Πριν το 1968, ο ήχος που έκαναν τα σπίτια, δεν οφειλόταν στις τηλεοράσεις -που πρωτοεμφανίστηκαν άλλωστε μόλις εκείνο τον χρόνο στην Ελλάδα. Προερχόταν από τα ραδιόφωνα. Τα ραδιόφωνα ήταν αυτά που τότε συντρόφευαν τους περισσότερους ανθρώπους στα σπίτια τους, σπάζοντας την τυραννία της σιωπής τους. Μέσα από τα ραδιόφωνα ερχόντουσαν οι ειδήσεις για τα διαδραματιζόμενα, τα τραγούδια και οι μελωδίες της εποχής που σκέπαζαν την Ελλάδα, πιο αργοπορημένα βέβαια από τον υπόλοιπο κόσμο.
Από τη “Μαντουβάλα” στους γιεγιέδες και τους τεντιμπόηδες
Εκεί, γύρω στο 1968, λοιπόν, διά του ραδιοφώνου εισήχθη στην Ελλάδα, η ροκ εντ ρολ και λίγο αργότερα η ροκ μουσική. Σε μια εποχή που τα λαϊκά στρώματα στον Πειραιά, στην Τρούμπα, στο Πέραμα, διασκέδαζαν κυρίως με τον Καζαντζίδη και τη «Μαντουβάλα» του. Επειδή η Ανατολή ήταν ακόμη πολύ κοντά τους ή μάλλον περίπου μέσα τους, οι Έλληνες τότε άκουγαν μόνο ινδοπρεπή και ρεμπέτικα. Την ίδια εποχή που τα τέσσερα σκαθάρια των Beatles από το βιομηχανικό Λίβερπουλ μαζί με τους Rolling Stones από το κοσμοπολίτικο Λονδίνο συνέστηναν στην Ελλάδα τη ροκ μουσική που δεν άφησε ασυγκίνητη κυρίως την ελληνική νεολαία. Όσο κι αν η μουσική αυτή βρήκε μπροστά της, αρχικά τουλάχιστον, δύο ορκισμένους εχθρούς: την Αριστερά που στάθηκε κριτικά απέναντι στον «αμερικανικό τρόπο ζωής» και την κυρίαρχη τότε ελληνική κουλτούρα που δαιμονοποίησε, καταδίωξε και στιγμάτισε τους φανς της, τους «γιεγιέδες» και «τεντιμπόηδες».
Σε μια Ελλάδα, που το ’67, πλάκωσε και η χούντα! Μέσα στη χούντα, παρά τις ανελεύθερες πολιτικές συνθήκες που τότε επικρατούσαν, πολύ πιθανόν εξαιτίας τους, γεννήθηκε η κοινωνική ταυτότητα ροκ. Το πώς έγινε αυτό, δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει. Να έφταιγαν οι ανήσυχες αναζητήσεις μερίδας των Λαμπράκηδων; Η ύπαρξη κάποιων νέων με ξένες επιρροές; Η επεισοδιακή συναυλία των Rolling Stones τον Απρίλη του ’67; Το σίγουρο είναι πως στα χρόνια της δικτατορίας εμφανίστηκε στην Ελλάδα το κοινωνικό φαινόμενο ροκ. Το πάντρεμα, δηλαδή, ενός είδους μουσικής με την κοινωνική ομάδα των νέων, και πιο συγκεκριμένα με εκείνη την ομάδα των νέων που θεωρούσε ότι αμφισβητεί και εξεγείρεται σε κάθε εξουσία – οικογενειακή, κομματική, κρατική. Αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο γιατί μέχρι τότε δεν είχε ξαναϋπάρξει μουσική -ειδικά για νέους. Η μουσική μέχρι τότε ήταν μία και όλοι, γέροι και νέοι, ίδια τραγούδια ακούγανε. Το ροκ ήταν αυτό που για πρώτη φορά δημιούργησε την εντύπωση ότι αυτό ήταν μόνο για νέους. Και μάλιστα για τους αμφισβητίες νέους. Έτσι σχηματίστηκε και η κοινωνική ταυτότητα ροκ, μια ταυτότητα που πήρε σιγά-σιγά τη θέση της δίπλα στις άλλες κοινωνικές ταυτότητες που προϋπήρχαν μέχρι τότε, διαμορφώνοντας δικό της τρόπο σκέψης, συμπεριφοράς και αυτοπροσδιορισμού όσων μετείχαν στην υποκουλτούρα του.
