δεν αντάλλαξα κουβέντα καμιά. Ούτε χάρτη χρειαζόμουν, παρά μόνον καθοδηγητή είχα την ομορφιά, τη λάμψη και τις δυο εκκλησίες που δεσπόζουν ψηλά στο νησί. Καθολικοί κι Ορθόδοξοι πάντα μαζί. Το βίωσα καλά τα μετέπειτα χρόνια.
Καμιά γνώριμη φάτσα στα σκαλιά για το ξενοδοχείο Παλλάδιο, όπου κατέλυσα. Γάτες να ξεμυτίζουν αναζητώντας τροφή, που την εύρισκαν εύκολα. Κάθε πόρτα και ταϊστρα. Πουθενά σκουπίδι. Φως παντού, που σε θαμβώνει.
Τα γύρισα όλα μόνη μου, τα γνώρισα όλα παρέα με τον εαυτό μου. Από το θέατρο Απόλλων ξεκινώντας, τους εμβληματικούς ναούς, το δημαρχείο, τα Βαπόρια και τα μετέπειτα αγαπημένα Αστέρια, η παραλία που θα γινόταν αργότερα η θάλασσα των ονείρων. Ντελαγκράτσια με τις εμβληματικές βίλες, Αγκαθωπές, Φάμπρικα, Σαντορινιοί , οι άγνωστε πανέμορφες παραλίες, που τις γνώρισα για τα καλά. Πέντε μήνες διαμονής συνολικά και 20 χρόνια καλοκαίρια, Χριστούγεννα κι αμέτρητοι επιτάφιοι στην περιφορά τους στην πλατεία Μιαούλη της Ερμούπολης, δεν είναι λίγα.
Έτσι κάπως γνώρισα και όλες τις ομορφιές της. Με τους ανθρώπους της, που έγιναν φίλοι, με τους εμβληματικούς ιερείς της Μεταμόρφωσης, όπου πήραν τις πρώτες ευχές και βαφτίστηκαν τα παιδιά μας, με τις θεατρικές παραστάσεις και τις περίφημες, αμέτρητες μουσικές συναυλίες. Με το θερινό σινεμά και τις ευωδιές του μωβ μενεξέ, της βουκαμβίλιας, της κίτρινης μαργαρίτας… το σήμα κατατεθέν.
Κι όμως οι μόνες ουσιαστικές κουβέντες που αντάλλαξα στο τέλος του πρώτου εκείνου ταξιδιού ήταν εκείνες με τον Γιάννη Δεκαβάλλα, τον επί έξι θητείες επιτυχημένο δήμαρχο Σύρου, ανυποψίαστη ότι θα γινόταν οικογενειακός φίλος. Και θα ερχόμουν τόσο κοντά με τον επί χρόνια δημοτικό του σύμβουλο, τον αδέκαστο κριτή των πάντων, αξέχαστο κινηματογραφιστή Αντώνη Αλμπανόπουλο και τη Μαριώρα του, που σχεδίασε κι έραψε τις ωραιότερες τουαλέτες Συριανών και αθηναίων γυναικών της εποχής.
Τότε σε κείνο το ταξίδι ήταν που φάνηκε μπροστά μου ένας ασπρομάλλης φαλακρός, γοητευτικός άνδρας, ο αλησμόνητος Χρήστος Παπουτσάκης, ο εμπνευστής του αριστερού περιοδικού ΑΝΤΙ. Εκείνος δεν μας ξενάγησε στα στενά της πανέμορφης Ερμμούπολης, αλλά αργότερα στην πολύκροτη, αγωνιστική ζωή του.

