17 07 2025 dimitra ioannou
ΒιβλίοΠολιτισμός

Δήμητρα Ιωάννου – Όταν οι δρόμοι της Πρέβεζας ψιθυρίζουν όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ

Η Δήμητρα Ιωάννου μιλά στον Η.Α. για τις αθέατες πλευρές μιας ηπειρώτικης πόλης, τις γυναίκες που σπάνε τη σιωπή τους και τα μυστικά που αλλάζουν ζωές

Στον Η.Α. φιλοξενούμε τη συγγραφέα Δήμητρα Ιωάννου, με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Η ανεπιθύμητη ανιψιά», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει την Πρέβεζα όχι απλώς ως σκηνικό, αλλά ως πρωταγωνιστή σε μια καθηλωτική ιστορία που δεν λείπουν τα πάθη, οι έρωτες, τα εγκλήματα κι αλήθειες που ζητούν φως, ακόμη κι αν πληγώσουν όσους το αντικρίσουν.

Κυρία Ιωάννου, η Πρέβεζα στη δεκαετία του ’70 ζωντανεύει μέσα από το μυθιστόρημά σας σαν ένας λαβύρινθος από στενά γεμάτα φως αλλά και σκιά. Τι ήταν εκείνο που σας ενέπνευσε περισσότερο σε αυτή την πόλη ώστε να γίνει όχι μόνο σκηνικό αλλά καρδιά της ιστορίας σας;

Η Πρέβεζα δεν είναι απλώς ο τόπος καταγωγής μου. Είναι κυριολεκτικά ένα κομμάτι από το είναι μου, σμιλεμένο με φως, νοσταλγία και αλμύρα. Εκεί βρίσκονται όλα μου τα καλοκαίρια, τα μπάνια, οι βαρκάδες, οι παιδικές φιλίες, τα γέλια που αντηχούν ακόμα στα σοκάκια, οι πρώτοι έρωτες και οι στιγμές της ανεμελιάς που σε σφραγίζουν για πάντα. Στην Πρέβεζα, ο χρόνος πάντα κυλούσε πιο γλυκά, γεμάτος εικόνες και συναισθήματα που με διαμόρφωσαν βαθιά, τόσο ως συγγραφέα όσο και ως άνθρωπο. Κάθε δρόμος που βαδίζουν οι ήρωες του βιβλίου έχει ήδη περπατηθεί από μένα, κάθε σημείο είναι φορτισμένο με προσωπικές αναμνήσεις. Για μένα, η Πρέβεζα είναι κάτι παραπάνω από σκηνικό. Είναι πατρίδα και οικογένεια. Οι άνθρωποί της, τα στενά της, το Μονολίθι, ο Παντοκράτορας, η Μαργαρώνα, ο Μύτικας, όλα κουβαλούν έναν παλμό που συντονίζεται με τη δική μου καρδιά. Όταν επιστρέφω εκεί, νιώθω πως γυρίζω στο σπίτι μου. Για αυτό και το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Πρέβεζα μαζί με ένα τεράστιο ευχαριστώ γεμάτο αγάπη κι ευγνωμοσύνη για την ομορφιά, τη δύναμή της και όλα όσα μου έχει δώσει.

Η Στέλλα, μεγαλωμένη μέσα σε υποκρισία και σιωπή, αποφασίζει να ψάξει το παρελθόν της αψηφώντας την κοινωνική κατακραυγή. Αν τη συναντούσατε σήμερα, τι θα θέλατε να της πείτε για το θάρρος της και την επιμονή της;

