Το μάτι κόλλησε στην τεράστια ρωγμή που έπιανε τον χώρο μπροστά στα πόδια μας στην πολύπαθη αίθουσα της Παπαζογλείου Υφαντικής Σχολής, όπου στεγάζεται σήμερα η Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Εκεί πήγαμε την Πέμπτη το βράδυ για να παρακολουθήσουμε την ελληνική ταινία-ντοκιμαντέρ του Θανάση Βασιλείου με τον παραστατικό τίτλο «Λο», μια από τις ωραιότερες ποιητικές ταινίες που μας επιφύλαξε το τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στον 5ο κύκλο «Φιλοσοφία και κινηματογράφος», που οργανώνεται σε συνεργασία με το δήμο Ιωαννίνων και την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου μας.
Πώς γίνεται να έχει σχέση μια ρωγμή στο δάπεδο με εκείνα που βιώσαμε το βράδυ της Πέμπτης στη θέαση της ταινίας και κατόπιν στη συζήτηση που ακολούθησε; Η απάντηση είναι δανεισμένη από τα λόγια του σκηνοθέτη, λίγο πριν αρχίσει η συζήτηση με το κοινό: «Σας παραδίδω την ταινία, που έφυγε από μένα, ανήκει σε σας, στους θεατές. Κι ο καθένας ας τη δει από τη δική του σκοπιά». Η ρωγμή λοιπόν μπορεί να έχει πραγματική, όσο και αλληγορική σημασία. Έχει τον δικό της συμβολισμό για μας.
Αυτοβιογραφικοκοινωνικό το θέμα της ταινίας, υβριδικό είδος της, το χαρακτήρισε ο διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας Κώστας Καραβίδας, παραλληλίζοντάς το με τα έργα της σπουδαίας Γαλλίδας σκηνοθέτριας Ανιές Βαρντά.
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας και της ζωής του είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Ξεκινά από τη Γαλλία και καταλήγει στην Ελλάδα. Είναι αυτή γεμάτη συμβολισμούς. Το πατρικό σπίτι όπου μεγάλωσε, γίνεται η ίδια η χώρα τον καιρό της Χούντας, πριν και μετά. Επιστρέφει σ’ αυτό για την κληρονομιά που του άφησε η μάνα του, όταν πέθανε, ή για να βιώσει ξανά την παιδική του ηλικία; θα ανασκαλέψει κρυμμένα οικογενειακά μυστικά και κατ’ επέκταση μυστικά της χώρας. Κι εκεί αρχίζει η μυθοπλασία ή μήπως όχι; Η προσωπική μνήμη γίνεται ένα με τη συλλογική, καθώς περιεργάζεται την αλληλογραφία και τα σημειώματα με το γραφικό χαρακτήρα της μητέρας. Τα βιβλία της είναι εκεί με τους τίτλους τους. Η Οριάνα Φαλάτσι, ο Αλέκος Παναγούλης, μιλούν στην ψυχή του και στη δική μας.
Συγκινηθήκαμε πολύ βάζοντας τον εαυτό μας στη θέση του. Αυτή άλλωστε είναι και η πεμπτουσία της υπόθεσης του έργου. Πόσο καλά γνωρίζουμε τους γονείς μας; Το λέει και το ξαναλέει ο ίδιος στην κουβέντα του. Κι αναρωτιέται: Επιστρέφω ή αναχωρώ;
Λο, ακούστηκε να λέει η γιαγιά στη μάνα του, προσπαθώντας να αποσιωπήσει μυστικά. Που σημαίνει σιώπα, στα Γιαννιώτικα. Εξάλλου όλη η ταινία διαπνέεται από σιωπή. Πώς μετριέται η απόσταση από τη φρίκη ως τη σιωπή; Τίθεται καίριο το ερώτημα.
Τέλος έρχεται στη μνήμη μας η δική μας κοπέλα, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής τότε, η οποία δρασκελίζει στη Μεταπολίτευση το κατώφλι της Ψυχιατρικής Κλινικής της επονομαζόμενης «Κασταλία» και δεν δέχεται να νοσηλευτεί, παρά τη σοβαρή κατάστασή της. Έχει μόλις αντιληφθεί ότι εκεί ήταν κάποτε το άντρο της Χούντας, όπου βασανίστηκε τόσος κόσμος. Αυτό σε αντιπαραβολή με τη σκηνή της κοπέλας που φωτογράφιζε στην ταινία τα λαμπρά κτίρια του κέντρου ανυποψίαστη, ότι κάποια στέγαζαν τα μπουντρούμια της ΕΑΤ ΕΣΑ, όπως εκείνο στο Μέγαρο Μουσικής.

