Η Μέλπω-που-θέλει-να-είναι-Μπάμπης ανοίγει την πόρτα του παραδοσιακού μπαρμπέρικου στην πόλη που σπουδάζει, μια μικρή επαρχιακή πόλη που, κι αν δεν υπήρχε, δεν θα προέκυπτε και μεγάλη διαφορά στην παγκόσμια ιστορία. Ίσως ούτε και στην εθνική ιστορία, ούτε και στην ιστορία του τόπου της, εδώ που τα λέμε. Τη σημερινή της επίσκεψη στο μπαρμπέρικο τη σκεφτόταν μέρες τώρα. Αποτελούσε για αυτήν-που-θέλει-να-είναι-αυτός μια σημαντική στιγμή αυτοαποκάλυψης, ένα αποκαλυπτικό come-out για την πραγματική της-του ταυτότητα. Επιτέλους θα αποκάλυπτε την αλήθεια της σε όλους, θα έλεγε τι πραγματικά νιώθει για τον εαυτό της-του και τους άλλους. Θα τους έλεγε ποια πραγματικά είναι η ίδια-ο ίδιος.
Είχε αρκετά παραπανίσια κιλά και το ντύσιμό της-του, μαύρα φόρμα και φούτερ, μεγαλύτερου μεγέθους απ’ ό,τι έπρεπε, την-τον έδειχναν ακόμα πιο παχουλή-ό. Το ολοστρόγγυλο πρόσωπο της-του, χωρίς κανένα μακιγιάζ, εξέπεμπε τη μαλθακότητα και την καλοσύνη των χοντρών ανθρώπων, κρύβοντας την αποφασιστικότητα που την-τον διακατέχει. Τα μαλλιά της-του έχουν ένα κοντοκουρεμένο α λα γκαρσόν κούρεμα. Κάνει δυναμικά ένα ακόμα βήμα μέσα στο κουρείο «αντρικές κομμώσεις Ο Άρης», και απευθυνόμενη-ος στον κουρέα, έναν μεσήλικα με ογκώδες μουστάκι, λαδωμένο μαλλί και μακρύ νύχι καλλιεργημένο στο μικρό δάκτυλο του δεξιού χεριού, του ζητά να την-τον κουρέψει. Αυτός κοντοστέκεται απορημένος, σαν να μην μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό που του ζητά και με αρκετή καθυστέρηση και αφού ξύνει για λίγο σκεπτικός με το μακρύ νύχι του δεξιού του χεριού το μέτωπο του, της-του απαντά ήσυχα:
«Εδώ μέσα, δεν κουρεύουμε γυναίκες, μόνο άντρες. Εσύ να πας αλλού!»
Προτού τελειώσει τη φράση του ο μπαρμπέρης, μόλις η Μέλπω-που-θέλει-να-είναι-Μπάμπης ένιωσε τι ήταν αυτό που θα έβγαινε από το στόμα του, άρχισε κι αυτή-αυτός να βρίζει. Με ένα υβρεολόγιο αντάξιο πούρου λιμενεργάτη από τα Καμίνια. Τι «μαλάκα» τον είπε, τι «σεξιστή» και «ρατσιστή» και «ομοφοβικό» τον είπε, άρχισε να ανταπαντά κι αυτός -κόλαση έγινε για λίγο το ήρεμο συνήθως μπαρμπέρικο. Κι όταν βγήκε η Μέλπω-που-θέλει-να-είναι-Μπάμπης έξω από το κουρείο, στον δρόμο, την-τον έπιασε ένα κλάμα που δεν φάνηκε ούτε αυτό αρκετό για να ξεσπάσει όλο τον καημό και την αγανάκτηση που έκρυβε όλα αυτά τα χρόνια μέσα της-του και να ηρεμήσει. Έτσι άρχισε να περπατά πιο γρήγορα, να τρέχει, να τρέχει για να απομακρυνθεί το γρηγορότερο απ’ αυτόν και από τα συναισθήματά της-του. Έτρεχε και έκλαιγε και έβριζε μέσα της-του και έξω της-του. Κι όταν έφτασε σπίτι της-του, δεν σκέφτηκε καθόλου. Μπήκε στα σόσιαλ κι άρχισε να ποστάρει, να τον βρίζει πατόκορφα, να αναφέρεται στο γεγονός και να τον δίνει