Αποτελεί κοινή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί κατακόρυφα η ανάγκη των ανθρώπων για βοήθεια από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και πιο συγκεκριμένα για παροχή ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών. Η μεγάλη ζήτηση τέτοιων υπηρεσιών έχει οδηγήσει στην παρείσφρηση στον χώρο των επαγγελματιών ψυχικής υγείας μιας σειράς ατόμων, μη ειδικών ή και ασχέτων, που κάτω από το γενικό όρο σύμβουλοι, θεραπευτές, life-coaches ή οτιδήποτε άλλο ευφάνταστο, παρέχουν υπηρεσίες «ψυχοθεραπείας» χωρίς καμία πιστοποιημένη εκπαίδευση ή σχετική αξιολόγηση. Μην καταφέρνοντας να επιλύσουν κανένα πρόβλημα και δυσφημώντας τη συγκεκριμένη θεραπευτική πρακτική. Στη χώρα μας κατά την παρούσα φάση οι περισσότεροι απ’ αυτούς που δηλώνουν ψυχοθεραπευτές είναι ψυχολόγοι και ακολουθούν οι ψυχίατροι. Τα τελευταία έτη έχει παρατηρηθεί ότι όλο και περισσότεροι επαγγελματίες άλλων ειδικοτήτων όπως κοινωνικοί λειτουργοί, εργοθεραπευτές και νοσηλευτές εκπαιδεύονται και εφαρμόζουν και αυτοί ψυχοθεραπεία. Για να μην αναφερθούμε στους άλλους επαγγελματίες, αρχιτέκτονες, οικονομολόγους κ.λπ. που παρέχουν και αυτοί υπηρεσίες «ψυχοθεραπείας» ως σύμβουλοι, life-coaches κ.λπ.
Η τεράστια δημοφιλία της ψυχοθεραπείας στις μέρες μας δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν την ψυχιατρική ή την ψυχολογία ψευδοεπιστήμες, και την ψυχοθεραπεία μια περιττή και άχρηστη παρέμβαση. Πολλές φορές τέτοιοι άνθρωποι συνεχίζουν να λένε στον ψυχιατρικό ασθενή «…όλα αυτά είναι στο μυαλό σου…μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου…πως είναι δυνατό να έχεις όλα τα καλά και να πάθεις αυτό». Πολλοί άνθρωποι, ακόμα, θεωρούν ότι μια συζήτηση με ένα κοντινό και έμπιστο πρόσωπο μπορεί να είναι το ίδιο αποτελεσματική με την ψυχοθεραπεία. Και πράγματι η υποστήριξη από την οικογένεια και τους φίλους είναι σημαντική αλλά ένας εκπαιδευμένος ψυχοθεραπευτής προσφέρει κάτι εντελώς διαφορετικό από το να μιλάς με την οικογένεια και τους φίλους σου. Διαθέτει χρόνια εξειδικευμένης εκπαίδευσης, κατάρτισης και εμπειρίας για την κατανόηση και τη θεραπεία προβλημάτων ψυχικής παθολογίας και οι τεχνικές που χρησιμοποιεί για τη θεραπεία αυτών των διαταραχών ποικίλουν ανάλογα.
Πού οφείλεται άραγε αυτή η σύγχρονη πολύ μεγάλη δημοφιλία της ψυχοθεραπείας που έχει οδηγήσει στο σπάσιμο παλαιότερων ταμπού που έλεγαν πως ψυχοθεραπευτή ή, απαξιωτικά, «τρελογιατρό» χρειάζονται μόνο οι «τρελοί» και όσοι δεν έχουν φίλους; Που κάνουν τους Έλληνες σήμερα να ξεκινούν συνεδρίες, ατομικές ή ομαδικές, οικογενειακές ή ζεύγους, χωρίς να ντρέπονται και χωρίς να βαφτίζουν τον ψυχοθεραπευτή τους νευρολόγο ή ψυχολόγο, για να μην νιώσουν ότι στιγματίζονται από τον περίγυρό τους, και δεν το κρατούν μυστικό από τους φίλους και συχνά ούτε από το επαγγελματικό τους περιβάλλον. Η μεγάλη δημοφιλία των ψυχοθεραπειών στις μέρες μας νομίζω πως οφείλεται σε έναν συνδυασμό κοινωνικών, πολιτισμικών και ψυχολογικών παραγόντων που έχουν καταστήσει την ψυχική υγεία προτεραιότητα. Εκτός της μείωσης του στίγματος που αναφέρθηκε παραπάνω, άλλοι παράγοντες μπορούν να είναι το τέλος των μεγάλων αφηγημάτων της προηγούμενης εποχής και η αύξηση της αβεβαιότητας και της ρευστότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Και η αυξημένη ανάγκη του, όχι μόνο να αντιμετωπίσει παθολογίες αλλά και για να χρησιμοποίησει την ψυχοθεραπεία για προσωπική ανάπτυξη, αυτογνωσία και διαχείριση των σχέσεών τους. Η ευρεία συζήτηση για την ψυχική υγεία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης/Ιντερνέτ αποτελεί έναν ακόμα παράγοντα που έχει ενισχύσει στο κοινό την ιδέα της ψυχοθεραπείας, ενώ και η εξέλιξη των ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων (όπως π.χ. η Γνωσιακή Συμπεριφορική) έχει προσφέρει περισσότερο αξιόπιστα διαθέσιμα εργαλεία.
