eleanna vivlio
ΠολιτισμόςΒιβλίο

Ελεάννα Κωνσταντή: «Αστείρευτα Όνειρα» – Όταν το όνειρο ζητάει φως, αλλά το σκοτάδι ζητάει την αλήθεια

Στον Η.Α φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Ελεάννα Κωνσταντή, με αφορμή το βιβλίο «Αστείρευτα Όνειρα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Μια romantasy ιστορία που ξεκινά από κάτι επίμονο και απλό, ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο, και σιγά σιγά το μετατρέπει σε μονοπάτι προς ένα κιόσκι, προς μια σκιά, προς μια κατάρα που δεν λέει να τελειώσει.

Η Αουρόρα, που μεγάλωσε πιστεύοντας στα «ευτυχισμένα τέλη», αναγκάζεται να σταθεί απέναντι σε ερωτήματα που δεν χωράνε σε παραμύθι, ενώ ο Φοίβος κουβαλά αιώνες μέσα σε μια σιωπή που δεν συγχωρεί. Με φόντο την Τοσκάνη, με σημάδια που επιμένουν, όπως οι ροζ παιώνιες, και με το δίπολο φως και σκοτάδι να δουλεύει όχι ως διακόσμηση αλλά ως σύγκρουση, το βιβλίο μιλά για την έλξη, τη μνήμη και το τίμημα. Και, μεταξύ μας, εδώ το ενδιαφέρον δεν είναι αν το όνειρο «βγαίνει αληθινό», αλλά τι ζητάει από τον άνθρωπο όταν επιμένει να επιστρέφει.

Κυρία Κωνσταντή, η Αουρόρα βλέπει ξανά και ξανά το ίδιο όνειρο, σαν να την τραβάει από το μανίκι κάτι που δεν έχει ειπωθεί. Πώς γεννήθηκε αυτό το όνειρο μέσα σας και τι σας επέτρεψε να πείτε που δεν θα το έλεγε η «κανονική» πραγματικότητα;

Το όνειρο της Αουρόρα γεννήθηκε από την ανάγκη ν’ ακουστούν εκείνες οι φωνές που η καθημερινότητα φαίνεται να σκεπάζει. Όλοι μπορεί να κουβαλάμε υποσυνείδητα μέσα μας κάτι που ζητά να ειπωθεί, αλλά δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις για να βγει στην επιφάνεια. Το επαναλαμβανόμενο όνειρό της είναι αυτό ακριβώς: μια επιμονή της ψυχής να θυμηθεί ξανά. Κατά έναν περίεργο τρόπο και η συγγραφή του βιβλίου αποτέλεσε το δικό μου όνειρο– ένας χώρος όπου μπόρεσα να να μιλήσω για τον έρωτα, τη μοίρα αλλά και την απώλεια χωρίς να τα περιορίσω μονάχα σε λογικές εξηγήσεις. Η συγγραφή για μένα αποδείχθηκε κι ένας χώρος γεμάτος ανείπωτα, τα οποία αποκτούν την δικιά τους φωνή. Άλλωστε εκεί που η πραγματικότητα σιωπά, το όνειρο αλλά και η λογοτεχνία, επιτρέπουν στην αλήθεια να αναπνεύσει.

Το κιόσκι, το μονοπάτι, η θολή φιγούρα, λειτουργούν σαν σημάδια. Όταν γράφατε, είχατε από την αρχή έναν συγκεκριμένο κανόνα για το πώς «δουλεύει» ο κόσμος των ονείρων ή αφήσατε την ιστορία να σας οδηγήσει μέχρι να βρει τους δικούς της νόμους;