Αργότερα, το 1974, όταν η Ελλάδα βγήκε επιτέλους από τον γύψο της δικτατορίας, το ροκ συνέχισε να αποτελεί ένα ισχνό μουσικό και κοινωνικό ρεύμα. Τότε, το πολιτικό τραγούδι, τα αντάρτικα και το ρεμπέτικο αποτελούσαν την κυρίαρχη μουσική που άκουγαν οι νέοι. Οι ελάχιστοι ροκάδες έψαχναν στα δισκάδικα για έναν δίσκο των Deep Purple, Black Sabbath, the Doors, Jethro Tull, Pink Floyd, Linard Skynard. Οι ίδιοι αυτοί νεαροί, συνήθως παιδιά με μακριά μαλλιά, εφαρμοστά τζιν και καρό ριχτά πουκάμισα, βρίσκονταν σε διάφορα σπίτια και στέκια της Πλάκας και των Εξαρχείων για να ακούσουν ζωντανά τη ροκ μουσική που τους άρεσε από τον Πουλικάκο, τον Σιδηρόπουλο, τους Socrates. Τα παιδιά αυτά δυσφορούσαν με τα περιρρέοντα mainstream ρεμπέτικα, δεν έμαθαν ποτέ να χορεύουν λαϊκά και απεχθάνονταν τόσο τον σαχλό, παλαιό, ελληνικό κινηματογράφο όσο και τον βαρετό νεότερο σινεμά που τους δώρισε πολλά χασμουρητά. Μόνο ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη έβλεπαν ή το πολύ-πολύ την «Ευδοκία» του Δαμιανού. Ταινίες που δεν περιείχαν αναφορές στην υπάρχουσα πολιτική περιδίνηση μεταξύ Αριστεράς – Δεξιάς αλλά εμφάνιζαν τους ήρωές τους να βρίσκονται σε προσωπική υπαρξιακή αγωνία, να μαστίζονται από μοναξιά ή ερωτική απογοήτευση ή ως noir πρωταγωνιστές να ζουν στην παρανομία, κυνηγημένοι. Και δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά με τους Κνίτες αλλά αγαπούσαν ιδιαιτέρως τις Ρηγίτισσες. Παιδιά που σύχναζαν στο The Trip, στο Peter’s ή στου Μπαράκου, στην Πλάκα. Το The Trip, στο νούμερο 8 της Λυσίου, είχαν διαλέξει και οι Socrates για να παρουσιάσουν σε πρώτη εκτέλεση έναν δίσκο τους αλλά και ο Mick Jacker των Rolling Stones με την Μπιάνκα για να πιει κάποια στιγμή το πιοτό του, το 1975, που επισκέφτηκε την Αθήνα. Σε μια Πλάκα που τότε ήταν ό,τι πιο παραθαλάσσιο και υγρό έβρισκες σε μια ξερή Αθήνα. Μια Πλάκα που υποσχόταν ένα ατέλειωτο καλοκαίρι. Με τουρίστες all season, διαθέσιμες κοπέλες και φιλικούς αγγλόφωνους νεαρούς τύπους απ’ όλο τον κόσμο που είχαν πάρει τους δρόμους ή επέστρεφαν σπίτι τους με το magic bus από την Ινδία και το Νεπάλ.
Το ροκ ως αντικουλτούρα και εφηβική εξέγερση
Η ροκ μουσική έγινε για αυτά τα παιδιά η αντικουλτούρα που εξέφρασε περισσότερο από κάθε άλλη την ανάγκη για ελευθερία και άρνηση του κατεστημένου, ο χώρος για να εμφανιστεί ο ηρωικός εαυτός τους και να ικανοποιηθεί η εφηβική τους αίσθηση του αήττητου. Η σκηνή για να εκφράσουν την επιθυμία τους, μια επιθυμία που θεωρούσαν ιερή, άπειρη και ανίκητη. Που αν απελευθερωνόταν, δεν θα συμβιβαζόταν με τίποτα -σαν τυφώνας θα γκρέμιζε τα πάντα. Γι’ αυτό πίστευαν πως η κάθε εξουσία είχε κάθε λόγο να αντιμετωπίζει επιθετικά την επιθυμία τους, να την απαγορεύει ή να την μπουκώνει με διάφορες καταναλωτικές μπούρδες.
Η ροκ μουσική έντυσε όλους τους ύμνους και τις προσευχές αυτών των νέων που τραγουδήθηκαν στη σκηνή από sexy, μακρυμάλληδες και γυμνόστηθους συνομηλίκους τους, κυρίως στην αγγλική γλώσσα. Και, αν και οι περισσότεροι που τις άκουγαν, δεν καταλάβαιναν τι σήμαιναν ακριβώς τα λόγια των τραγουδιών εκείνων, οι ίδιοι τα νιώθανε και συντονιζόντουσαν με ότι τα τραγούδια αυτά εξέφραζαν!
Μετά τη δεκαετία του ’70, καθώς περνούσαν τα χρόνια, το ροκ έγινε της μόδας. Αργότερα άλλα, νέα ρεύματα εμφανίστηκαν ως συνεχιστές του ροκ (punk, heavy metal, indie κ.λπ). Και όσο το ροκ γινόταν αποδεκτό στα σαλόνια, έχανε από τη δυναμική του, γινόταν ανώδυνη αμφισβήτηση! «Έγινε της μόδας η αναρχία, φρίκεψε και η κουτσή Μαρία», έγραφε ένας τοίχος εκείνης της εποχής. Ανάμεσα σε πολλά άλλα graffiti, εκείνου του καιρού.
