Παλιότερα τη λέγαμε συχνά τη λέξη, όλο και λιγότερο τελευταία. Προφανώς διότι δεν είναι Ελληνική, είναι Αλβανική. Το λεξικό του Γκούγκλη τη μεταφράζει σε πίστη. Κάπου είδα ένα άρθρο που την αποδίδει ως υπόσχεση, χωρίς να μπορεί να μεταφέρει επακριβώς το νόημά της λέξης. Το άρθρο που διάβασα ήταν γραμμένο βασικά για να προβάλει τη μοναδική στην Ευρώπη συμπεριφορά κάποιων Αλβανών μουσουλμάνων απέναντι στους Εβραίους στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Πολλοί Εβραίοι κυνηγημένοι από τους ναζί, είχαν καταφύγει από τις γύρω χώρες στην Αλβανία, όπου οι κάτοικοι όχι μόνο δεν τους κατέδωσαν, αλλά και τους έκρυψαν, τους περιέθαλψαν, τους τάισαν, χωρίς να δεχθούν ποτέ αμοιβή. Το έκαναν για τη «μπέσα».
Όλες οι μάχες κάποτε σταματούν. Στα Δερβενάκια αναδείχθηκε, πέρα από τη στρατηγική ιδιοφυία του Κολοκοτρώνη, ο Νικηταράς που επονομάστηκε Τουρκοφάγος. Είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους και Τουρκαλβανούς, ώσπου στόμωσε το σπαθί του και το άλλαξε. Μετά τη μάχη είδε έναν Τουρκαλβανό βαριά τραυματισμένο. Τον πήρε στον ώμο του να τον μεταφέρει στο στρατόπεδο, όπου θα μπορούσε να του παρασχεθεί κάποια βοήθεια. Στη διαδρομή αντιλήφθηκε πως ο Αλβανός είχε βγάλει το μαχαίρι του. “Τι μπέσα είναι αυτά, ωρέ; Εγώ σε κουβαλάω στον ώμο μου να σε σώσω κι εσύ προσπαθείς να μου πάρεις το κεφάλι;” “Θέλω να κρατήσω μια τούφα από τα μαλλιά σου για να σε θυμάμαι όσο θα ζω!”, απάντησε ο τραυματίας και του έδειξε τα μαλλιά που είχε ήδη κόψει.
Η μπέσα δεν μεταφράζεται εύκολα σε άλλη γλώσσα, κάπως όπως το Ελληνικό φιλότιμο, που έχει παραπλήσια σημασία. Η μπέσα είναι μια αυτοδέσμευση. Δεν επιβάλλεται από κανέναν, άνθρωπο ή νόμο. Είναι ριζωμένη μέσα μας. Είναι μια αυτοεπιβαλλόμενη υποχρέωση να κάνει κάποιος ό,τι πρέπει, κατά την αντίληψή του, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κόστος ή ανταμοιβή. Έχει κοινωνικό αντίκρισμα. Η μπέσα είναι ένας βαθύς Αλβανικός κώδικας τιμής, που γραμματικά σημαίνει “υπόσχεση” ή “λόγο” Κι ακόμη πιο ισχυρός, δεσμευτική ηθική αξία, απόλυτη αφοσίωση στην προστασία της τιμής, της ασφάλειας, της ζωής ενός προσώπου που βρίσκεται υπό την προστασία σου. Δεν εξαρτάται από τη θρησκεία, την καταγωγή ή την εθνικότητα, αλλά μόνο από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Έχει ασφαλώς κοινωνικές ηθικές, όχι νομικές, συνέπειες. Η παραβίαση της μπέσας είναι βαθιά ντροπή όχι μόνο για τον παραβάτη της, αλλά και για την οικογένειά του και το όνομά του για πολλές γενιές. Έτσι γίνεται στοιχείο της κουλτούρας ενός λαού. Χαρακτηριστική είναι η πρόταση: «Το σπίτι ενός Αλβανού ανήκει στον φιλοξενούμενο και στο Θεό». Ο όποιος μουσαφίρης απολαμβάνει μια σχεδόν ιερή τιμή.
Είναι προφανής η στενή σχέση της μπέσας με το Ελληνικό φιλότιμο, όπως αναφέρθηκε ήδη, αλλά και προς την ιερότητα της φιλοξενίας των προγόνων μας, που προστάτης της ήταν ο ίδιος ο Μεγάλος θεός, ο «Ξένιος Δίας».
