Η ατμόσφαιρα της Γης περιέχει κάθε στιγμή μια πολύ μεγάλη ποσότητα νερού, που παραδοσιακά ονομάζουμε «υγρασία». Συνήθως ευρισκόμενο σε αέρια μορφή, αυτό το νερό είναι αόρατο στο ανθρώπινο μάτι. Για να «δούμε» την υγρασία χρειάζεται να υγροποιηθεί (από την αέρια να περάσει στην υγρή φάση) οπότε τη βλέπουμε ως ομίχλη, ως σύννεφο και φυσικά, ως βροχή.
Η ποσότητα της υγρασίας ποικίλει από τόπο σε τόπο, ακόμα και ανάμεσα σε σημεία που απέχουν λίγα χιλιόμετρα μεταξύ τους. Ή, και στον ίδιο τόπο από μέρα σε μέρα ή από ώρα σε ώρα. Το μεσημέρι μπορεί η ατμόσφαιρα σε ένα τόπο να είναι ξηρή, το ίδιο βράδυ υγρή. Όλα αυτά μας είναι γνωστά εμπειρικά, μέσα από την καθημερινότητά μας. Οι τοπικές γεωγραφικές συνθήκες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Για παράδειγμα, στις τροπικές χώρες η υγρασία είναι έντονη λόγω της αυξημένης εξάτμισης του νερού, ενώ σε περιοχές κοντά στους δύο πόλους της Γης ελάχιστη.
Γιατί παρατηρείται όλη αυτή η διαφοροποίηση; Οι παράγοντες που παίζουν ρόλοι είναι πολλοί (πχ. η ύπαρξη δασών ή όγκων νερού, οι άνεμοι, το υψόμετρο κ.ά.) αλλά εκείνος που εμείς θα επικεντρωθούμε για να κατανοήσουμε τα της υγρασίας, είναι ένας: εκείνο που κυρίως καθορίζει την ποσότητα του νερού που μπορεί να απορροφήσει και να κρατήσει μέσα του ο ατμοσφαιρικός αέρας είναι η θερμοκρασία. Όσο πιο ζεστός είναι ο αέρας, τόσο περισσότερη υγρασία φιλοξενεί. Είτε μιλάμε για την ατμόσφαιρα πάνω από μια πόλη είτε για τη «μικρή ατμόσφαιρα» μέσα στο σπίτι μας.
Σχετική και απόλυτη υγρασία – η διάκριση
Όμως ότι η ατμόσφαιρα έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει Χ ποσότητα νερού, δεν σημαίνει ότι το κατορθώνει κάθε στιγμή. Το Χ είναι ένα ανώτατο όριο. Δηλώνει ως αριθμός (σε γραμμάρια ανά κυβικό μέτρο) πόσο νερό «χωράει» ο αέρας γύρω μας.
Έτσι, ας υποθέσουμε ότι ο αέρας (η ατμόσφαιρα) πάνω από τα Ιωάννινα κάποια μέρα του Ιούλη μπορεί να χωρέσει 30 γραμμάρια νερού (υδρατμών) ανά κυβικό μέτρο. Μετρώντας την υγρασία του το μεσημέρι διαπιστώνουμε ότι περιέχει 15 γρ. νερού.
Αυτή το μέγεθος, «15 γραμμάρια νερού ανά κυβικό μέτρο» εκείνη τη στιγμή, ονομάζεται απόλυτη υγρασία -και (έκπληξη!) δεν έχει ιδιαίτερη σημασία στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου.
Σημασία έχει η σχετική υγρασία, δηλαδή το ποσοστό πληρότητας του ατμοσφαιρικού αέρα σε νερό. Εφόσον στο παράδειγμα της μέρας που μιλάμε μετρήθηκαν 15 γραμμάρια ενώ χωρούσαν 30, εκείνη τη στιγμή η σχετική υγρασία στην ατμόσφαιρα ήταν 50%.
Γιατί το βράδυ αυξάνεται η υγρασία;
Αυτό είναι το τελευταίο που πρέπει να γίνει σαφές, για να έχουμε κατανοήσει κάθε τι σχετικά με την υγρασία.
Στα τυχαία αριθμητικά παραδείγματα που δώσαμε παραπάνω, ο αέρας μπορεί να «φιλοξενήσει» μέσα του 30 γραμμάρια νερού.