κανονικά, επάγγελμα, διεύθυνση, όνομα. Διανθίζοντας τις χριστοπαναγίες της με κάτι ποιητικά του στυλ «η επιθυμία καθορίζει το φύλο, όχι το σώμα» ή «την επιθυμία μετράει ο Θεός όχι τους όρχεις» ή «έχετε ακουστά για τα κοινωνικά φύλλα»;. Στο ίνστα, στο τικ-τοκ, στο φατσοβιβλίο, παντού. Τις αναρτήσεις της-του τις πήρανε και τις κοινοποιήσανε κι άλλοι, πρόσθεσαν στα δικά της-του σχόλια και τα δικά τους, ξεβράστηκε πολύ θυμός στις όχθες των σόσιαλ και όλα αυτά κάναν ένα απίθανο τουρλουμπούκι που σε χρόνο ρεκόρ έφερε καμιά πενηνταριά ανθρώπους έξω από το μπαρμπέρικο, όλοι να φωνάζουνε στον άκαρδο σεξιστή μπαρμπέρη. Μια πίεση που ανάγκασε τον μπαρμπέρη να κλείσει το κουρείο του, να φύγει και να μην το ξανανοίξει για δυο-τρεις μέρες.
Εκεί στο διαδίκτυο που τον έβριζε και εξηγούσε πόσο ρατσιστής και απορριπτικός υπήρξε ο μπαρμπέρης, άρχισε να απειλεί πως θα του δείξει αυτή-αυτός τι θα πάθει- θα αυτοκτονήσει! Και, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, παρορμητικά και μέσα στην τρέλα της στιγμής, πήγε στο μπάνιο, άνοιξε όλα τα μπουκαλάκια από φάρμακα που είχε κι άρχισε να καταπίνει ό,τι έβρισκε. Ντεπόν, ασπιρίνες, ερυθρομυκίνη, λαντόζ, λεξοτανίλ, κάτι αντιυπερτασικά ξεχασμένα από έναν παλαιότερο ενοικιαστή της γκαρσονιέρας της, ό,τι έβρισκε τα πήρε. Και τότε, χτύπησε η πόρτα της κι άκουσε μια φωνή να της λέει πως είναι από την αστυνομία, από τη διεύθυνση δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος και την υπηρεσία Cyber alert, που είδαν τις απειλές της στα σόσιαλ και ήρθαν για να τη σώσουν. Έτσι η Μέλπω-που-θέλει-να-είναι-Μπάμπης έφτασε στην Ψυχιατρική Κλινική του τοπικού Γενικού νοσοκομείου.
Η Μέλπω κάθεται στη μοναδική καρέκλα επισκέπτη μπροστά από το γραφείο μου. Μου λέει πως δεν επιθυμεί να πληροφορήσουμε τους γονείς της-του για τα διαδραματιζόμενα, δεν διατηρεί καλές σχέσεις μαζί τους εδώ και καιρό. Θα ήθελε όμως να ενημερώσουμε τον αδελφό της τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης είναι ο διζυγωτικός δίδυμος αδελφός της-του, ένας άνθρωπος που βρίσκεται πάντα πολύ κοντά της-του και τον λατρεύει. Και δεν τον λατρεύει μόνο αυτή-αυτός, τον λατρεύουν οι πάντες. Όχι σαν αυτήν-αυτόν, που κανένας δεν αγαπά και όλοι φτύνουν. Βασικά, αν την-τον ρωτούσες, σαν τον Δημήτρη ήθελε να γίνει, σε αυτόν ήθελε να μοιάσει. Σιγά-σιγά αρχίζει να μου αφηγείται την ιστορία της. Στο τέλος μου δηλώνει πως έχει ήδη αρχίσει τη διαδικασία φυλομετάβασης, έχει ξεκινήσει από πενταμήνου τη σχετική ορμονοθεραπεία. Σε λίγο θα φαίνεται -εκτός από το να νιώθει μόνο- και άντρας, σαν τον Δημήτρη τον αδελφό της-του.
Στο τέλος, εκεί που χαιρετηθήκαμε, μου λέει:
«Σου βρίσκεται καμιά σερβιέτα να μου δώσεις;»
