Είναι 28η Οκτώβρη, είμαι δυο-τριών μηνών φρέσκος φαντάρος και συμμετέχω σε στρατιωτικό άγημα για έπαρση της σημαίας στην κεντρική πλατεία μικρής επαρχιακής πόλης. Είναι 7.30 το πρωί όταν παρατασσόμαστε μπροστά στο Ηρώο όπου θα εκτελεστεί η πανηγυρική εκδήλωση. Στους δρόμους αλλά και στην πλατεία της πόλης δεν φαίνεται να κυκλοφορεί κανείς. Ελάχιστες αγουροξυπνημένες γάτες μόνο τριγυρίζουν στην κοιμισμένη ακόμα πόλη. Σε λίγο, προσέρχεται και παρατάσσεται δίπλα μας η Φιλαρμονική του Δήμου. Με τα ψηλά πηλήκιά τους, τα χρυσοποίκιλτα πορφυρά σακάκια με τις κροσσωτές επωμίδες τους, τα μαύρα παντελόνια με τα χρυσά σιρίτια και τα λευκά γαντάκια τους. Τα μέλη της Φιλαρμονικής είναι άντρες αλλά και γυναίκες και παιδιά, άλλοι νεαρότεροι σχεδόν παιδιά άλλοι γεροντότεροι -επαρχιακή πόλη είναι και η προσέλευση μουσικών δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται διαφορετικά. Έτσι όπως η μπάντα ήρθε και παρατάχθηκε δίπλα στο άγημά μας, εμένα μου αντιστοιχήθηκε ένα κοριτσάκι 12-13 χρόνων. Μικρό, ξανθό, με μπούκλες στο μαλλί της. Και με ροζ μάγουλα, από την πρωινή δροσιά. Κρατά ένα μεγάλο τύμπανο που είναι ακουμπισμένο σε όλη την μπροστινή πλευρά του σώματός της, που το χτυπάει πολύ σοβαρά, συνέχεια και ρυθμικά. Είναι τυμπανίστρια. Το κοριτσάκι, η μικρή τυμπανίστρια, κάποια στιγμή γυρίζει το βλέμμα της επάνω μου και μου χαμογελάει με κατανόηση. Ένα χαμόγελο που με γεμίζει ζωή. Ζωή που έρχεται πρόσχαρα να μεταγγιστεί στη μουντή φαιοπράσινη στρατιωτική στολή μου, στα μαύρα αρβύλα μου και στο βαρύ σιδερένιο κράνος που με σκεπάζει. Και καταφέρνει να ενσωματώσει τον ρυθμό και την εσωτερική χάρη των μελών όλης της φιλαρμονικής εντός μου.
Κάτι παρόμοιο έζησα τις προάλλες. Μια βραδιά Σεπτεμβρίου, που ο καιρός κρατιόταν ακόμα καλός, τα άνθη των λουλουδιών παρέμεναν τεντωμένα προς τον ουρανό και η γύρη τους συνέχιζε να καβαλά τις ριπές του αέρα που ερχόντουσαν και την έπαιρνε μακριά. Είχα πάει στη συναυλία της χορωδίας «Μη με λησμόνει» του Κέντρου Ημέρας για άτομα με άνοια Άρτας. Η χορωδία αυτή είναι φτιαγμένη από ωφελούμενους του Κέντρου Ημέρας και από φοιτητές του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι ένα project, στο οποίο οι υπεύθυνοι προσπαθούν με τη βοήθεια της μουσικής να φέρουν πίσω ξανά τις μνήμες εκείνων, που έχοντας προσβληθεί από την άνοια κινδυνεύουν να τις (ξε)χάσουν. Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις κοντά-κοντά υπερήλικους χορωδούς και νεαρούς φοιτητές. Ηλικιωμένους που στηρίζονται σε μπαστούνια, άλλους που κινούνται μόνο με τη βοήθεια συνοδού. Άλλους με ζαρωμένα πρόσωπα και άλλους με χέρια στραβωμένα από την αρθρίτιδα, που με βία συγκρατούνε τα τετράδια με τους στίχους των τραγουδιών που θα τραγούδαγαν. Να κάθεται ένας ηλικιωμένος δίπλα σε κάθε φοιτητή, για λόγους μουσικής ευφωνίας αλλά και φροντίδας των γεροντότερων. Απέναντι σχεδόν από μένα, δίπλα σε μια τέτοια ηλικιωμένη καθόταν μια νεαρή φοιτήτρια 20 περίπου χρόνων. Μια κοπέλα νέα, όμορφη, γελαστή, γεμάτη ντροπή και χάρη. Είχε ξέπλεκα και ελεύθερα τα πλούσια μακριά μαύρα μαλλιά της και αυτό ερχόταν σε μεγάλη αντίθεση με τα αραιά άσπρα μαλλιά της διπλανής ώριμης κυρίας. Η νεαρή φορούσε ένα απλό κίτρινο φουστανάκι, ενώ η ώριμη κυρία δίπλα της ένα γκρίζο βαρύ ταγέρ. Κι αν καμία φορά έπεφτε από τα χέρια της τελευταίας το τετράδιο, η φοιτήτρια το μάζευε και της το ‘δινε με χαμόγελο, του είδους «δεν έγινε και τίποτα», κι ας άφηνε κάθε φορά στο σκύψιμο της να φανεί ένα μεγάλο μέρος από το πλούσιο μπούστο της. Η νεαρή κοπέλα έδειχνε πως χαιρόταν ανέμελα τη ζωή, χαιρόταν και το τραγούδι που τραγουδούσαν και άφηνε τη χαρά της αυτή να διαχυθεί στο περιβάλλον. Χαμογελώντας, κουνώντας το σώμα της και τα χέρια της στον ρυθμό της μουσικής, κοιτώντας με καλοσύνη τη διπλανή της.
Από τη θέση μου έβλεπα το κοντράστ που εξέπεμπε η ομορφιά και η σιγουριά της νεότητας καθώς παντρευόταν με το ζάρωμα και την αβεβαιότητα της ώριμης ηλικίας. Ένα παρόμοιο κοντράστ που είχα συναντήσει πριν πολλά χρόνια όταν συνάντησα τη μικρή τυμπανίστρια. Και τώρα, όπως και τότε, με πλημμύρισαν τα ίδια συναισθήματα. Που κατέληγαν σε ένα και μοναδικό: στην ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη για τη ζωή, ευγνωμοσύνη που ζω.
Λίγες ώρες αργότερα, μίλαγα στο τηλέφωνο με έναν σοφό φίλο μου.
«Τι κάνεις;» με ρώτησε.
«Φοβάμαι” του απάντησα.
«Τι πράγμα; Τι ν’ αυτά που λες;»
«Αυτό που έρχεται. Το μέλλον- μου φαίνεται τόσο μεγάλο και δύσκολο».
«Όσο μεγαλώνεις, αυτό μικραίνει. Μην τη φοβάσαι τη ζωή. Η ζωή είναι καλή όταν κάνουμε καλά πράγματα ο ένας στον άλλον».