Από την αρχή ήθελα να δημιουργήσω δύο παράλληλους κόσμους: έναν στο φως και έναν στο σκοτάδι. Ο συμβολισμός αυτών των δύο κόσμων δεν θα αποσκοπούσε ως το καλό και το κακό, αλλά ως δύο τρόπους ύπαρξης. Ο φωτεινός κόσμος θα ήταν εκεί όπου η Αουρόρα ζει, μιλά και κινείται˙ ο σκοτεινός θα αποτελούσε ένα μέρος αναγνώρισης της αλήθειας. Σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο ήθελα να την οδηγήσω, για να συναντήσει όλα όσα κάποτε η ψυχή της ξέχασε για να μπορέσει να επιβιώσει από την πραγματικότητα. Τα σημάδια– το κιόσκι, το μονοπάτι, η θολή φιγούρα– αρχικά γεννήθηκαν σαν ίχνη, σαν σημάδια που επανέρχονται όταν κάτι ζητά να θυμηθεί τον εαυτό του. Καθώς η ιστορία προχωρούσε, τα σημάδια έπαψαν να  υπακούν σε έναν μηχανικό κώδικα, λειτουργώντας σαν μια ρωγμή ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, σαν μια αναγκαιότητα που πηγάζει εσωτερικά˙ κάθε φορά που η Αουρόρα πλησίαζε μια αλήθεια, ο κόσμος των ονείρων της άνοιγε λίγο περισσότερο.

Η Τοσκάνη είναι μαγευτική. Πώς διαλέξατε αυτόν τον τόπο και τι σας βοήθησε να χτίσετε πάνω του μια ατμόσφαιρα που να μην μοιάζει τουριστική καρτ ποστάλ, αλλά χώρος όπου συμβαίνουν πράγματα που σε αλλάζουν;

Η επιλογή της Τοσκάνης ως τον τόπο που πλαισιώνει το βιβλίο μου δεν είναι διόλου τυχαία. Εκτός από το γεγονός πως λατρεύω τα τοπία της, τα οποία μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από παραμύθι, οι λόφοι, το φως και τα χωριά της ακτινοβολούν έναν κόσμο έξω από το χρόνο. Όταν ανακάλυψα πάνω στην έρευνα μου για τους χαρακτήρες τον αρχαίο πολιτισμό των Ετρούσκων που είχε ανθίσει στην περιοχή, ένιωσα πως κάτω από αυτή την ομορφιά κρύβεται μια μνήμη αρκετά βαθιά και μυστηριώδης, μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και τη φαντασία. Ήθελα οι αναγνώστες μου να μην θυμούνται την  Τοσκάνη μόνο ως καρτ ποστάλ˙ ήθελα ο τόπος αυτός να αποτελέσει το «καταφύγιο», όπου οι ήρωες θα ζουν, θα ακούν και θα μεταμορφώνονται. Η Τοσκάνη στα «Αστείρευτα Όνειρα» αποτελεί το φως που συναντά τις σκιές, ένα παρόν που συναντά κάτι παλαιωμένο, κάτι αληθινό που η ψυχή σου θυμάται, κάτι που σε αλλάζει.

Ο Φοίβος εμφανίζεται σαν σκοτάδι που κρύβει ιστορία, όχι σαν εύκολο μυστήριο. Πώς χτίσατε την εσωτερική του φωνή, ειδικά όταν κουβαλά αιώνες, κατάρες, και μια αίσθηση ότι χάνει ό,τι αγαπά πριν το προλάβει;