Η Στέλλα μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πνιγηρό, γεμάτο κανόνες, υποκρισία και φόβο. Την έμαθαν να σκύβει το κεφάλι, να ευγνωμονεί που της έδωσαν τα βασικά και να σιωπά. Κι όμως, μέσα της υπήρχε μια σπίθα που δεν είχε σβήσει ποτέ καθώς και η πίστη ότι αξίζει κάτι περισσότερο. Έτσι λοιπόν τόλμησε και ανέτρεψε τα πάντα. Έψαξε αλήθειες που την πονούσαν και περπάτησε δύσβατους δρόμους, όμως κατόρθωσε και βγήκε στο φως. Αν συναντούσα τη Στέλλα σήμερα, θα της έλεγα ότι θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο όρθωσε το ανάστημά της και αναζήτησε μαζί με την αλήθεια και τον ίδιο της τον εαυτό, αποσυνδέοντας την αξία της από την απορριπτική στάση της οικογένειας Δόση. Θα της έλεγα πως αυτό το θάρρος είναι η πιο σπουδαία κληρονομιά που μπορεί να αφήσει σε όποιον θα διαβάζει την ιστορία της. Γιατί μέσα από εκείνη κάποιος άλλος θα πιστέψει ξανά στη δική του αξία. Και αυτό είναι το θαύμα της λογοτεχνίας.

Ο Σίμος Σαράντης φέρνει μαζί του το δικό του φορτίο πόνου και απωλειών, αλλά γίνεται στήριγμα για τη Στέλλα. Πιστεύετε ότι δύο άνθρωποι πληγωμένοι από τη ζωή μπορούν να χτίσουν μαζί κάτι που μοιάζει με ευτυχία;

Απόλυτα το πιστεύω. Κι αν κάτι με συγκινεί στη σχέση της Στέλλας με τον Σίμο είναι ακριβώς αυτό: δυο άνθρωποι που κουβαλούν τις πληγές τους, καταφέρνουν να αναγνωρίσουν και να αγκαλιάσουν ο ένας τον πόνο του άλλου. Δεν έρχονται κοντά γιατί είναι αλώβητοι ή γιατί έχουν όλα τα εφόδια για έναν «τέλειο έρωτα». Έρχονται κοντά παρά τα τραύματά τους ή ίσως εξαιτίας αυτών. Γιατί όταν έχεις πονέσει, έχεις και τη δυνατότητα να δείξεις κατανόηση, τρυφερότητα, ενσυναίσθηση. Δεν κοιτάς τον άλλον για να τον διορθώσεις, δεν τον κρίνεις, απλά τον στηρίζεις. Η ευτυχία δεν είναι αψεγάδιαστη. Είναι πολλές φορές η κοινή απόφαση να μείνουμε δίπλα ο ένας στον άλλον, ακόμα κι αν ο καθένας κουβαλάει τα σκοτάδια του. Και ναι, σε αυτό το «μαζί», σε αυτή τη βαθιά ανθρώπινη και ισότιμη συνάντηση, εγώ βλέπω τη δυνατότητα της πιο αυθεντικής ευτυχίας.

Η Λαμπρινή, η Καλυψώ, η Αντιγόνη: γυναικείοι χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές όψεις της γυναικείας φύσης: ζήλια, φιλοδοξία, αγάπη, φόβο. Τι σας γοητεύει περισσότερο όταν γράφετε για γυναίκες που δεν είναι «αγαπητές» στον αναγνώστη;

Αυτό που με ελκύει περισσότερο στους «μη αγαπητούς» γυναικείους χαρακτήρες είναι ακριβώς η πολυπλοκότητά τους. Οπωσδήποτε η Λαμπρινή, η Καλυψώ, η Αντιγόνη δεν είναι συμπαθείς με την πρώτη ματιά, αλλά πίσω από τη ζήλια, τη φιλοδοξία ή τον φόβο τους, κρύβονται πάντα πληγές, ανεκπλήρωτες ανάγκες, μεγάλες ανασφάλειες και κοινωνικές πιέσεις που τις διαμόρφωσαν έτσι. Δεν θέλω οι χαρακτήρες μου να είναι τέλειοι. Θέλω να είναι αληθινοί. Και τελικά η γοητεία βρίσκεται ακριβώς στις ρωγμές τους, όχι στην αψεγάδιαστη τελειότητα.

Αν ένας αναγνώστης αναρωτηθεί για ποιο λόγο αυτή η ‘αντιπαθητική φιγούρα’ εξελίχθηκε και κατέληξε έτσι, τότε νομίζω έχουμε κάνει μαζί ένα πολύ σημαντικό βήμα ενσυναίσθησης. Κι αυτό, για μένα, είναι από τα πιο δυνατά κέρδη της λογοτεχνίας.