Βέβαια η μπέσα έχει φαίνεται αμοιβαιότητα, όπως είχε και η αρχαία φιλοξενία. Ο Ιξίωνας παραβίασε την ιερή εντολή του Δία για τη φιλοξενία. Είχε διαφορές με τον πεθερό του, τον προσκάλεσε και μόλις ήλθε αυτός, τον έριξε στην πυρά. Μαζί και με άλλα ανομήματά του, ο Δίας τον καταδίκασε στα Τάρταρα, εσαεί τιμωρία. Τον έδεσε με φίδια σ΄ ένα φλεγόμενο τροχό. Κι ακόμα σήμερα ο Ιξίων περιστρέφεται στον τροχό των εσαεί βασανιστηρίων. Από την άλλη, οι 50 κόρες του Δαναού ζήτησαν προστασία από το βασιλιά του Άργους, καθώς τις κυνηγούσαν τα 50 παλικάρια που ήταν εξαδέλφια τους, για να παντρευτούν. Τα παλικάρια ήταν Αιγύπτιοι, στους οποίους ήταν κανόνας η αιμομιξία, ενώ ήταν βαρύ ανόμημα για τις Ελληνίδες Δαναΐδες. Ο βασιλιάς, που στο μεταξύ είχε γίνει ο πατέρας τους Δαναός, έκανε δημοψήφισμα, για να αποφασίσει η πόλη αν θα δέχονταν τις Δαναΐδες, διακινδυνεύοντας ένα πόλεμο με τα 50 παλικάρια. Η δημοκρατική αντίληψη με το δημοψήφισμα ήταν πανάρχαια στην Ελλάδα από την εποχή των βασιλιάδων. Το δημοψήφισμα ήταν υπέρ των ικέτιδων κοριτσιών, όπως όριζε ο Ξένιος Δίας. Ο Δαναός όμως εφοδίασε τις κόρες του με ένα μαχαίρι, για να σφάξουν τους επίδοξους γαμπρούς την πρώτη νύχτα του γάμου. Το έκαναν (εκτός από μία), αλλά ο Δίας δεν τις συγχώρεσε. Μετά το θάνατό τους τις καταδίκασε να προσπαθούν να γεμίσουν με νερό πιθάρια που όμως ήταν τρύπια. Ακόμη προσπαθούν. Έτσι, ο Δίας προστάτευε τους ξένους, αλλά καθόριζε ότι τα καθήκοντα απέναντι στη φιλοξενία είναι αμοιβαία, κι από τις δυο μεριές. Η ιερότητα της φιλοξενίας λοιπόν δεν πήγαζε από κανένα νόμο, όπως και της μπέσας. Όμως στηριζόταν σε ένα θεό, και μάλιστα στον ισχυρότερο της εποχής. Θυμίζει την ιερότητα του όρκου, που πέρα από τις νομικές συνέπειες της ψευδορκίας, επιβάλλεται από το θείον που επιβλέπει την παράβασή του. Η μπέσα όμως δεν ανακατεύει καμιά υπερφυσική δύναμη. Πηγάζει από μέσα του του καθενός. Φυσικά υπάρχουν συνέπειες αν παραβιαστεί η μπέσα. Είναι όπως οι Ερινύες εγκατοικούν μέσα στον Ορέστη και επομένως δεν είναι δυνατό να απαλλαγεί από αυτές. Έχει όμως και εξωτερικές συνέπειες η μπέσα, αφού, όπως είπαμε, όποιος την παραβεί είναι κατάπτυστος στο άμεσο κοινωνικό περιβάλλον του. Η λέξη έχει τη ρίζα «μπε», που σημαίνει «όρκος». Ο παραβάτης της μπέσας είναι ο «μπαμπέσης». Ο Μάρκος Μπότσαρης, που εκτός από ένα αγνό παλικάρι ήταν και μορφωμένος, είχε γράψει ένα Ελληνο-Αλβανικό λεξικό όπου δίνει στη μπέσα την ερμηνεία θρησκεία (πίστη), με βάση τη χρήση της εποχής από τους Αρβανίτες.
Η Γένεση, περιγράφει πως ο Κάιν μετά τη δολοφονία του αδελφού του Άβελ, παραπονέθηκε στο Θεό ότι όπου και να πηγαίνει θα τον έβλεπαν οι άνθρωποι και θα τον σκότωναν. Πού βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι δεν το γράφει η Γένεση, πάντως δεν μπορεί να ήταν απόγονοι του Αδάμ και της Εύας, που τα παιδιά τους ήταν ο ίδιος ο Κάιν, ο δολοφονημένος Άβελ και ο νεότερος Σηθ. Και ο Θεός αποφάσισε να τον προφυλάξει και χάραξε ένα σημάδι πάνω του που θα τον προστάτευε, να μην τον σκοτώσουν οι άνθρωποι, αλλά να τυραννιέται όσο ζει για το έγκλημα που είχε κάνει. Καμιά σχέση με μπέσα. Όλες οι ιστορίες και μυθολογίες περιγράφουν μπέσα και μπαμπεσιές, απάτες. Η Παλαιά Διαθήκη όμως αναφέρει κυρίως απάτες. Εκτός από τη Συμφωνία, Αβραάμ και Θεού, ο Αβραάμ να περιτέμνει τους απογόνους του και ο Θεός να τους χαρίσει την ευλογημένη γη από το Νείλο ως τον Ευφράτη. Ούτε οι Τούρκοι φημίζονται για την μπέσα τους.