Πώς ορίζουμε όμως την ψυχοθεραπεία; Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ψυχοθεραπεία είναι μια θεραπευτική διαδικασία διαλόγου με κάποιον εκπαιδευμένο προς τούτο ειδικό που έχει ως στόχο την κατανόηση του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, την επίλυση δυσαρμονιών και συγκρούσεων και την ανασυγκρότηση της υποκειμενικής λειτουργίας του ανθρώπου. Η ψυχοθεραπεία, αν και υλοποιείται τις περισσότερες φορές μέσα από τον θεραπευτικό διάλογο θεραπευτή-θεραπευόμενου, μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει και άλλα μέσα επικοινωνίας όπως είναι το παιχνίδι, η εικαστική έκφραση, η τέχνη, ο χορός και η μουσική.
Πρέπει να κάνουμε ψυχοθεραπεία, μόνο όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε νόσους ή μπορούμε να την κάνουμε και για προσωπική ανάπτυξη, αυτογνωσία και διαχείριση των σχέσεων μας; Ασφαλώς και στις δύο συνθήκες μπορεί να εφαρμόζεται η ψυχοθεραπεία, διατηρώντας όμως η κάθε μία συνθήκη, διαφορετικά στοιχεία να την χαρακτηρίζουν. Είναι προφανές ότι άλλη είναι η ευθύνη για να αντιμετωπιστεί θεραπευτικά μια κλινική πάθηση κάποιου ασθενή, άλλη ενός που παρουσιάζει ελάσσονα δυσλειτουργικά προβλήματα στη ζωή του και αναζητά εκείνος παρηγορία και σχετική ελάφρυνσή τους. Που μπορεί να την επιτύχει αν η ψυχοθεραπεία συνδυαστεί και με άλλες διεργασίες προσωπικής ανάπτυξης, όπως η πολιτιστική συνταγογράφηση, οι τεχνικές διαλογισμού, η υιοθέτηση κατοικιδίων, η συμμετοχή σε πράξεις αλληλεγγύης και οικολογικής ευθύνης κ.λπ. Έτσι, οι τελευταίοι μπορούν να ανασυγκροτήσουν την ψυχική ζωή τους και να βρίσκονται σε ειρήνη με τον εαυτό τους και εναρμονισμένοι με τον κόσμο.
Έχει η ψυχοθεραπεία αποτέλεσμα; ‘Έρευνες αποτελεσματικότητας, δηλαδή η σύγκριση δυο ομάδων ατόμων που πάσχουν από την ίδια διαταραχή και η πρώτη κάνει ψυχοθεραπεία, ενώ η δεύτερη εφαρμόζει άλλη θεραπεία, π.χ. βιολογικές θεραπείες, δείχνει ότι μετά κάποιο διάστημα, τα άτομα της πρώτης ομάδας παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση σε σχέση με τα άτομα της δεύτερης. Αλλά και νευροβιολογικές μελέτες υποστηρίζουν την ψυχοθεραπεία, υποδεικνύοντας ότι τα άτομα που την κάνουν, εμφανίζουν καλύτερους δείκτες λειτουργικότητας του εγκεφάλου όπως φαινεται π.χ. στην fMRI.
Συμπερασματικά, η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, με τον κλάδο των ψυχοθεραπειών που διαθέτει, όπως και άλλες επιστημονικές εταιρείες επαγγελματιών ψυχικής υγείας αλλά και η ελληνική πολιτεία θεσμικά, οφείλουν να εντείνουν τις προσπάθειές τους προς την κατεύθυνση των προϋποθέσεων πιστοποίησης των ψυχοθεραπευτών. Συγχρόνως όμως, κάθε ένας που προσφεύγει σε κάποιον ψυχοθεραπευτή θα πρέπει να αξιολογεί την επάρκειά του, επειδή ακριβώς εναποθέτει, σε αυτόν, την επίλυση των προβλημάτων του.