Ο Φοίβος δεν είναι απλά το σκοτάδι˙ είναι η ιστορία που κουβαλά μια ψυχή που γνώρισε το φως και το έχασε. Πριν περιγράψω τι υπάρχει στην καρδούλα εκείνου που επονομάζεται το σκοτάδι και φέρει τον ουρανό για μάτια, επίτρεψέ μου να αναφέρω πως γράφοντας για εκείνον, στο μυαλό μου υπήρξε η μορφή του αρχαίου Έλληνα θεού Απόλλωνα. Ο θεός με βάση την μυθολογία είχε και το όνομα «Φοίβος», όπου συμβόλιζε την ωρίμανση μετά από μια περίοδο μετάβασης από την εφηβεία προς την ενηλικίωση, αλλά και την ισόρροπη ανάπτυξη του σώματος και του πνεύματος του ανθρώπου. Έτσι, ο Φοίβος εκτός από σκοτάδι και ωριμότητα, κατέχει και μια απέραντη θλίψη που είναι βγαλμένη από όσους ανθρώπους αγάπησαν και χάθηκαν πριν καν προλάβουν να αγκαλιαστούν. Κάθε του λέξη αλλά και σιωπή φέρει το βάρος ενός κόσμου που δεν λέγεται εύκολα. Η εσωτερική του φωνή ταυτίζεται μ’ εκείνη ενός ανθρώπου που θα περίμενες μια ολόκληρη ζωή για να συναντήσεις˙ είναι ίσως εκείνο το ιδανικό που θα σου φαινόταν ανέφικτο– κάποιος που μέσα από το σκοτάδι του κρατά την αλήθεια και την αγάπη σαν το φως που δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Ο Φοίβος για μένα αποτελεί την απόδειξη πως η αγάπη μπορεί να μετρά αιώνες και να αντέχει σε όλες τις συνθήκες, γιατί όχι μόνο υπάρχει πέρα από το χρόνο, αλλά γιατί τόλμησε να περιμένει όταν όλα τριγύρω του διαλύονταν.

Οι ροζ παιώνιες που φτάνουν στη δουλειά της Αουρόρα είναι μια λεπτομέρεια που «γράφει» στην μνήμη. Τι συμβολίζουν για εσάς, και γιατί επιλέξατε ένα τόσο τρυφερό σημάδι μέσα σε μια ιστορία που πατάει και στο σκοτάδι;

Η επιλογή των λουλουδιών που θα λάμβανε η Αουρόρα από τον μυστηριώδη και σκοτεινό άνδρα που στοίχειωνε τα όνειρά της, δεν ήθελα να είναι κοινότυπη. Επέλεξα τις ροζ παιώνιες αντί για τα πιο συνηθισμένα τριαντάφυλλα γιατί ήθελα να βρω ένα λουλούδι που να μεταφέρει την αγάπη με μια διαφορετική, πιο τρυφερή και ανεπιτήδευτη φωνή. Σε μια ιστορία που πατάει στο σκοτάδι, οι παιώνιες λειτουργούν ως το ανθεκτικό φως της ψυχής˙ σαν σημάδι που «γράφει» ανεξίτηλα στην μνήμη και υπενθυμίζει πως η ομορφιά και η τρυφερότητα μπορούν να εμφανιστούν ακόμα και στα πιο απόμερα και θεοσκότεινα μέρη. Προσωπικά, στο «Αστείρευτα Όνειρα» οι ροζ παιώνιες συμβολίζουν την αγάπη που διαρκεί ανά τους αιώνες, αλλά και την ικανότητα να βλέπουμε το φως εκεί όπου κανείς μπορεί να συναντήσει μονάχα σκοτεινές στιγμές.

Στο «Αστείρευτα Όνειρα» σας το φως και το σκοτάδι δεν μοιάζουν με ρόλους, μοιάζουν με δυνάμεις που διαπραγματεύονται τον άνθρωπο. Πώς κρατήσατε αυτή τη σύγκρουση ζωντανή χωρίς να γίνει σύνθημα, και πότε καταλάβατε ότι η ιστορία σας «ζητά» να μιλήσει με αυτό το δίπολο;