Η ιστορία φέρνει στο φως θέματα κοινωνικής καταπίεσης, βίας, ανισότητας αλλά και απέραντης δύναμης ψυχής. Πιστεύετε πως μέσα από τη λογοτεχνία μπορούμε να δημιουργήσουμε νέους δρόμους κατανόησης για θέματα που συχνά αποσιωπώνται;

Ναι, γιατί η λογοτεχνία δεν είναι μόνο αφήγηση, είναι καθρέφτης και φωνή. Μπορεί να αγγίξει θέματα που αλλιώς δύσκολα θα θίγαμε. Μπαίνοντας σε μια ιστορία ο αναγνώστης μπορεί μέσω των ηρώων να βιώσει τον πόνο, την αδικία, την καταπίεση, όχι ως θεωρία αλλά να τη νιώσει στο πετσί του ως εμπειρία. Και εκεί ακριβώς ξεκινάει η κατανόηση, έρχεται η ενσυναίσθηση και αρχίζουν να ραγίζουν οι σιωπές και οι προκαταλήψεις. Γι’ αυτό και γράφουμε. Όχι μόνο για να πούμε ιστορίες, αλλά για να φωτίσουμε σκοτεινές γωνιές, να δώσουμε χώρο σε φωνές που έχουν αναγκαστεί να σωπαίνουν και ίσως να ανοίξουμε δρόμους προς έναν κόσμο λίγο πιο δίκαιο, λίγο πιο ανθρώπινο.

Στο «Η ανεπιθύμητη ανιψιά» σας οι ήρωες ζουν ανάμεσα σε μυρωδιές, γεύσεις, θάλασσα και ήχους που μένουν στον αναγνώστη. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η αισθητηριακή μνήμη στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης διήγησης;

Για μένα, η αισθητηριακή μνήμη είναι η ίδια η ψυχή της αφήγησης. Δεν αρκεί να πεις τι συνέβη σε μια σκηνή. Πρέπει να κάνεις τον αναγνώστη να δει, να μυρίσει, να γευτεί και να ακούσει. Να τον πάρεις από το χέρι και να τον βάλεις μέσα στην ιστορία με όλες του τις αισθήσεις. Όταν έγραφα την Ανεπιθύμητη Ανιψιά, ανακαλούσα εικόνες, ήχους, μυρωδιές, γεύσεις που κουβαλούσα μέσα μου από παιδί. Το τραγούδι της θάλασσας στο Μονολίθι, το αχνιστό πετάλι στις γραφικές ταβέρνες, τις ποδηλατάδες ως τον Παντοκράτορα, τις βόλτες με το καΐκι στην αγκαλιά του Αμβρακικού. Όλα αυτά δεν είναι φόντο, είναι το σώμα και η καρδιά της ιστορίας. Η λογοτεχνία, όταν αγγίζει τις αισθήσεις, γίνεται βιωματική. Δεν τη διαβάζεις απλώς, αλλά τη θυμάσαι, σαν να την έζησες. Και αυτό είναι που επιδιώκω: να αφήσω στον αναγνώστη όχι μόνο μια ανάμνηση, αλλά μια εμπειρία.

Αν «Η ανεπιθύμητη ανιψιά» μπορούσε να αφήσει μια μόνο σκέψη στους αναγνώστες σας, ποια θα θέλατε να είναι αυτή; Μια λέξη, μια φράση, μια αλήθεια που αξίζει να μείνει;

Δεν είσαι «λίγος», δεν είσαι «λίγη», όσο κι αν κάποιοι προσπάθησαν να σε πείσουν για το αντίθετο! Η αξία σου δεν εξαρτάται από την απόρριψη των άλλων, αλλά από την πολύτιμη αλήθεια που κρύβεις μέσα σου.

 Αυτό είναι το μήνυμα που θέλω να αφήσει το βιβλίο: Γιατί δεν γεννηθήκαμε για να χωράμε στα μέτρα των άλλων. Γεννηθήκαμε για να σταθούμε στο δικό μας ύψος.

 

 

Σχετικά άρθρα

Οι αναγνωστικές προτάσεις της εβδομάδας