Όμως σε κάθε τόπο η θεωρητική αυτή ποσότητα αλλάζει διαρκώς στη διάρκεια της ημέρας, επειδή εξαρτάται από τη θερμοκρασία. Όσο πιο θερμός είναι ο αέρας, τόσο περισσότερο νερό χωράει. Στους 20°C, χωράει (στην επιφάνεια της θάλασσας) ~17,3 γραμμάρια νερού. Στους 10°C, μόλις 9,4 γραμμάρια!
Έτσι, ας πάμε σε ένα υποθετικό σενάριο, σε τόπο που το μεσημέρι η θερμοκρασία είναι 20 βαθμοί Κελσίου και η ποσότητα νερού στον αέρα μετριέται σε 9 γραμμάρια ανά κυβικό μέτρο (η απόλυτη υγρασία που λέγαμε).
Σε αυτή την περίπτωση η σχετική υγρασία είναι ~50% (9 διά 17,3 = περίπου 50%). Αποδεκτή και ευχάριστη. Αν όμως το ίδιο βράδυ η θερμοκρασία πέσει στο μισό (στους 10 βαθμούς) τότε τα 9 γραμμάρια που δεχτήκαμε ότι υπάρχουν, σημαίνουν σχετική υγρασία 95%! (9 διά 9,4 = 95%). Με δυο λόγια, ενώ η πραγματική ποσότητα του νερού (η απόλυτη υγρασία) μένει ίδια, η σχετική υγρασία διπλασιάζεται μέσα σε λίγες ώρες! Οπότε αλλάζουν τα πάντα στη λειτουργία του σώματός μας, όπως θα εξηγηθεί στην αμέσως επόμενη ενότητα. Τα Ιωάννινα είναι πόλη που συμβαίνει ακριβώς αυτό. Στην πόλη μας υπάρχει πολύ μεγάλη διαφοροποίηση της θερμοκρασίας από τη μέρα στη νύχτα και όταν νυχτώνει η σχετική υγρασία απογειώνεται.
Πάμε τώρα να δούμε γιατί η σχετική υγρασία έχει μεγάλη επίδραση στην υγεία σώματος και πνεύματος και τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας.
Πώς μας επηρεάζει
Για να λειτουργεί σωστά το σώμα μας έχει ανάγκη την εφίδρωση, που εξυπηρετεί πρώτα απ’ όλα τη ρύθμιση της εσωτερικής θερμοκρασίας. Με τον ιδρώτα μεταφέρεται εκτός σώματος θερμότητα, οπότε τις ζεστές μέρες γίνεται πιο ανεκτή η θερμοκρασία του σώματός μας. Έτσι, το να ιδρώνουμε, αν και μπορεί να φαίνεται ενοχλητικό, είναι μια από τις πιο χρήσιμες και απαραίτητες λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. Πρόβλημα μάλιστα είναι να μην ιδρώνουμε ενώ το χρειαζόμαστε.
Φτάσαμε στο πιο κρίσιμο σημείο αυτού του άρθρου.
Πότε συμβαίνει να μην ιδρώνουμε, ενώ πρέπει; Όταν η ατμόσφαιρα στο χώρο γύρω μας (στο δρόμο, στο γραφείο, στο υπνοδωμάτιο…) έχει ήδη πολλή υγρασία, κοντά στο ανώτατο όριο χωρητικότητας σε νερό. Όταν δηλαδή η σχετική υγρασία ξεπερνάει το 80%. Εφόσον ο αέρας γύρω μας δεν χωράει άλλο νερό να απορροφήσει (το ποσοστό της σχετικής υγρασίας δεν μπορεί να ξεπεράσει ποτέ το 100%) ο ιδρώτας δεν εξατμίζεται και παρεμποδίζεται η περαιτέρω εφίδρωση. Εφόσον, όπως μόλις είπαμε, με την εφίδρωση χαμηλώνει η θερμοκρασία του σώματός μας, αρχίζουμε να νιώθουμε δυσάρεστα ζεστοί.
Ιδού ένα πραγματικό αριθμητικό παράδειγμα, από τη διεθνή βιβλιογραφία. Σε δωμάτιο με σχετική υγρασία 80% και θερμοκρασία 31 βαθμών Κελσίου, το σώμα μας νιώθει ότι η θερμοκρασία είναι 43 βαθμοί. Αν κατεβάσουμε τη σχετική υγρασία στο 40% χωρίς να αλλάξουμε τη θερμοκρασία, τότε το σώμα μας τη νιώθει ακριβώς αυτή που είναι (31 βαθμοί Κελσίου).