Στο «Αστείρευτα Όνειρα» ήθελα από την αρχή να δημιουργήσω δύο κόσμους όπου θα είναι παράλληλοι μεταξύ τους: έναν στο φως και έναν στο σκοτάδι. Ο φωτεινός κόσμος θα σχετίζονταν με την ζωή της Αουρόρα όπως εκείνος φαίνεται στην καθημερινότητα, ενώ ο σκοτεινός θα αποτελούσε το μέρος όπου η ψυχή της θα θυμόταν ο, τι πάλευε να ξεχάσει. Οι δύο αυτοί κόσμοι δεν θα ήταν απλώς ρόλοι αλλά δυνάμεις που διαπραγματεύονται τον άνθρωπο, δοκιμάζοντας τις αντοχές του και διαμορφώνοντας τον ως προσωπικότητα. Ήθελα το φως και το σκοτάδι να έχει διπλό νόημα, ναι μεν να αποτελεί την πορεία του ανθρώπου από την άγνοια, στην πλήρη αλήθεια και την ωριμότητα της ψυχής του, αλλά να οδηγεί από την φαντασία και το υποσυνείδητο στην πραγματικότητα και την αναγνωρισιμότητα όλων αυτών που η ψυχή μας φάνταζε να θάβει βαθιά για να μην θυμάται. Για να κρατήσω όμως αυτή την σύγκρουση ζωντανή, άφησα τους χαρακτήρες και την ιστορία τους να  καθοδηγήσουν τη δυναμική τους˙ δεν τους επέβαλα συνθήματα ή διδαχές. Μέσα από την ιστορία τους κατάλαβα πως αυτό το δίπολο σχηματίστηκε σχεδόν από την αρχή, όταν η Αουρόρα έβλεπε το ίδιο όνειρο ξανά και ξανά– τότε έγινε σαφές πως το φως και το σκοτάδι δεν ήταν απλώς στοιχεία πλοκής αλλά λειτουργούσαν σαν τρόπος όπου η ψυχή της διεκδικούσε αλήθειες, μέσα από τον φόβο, την αγάπη και τη μνήμη.

Μιλάτε για κατάρες, θεούς και δαίμονες, αλλά η καρδιά της ιστορίας χτυπά στον έρωτα που επιμένει μέσα από ζωές. Πώς προσεγγίσατε το «πόσες ζωές χρειάζονται» χωρίς να χαθεί το ανθρώπινο μέτρο και χωρίς να καταντήσει η αιωνιότητα απλώς ένα εφέ;

Στο βιβλίο μου η καρδιά της ιστορίας χτυπά για εκείνον τον έρωτα που επιμένει μέσα από τις ζωές αλλά και από τις ίδιες τις καταστάσεις που περνούν οι δύο πρωταγωνιστές, γιατί η αγάπη δεν μπορεί να περιοριστεί σε κάποιον συγκεκριμένο χρόνο ή σε μια στιγμή. Το «Αστείρευτα Όνειρα» μιλάει για εκείνον τον έρωτα που όσα χρόνια κι αν περάσουν, η επιθυμία, η αφοσίωση αλλά και η μνήμη των συναισθημάτων μένουν να αναζητούν το άλλο τους «μισό». Προσωπικά, δεν με ενδιέφερε να μετρήσω πόσες ζωές χρειάζονται˙ ήθελα να δείξω στον κόσμο ότι η αγάπη έχει βάρος και διάρκεια, πως μια αγάπη μπορεί ν’ αντέξει απώλειες, σιωπές και σκοτάδια, φωτίζοντας ξανά τις ψυχές όταν όλα μοιάζουν να είναι πια χαμένα. Η αιωνιότητα για μένα δεν αποτελεί εφέ˙ είναι η συνέχεια της ίδιας επιθυμίας, η δύναμη που κάνει τις ψυχές να συναντιούνται ξανά και ξανά, δίνοντας νόημα στο σκοτάδι και μετατρέποντας το στο πιο απροσδόκητο φως. Έτσι φαίνεται η αγάπη εδώ, σαν τον φωτεινό ουρανό πλάι στις σκιές που αφήνει το σκοτάδι.

Υπάρχει μέσα στην ιστορία η ερώτηση που πονά: «Άραγε η αγάπη μπορεί να σε σκοτώσει;». Όταν το γράφατε, το αντιμετωπίσατε σαν ρομαντική υπερβολή ή σαν πραγματικό υπαρξιακό στοίχημα, κάτι που ορίζει επιλογές και αφήνει συνέπειες;

Η ερώτηση «Άραγε η αγάπη μπορεί να σε σκοτώσει;», η οποία αποτυπώνεται στο βιβλίο, για μένα δεν ήταν διόλου ρομαντική, ούτε είχε υποδήλωνε κάποια υπερβολή. Μέσα από την ιστορία, η Αουρόρα πιστεύει πως η αγάπη της για τον Φοίβο μπορεί να την καταστρέψει– μία πίστη που τρέφεται από τον φόβο, τον πόνο και την μοναξιά που φέρει η αληθινή αγάπη. Παράλληλα ο Φοίβος κουβαλά την σκέψη πως η δική του αγάπη για εκείνη μπορεί να την πληγώσει˙ αυτή η διπλή πίστη, λανθασμένη ή αληθινή, γεννά μια ένταση η οποία κορυφώνταιι και λυτρώνει συνάμα με το τέλος της ετούτη την ιστορία αγάπης, μιας αγάπης που δοκιμάζεται και αλλάζει ανά τους αιώνες. Για μένα η ερώτηση αποτέλεσε ένα υπαρξιακό στοίχημα: η αγάπη στο «Αστείρευτα Όνειρα» καθορίζει επιλογές, αφήνει συνέπειες και φωτίζει ταυτόχρονα τις ψυχές που τολμούν ν’ αγαπήσουν. Η ίδια η ιστορία δεν φοβάται και δεν διστάζει να δείξει τον πόνο, την θυσία και την μοναξιά που φέρνει η αληθινή αγάπη, τονίζοντας παράλληλα πως μπορεί να σε πληγώνει, αλλά για άλλους το συναίσθημα της αγάπης μπορεί ν’ αποτελέσει δύναμη που δίνει νόημα, φως και αιωνιότητα.

Η Αουρόρα αγαπά τα παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος, αλλά η ζωή σπάνια συμφωνεί. Πώς δουλέψατε τη δική της ανάγκη για «τέλος» σε σχέση με την αλήθεια που ξεδιπλώνεται, και τι σημαίνει για εσάς ένα ευτυχισμένο τέλος όταν έχει προηγηθεί σκοτάδι;

Η Αουρόρα μέσα από το «Αστείρευτα Όνειρα», φαίνεται ιδιαίτερα ονειροπόλα καθώς αγαπά τα παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος. Όμως, παρ’ όλο που η ζωή σπάνια συμφωνεί με την τελευταία φράση των παραμυθιών, εκείνη πάντοτε περίμενε να βγει το φως μετά από την καταιγίδα. Δούλεψα την ανάγκη της για «τέλος» αφήνοντάς την να περπατήσει μέσα στο σκοτάδι σε μια αναζήτηση αλήθειας, η οποία ξεδιπλώνεται αργά,  έτοιμη να συναντήσει φόβους, απώλειες και μνήμες που στο τέλος θα διαμορφώσουν τις σκέψεις και την προσωπικότητα της. Για μένα ευτυχισμένο τέλος δεν αποτελεί μονάχα η χαρά˙ ένα ευτυχισμένο τέλος είναι η λύτρωση. Ένα «τέλος» για μένα μπορεί να είναι η ανάδυση του φωτός μετά από το απέραντο σκοτάδι, η αναγνώριση πως η αγάπη και η μνήμη μπορούν να νικήσουν τις πληγές και τον φόβο, που αποτελούν εμπόδια μπρος στην ευτυχία και την ολοκλήρωση.