Για αυτό εκείνο που μετράει είναι η «σχετική υγρασία».
Οι συνέπειες της ατελούς εφίδρωσης λόγω της υγρασίας είναι πολλές. Πίεση στο κυκλοφορικό, στη λειτουργία της καρδιάς, κούραση, κακή διάθεση. Ακόμα και η συγκέντρωσή μας επηρεάζεται, αποδεδειγμένα. Σε πρόσφατη επιστημονική εργασία εξετάστηκε αν μπορεί να μετρηθεί αυτό. Η απάντηση είναι ναι -και μάλιστα ένα «ηχηρό» ναι. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ως δείγμα εκατοντάδες ανθρώπους για να καταγράψουν μια σειρά από πνευματικές δραστηριότητες (ταχύτητα και ακρίβεια ανάγνωσης, περισπασμός της προσοχής κ.ά.) σε διάφορες συνθήκες σχετικής υγρασίας. Τα καλύτερα αποτελέσματα εμφανίζονται σε σχετική υγρασία 40%, τα χειρότερα σε 80%, και μάλιστα με σημαντική διαφορά. Ας έχουν αυτή την πτυχή υπόψη όσοι κάνουν καθημερινά πνευματική εργασία.
Πώς χαμηλώνουμε την υγρασία στο σπίτι;
Πριν απαντήσουμε για τη θεραπεία του προβλήματος, ας δούμε πώς το προλαβαίνουμε. Πώς αποτρέπουμε την αύξηση της σχετικής υγρασίας μέσα στο σπίτι.
Πρώτα απ’ όλα τις ώρες που είναι ήδη υψηλή έξω, στην ατμόσφαιρα, κρατάμε τα παράθυρα κλειστά. Αν ζούμε σε μια υγρή πόλη, όπως τα Ιωάννινα, ο ατμοσφαιρικός αέρας μπαίνει διαρκώς στο χώρο μας με όλη την υγρασία του. Άλλοτε πάλι το νερό το προσθέτουμε εμείς, άθελά μας. Αν μαγειρεύουμε, για παράδειγμα, χωρίς απορροφητήρα. Αν κάνουμε πολλή ώρα μπάνιο, δαπανώντας ιδίως ζεστό νερό. Αν απλώνουμε τα ρούχα να στεγνώσουν μέσα στο σπίτι. Αν κάνουμε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων, που θα φάνε και θα πιούν, με κλειστά παράθυρα. Όλες αυτές οι δραστηριότητες θα αυξήσουν τη σχετική υγρασία στο εσωτερικό του σπιτιού.
Αποφεύγοντας όλα τα παραπάνω, βοηθάμε να μην επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο μια κατοικία στα υγρά Ιωάννινα. Από κει και πέρα υπάρχει ο εξοπλισμός. Ο αφυγραντήρας και η λειτουργία αφύγρανσης του κλιματιστικού αφαιρούν νερό από το σπίτι και μειώνουν τη σχετική υγρασία. Η λειτουργία αφύγρανσης του κλιματιστικού (συνήθως συμβολίζεται με μια σταγόνα) είναι στην πραγματικότητα μια μεικτή λειτουργία. Το κλιματιστικό δίνει έμφαση στην απομάκρυνση υγρασίας, ενώ ταυτόχρονα ψύχει ελαφρώς το σπίτι. Όχι τόσο έντονα όσο η λειτουργία ψύξης -και σίγουρα με μικρότερη κατανάλωση ρεύματος.
Ζούμε σε μια πόλη υγρή, με γεωγραφικές συνθήκες που ευνοούν την υψηλή απόλυτη υγρασία, με θερμοκρασία που όχι μόνο ποικίλει πολύ από τη μέρα στη νύχτα αλλά είναι επίσης πολύ χαμηλή τις νύχτες. Για αυτό τα Ιωάννινα είναι το «πάρτι» της υγρασίας. Ελπίζουμε ότι με τις πληροφορίες που παρέχει αυτό το άρθρο, μπορείτε να την αντιμετωπίσετε καλύτερα.
Η φωτογραφία με την Παμβώτιδα και το Εν Πλω να χάνεται στην ομίχλη είναι της Φωτεινής Μαραβέγια.
ΥΓ. Το παρόν άρθρο αποτελεί βελτιωμένη εκδοχή παλαιότερου (Δεκέμβριος 2022), με το ίδιο θέμα.