Το πόνημα σας «Αστείρευτα Όνειρα» είναι το πρώτο σας βιβλίο. Τι κρατήσατε από τη διαδρομή σας ως αναγνώστρια και ως δημιουργός, και τι αλλάζει όταν περνάς από τις μικρές ιστορίες στη μεγάλη φόρμα, εκεί όπου κάθε επιλογή πρέπει να «σταθεί» μέχρι την τελευταία σελίδα;

Ως αναγνώστρια συνήθιζα ν’ αναζητώ ιστορίες δυνατές˙ ιστορίες βαθιές και σημαδιακές. Ως δημιουργός, από νωρίς είχα μάθει να χτίζω εικόνες και συναισθήματα μέσα από μικρές ιστορίες, να αφουγκράζομαι σιωπές και να διατυπώνω λέξεις που δεν λέγονταν ποτέ. Η διαδρομή μου ως συγγραφέας με δίδαξε πως η μεγάλη φόρμα απαιτεί κάθε επιλογή να σταθεί με συνέπεια μέχρι και την τελευταία σελίδα– η κάθε λεπτομέρεια έχει σημασία, κάθε απόφαση αφήνει το ίχνος της στην ψυχή του αναγνώστη. Η συγγραφή του βιβλίου μου «Αστείρευτα Όνειρα» ήταν για μένα πολλά περισσότερα από απλές λέξεις αραδιασμένες στις σελίδες˙ αποτέλεσε ταξίδι αναζήτησης τόσο του εαυτού μου όσο και της ίδιας την εξέλιξης μου συγγραφικά. Μέσα από την συγγραφή νιώθω να γεννιέμαι ξανά, εκφράζοντας λέξεις κι ανησυχίες που κάποτε φάνταζαν να με προβληματίζουν, ψάχνοντας το βαθύτερο νόημα αλλά και λύσεις για την αντιμετώπιση τους. Μέσω αυτού του όμορφου ταξιδιού γεμάτο με πειθαρχία και… αστείρευτα όνειρα, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πολλούς και ιδιαίτερα σημαντικούς για μένα ανθρώπους οι οποίοι αγκάλιασαν με θέρμη εμένα και το έργο μου, μεταμορφώνοντας με σε αυτό που είμαι σήμερα. Κι αν αυτό το βιβλίο κατάφερε να γίνει πραγματικότητα, είναι γιατί κάποτε κάποιοι με έκαναν να πιστέψω πως και το πιο μικρό όνειρο αξίζει μια θέση στο φως. Άλλωστε, ό, τι είναι γραφτό μας, θα μας βρίσκει πάντα, ακόμα και στις πιο ήσυχες ώρες της νύχτας.

Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Προσωπικά πιστεύω πως η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τα βιβλία και την ανάγνωση, διότι δεν είναι απλώς λέξεις σε σελίδες˙ αποτελούν παράθυρα σε κόσμους, σε ψυχές αλλά και σε εμπειρίες όπου ίσως εμείς μπορεί ποτέ να μην είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε. Κάθε ιστορία μπορεί να περάσει πολλά μηνύματα για την ζωή, να προκαλέσει ερωτήσεις, ακόμα και να ανοίξει δρόμους και πτυχές του κόσμου όπου ο αναγνώστης δεν θέλει να κοιτάξει. Η ανάγνωση ενός βιβλίου για μένα δεν αποτελεί μονάχα ένα συνονθύλευμα πληροφοριών˙ είναι ένα συναισθηματικό ταξίδι που μπορεί να αλλάξει την αντίληψη για τον εαυτό μας αλλά και για τον κόσμο γύρω μας. Γιατί όταν η λογοτεχνία γίνεται με αλήθεια αλλά και πάθος, το αποτέλεσμα μπορεί ν’ αφήσει ίχνη που μένουν για πάντα.     

Σχετικά άρθρα

Παρουσίαση του βιβλίου «Για τον θάνατό σας, πατήστε Enter_» στα Ιωάννινα

Ηπειρωτικός Αγών

Οι αναγνωστικές προτάσεις της εβδομάδας

Οι αναγνωστικές προτάσεις της εβδομάδας