Το βεβηλωμένο Μνημείο Ολοκαυτώματος στην Καστοριά
Αίθουσα Σύνταξης Επικαιρότητα

Η Ελλάδα παλεύει με τον αντισημιτισμό της

Ο εκτοπισμός των χιλίων Καστοριανών Εβραίων συνέβη μία μέρα νωρίτερα (24 Μαρτίου 1944) από τον εκτοπισμό των Γιαννιωτοεβραίων. Με τον προχθεσινό βανδαλισμό του μνημείου Ολοκαυτώματος στην Καστοριά οι δύο κοινότητες έχουν πλέον και αντίστοιχο ιστορικό επιθέσεων.

Η 25η Μαρτίου είναι μία από τις πιο συμβολικές αργίες στην Ελλάδα. Η εθνική επέτειος της ελληνικής επανάστασης του 1821 συμπίπτει με τη μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας, τον Ευαγγελισμό.  Για τα Γιάννενα η 25η Μαρτίου είναι σημαντική για έναν ακόμη λόγο. Το 1944, ανήμερα της γιορτής, 1850 Εβραίοι της πόλης συγκεντρώθηκαν στην πλατεία δίπλα στη λίμνη της πόλης, και εκτοπίστηκαν με οργανωμένη επιχείρηση των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο 163 επέστρεψαν μετά τον πόλεμο. Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων του ’40 αποτελούσαν το 5% του πληθυσμού της πόλης. Αν κάτι αντίστοιχο συνέβαινε σήμερα στην Αθήνα, θα ήταν σαν να αφανιζόταν ο πληθυσμός της Νέας Σμύρνης και της Καλλιθέας. Πλέον, στα Γιάννενα ζουν περίπου 50 Εβραίοι. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο o εβραϊκός πληθυσμός της Ελλάδας αριθμούσε περίπου 74.000, από τους οποίους επέζησαν μόνο 8.000. Σήμερα οι Έλληνες Εβραίοι είναι μόλις 5.000, το 0,05% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.

Τα ρεκόρ

Μεγάλωσα στα Γιάννενα, αλλά δεν άκουσα ποτέ τίποτε στο σχολείο για την καταστροφή. Στην Ελλάδα, η εξόντωση των Εβραίων δεν υπήρξε μέρος της σχολικής ύλης, ούτε καν της αφήγησης των εκπαιδευτικών. Δεν διαβάζαμε για τους Εβραίους, δεν αποστηθίζαμε ποιήματα, δεν έκλειναν τα σχολεία και για εκείνους την 25η. Μάθαμε για την καταστροφή της κοινότητας από σκόρπιες αφηγήσεις, μεγάλοι, μετά το σχολείο. Όπως επίσης, μάθαμε και για την αρπαγή των περιουσιών των Εβραίων από τους συμπολίτες τους, αφότου έφυγαν, μία ιστορία που στιγματίζει την πόλη, και για την οποία μόνο πρόσφατα και ακροθιγώς αρχίσαμε να συζητάμε δημόσια.

Η σιωπή δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Η Ελλάδα υπήρξε η μοναδική χώρα του δυτικού κόσμου που το 1947 δεν αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ. Σήμερα, παραμένει η πιο αντισημιτική χώρα της Δυτικής Ευρώπης, με ποσοστό 69%, περίπου διπλάσιο από τη δεύτερη στη λίστα Γαλλία (37%). Στη Βρετανία το ποσοστό είναι μόλις 8%. Ακόμη και στην Πολωνία που βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας στις αρχές της χρονιάς, εξαιτίας ενός αμφιλεγόμενου νόμου, το ποσοστό είναι 45%, πολύ μικρότερο από αυτό της Ελλάδας. Οι Έλληνες ανταγωνίζονται στον αντισημιτισμό μόνο χώρες όπως η Σαουδική Αραβία (74%). Ελαφρώς λιγότεροι (έξι στους δέκα) Έλληνες πιστεύουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης είναι Εβραίος.

Γιατί τα αντισημιτικά στερεότυπα σαρώνουν στην Ελλάδα;

Γιατί τα ποσοστά των Ελλήνων που υιοθετούν αντισημιτικά στερεότυπα είναι τόσο συντριπτικά, πρωτόγνωρα για τα ευρωπαϊκά δεδομένα;

Στην ελληνική περίπτωση, τα κατεξοχήν χαρακτηριστικά του αντισημιτισμού: η θρησκευτική μισαλλοδοξία και η δαιμονοποίηση του άλλου, συναντάνε δύο ιδιαιτερότητες που προσδίδουν εκρηκτικό χαρακτήρα στο φαινόμενο. Πρώτον, ο σεχταρισμός οξύνεται σε μία χώρα όπου το 90% δηλώνουν χριστιανοί ορθόδοξοι. Η φοβική απέναντι σε άλλες θρησκείες εκκλησία της χώρας εξακολουθεί να έχει λόγο στις πολιτικές εξελίξεις, ειδικά στα μειονοτικά ζητήματα.  

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του αντισμητισμού, η συνομωσιολογική επίρριψη ευθύνης στους Εβραίους για τα δεινά του κόσμου, συναντά το γενικευμένο σύνδρομο θυματοποίησης που παραδοσιακά διέπει την ελληνική κοινωνία. Σε έρευνα του 2014, το 75% των Ελλήνων θεωρούσε ότι η οικονομική κρίση σχεδιάστηκε από εξωθεσμικά κέντρα που ήθελαν το κακό της Ελλάδας.

Η στάση της ελληνικής κοινωνίας αντικατοπτρίζεται και στον απενοχοποιημένο αντισημιτικό λόγο του πολιτικού κόσμου. Η Ελληνική Βουλή λίγα 24ώρα μετά την 11η Σεπτεμβρίου συζήτησε ερώτηση του Γιώργου Καρατζαφέρη του ακροδεξιού ΛΑΟΣ με την οποία ζητούσε από το υπουργείο Εξωτερικών να διερευνήσει το ενδεχόμενο οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ να είχαν ειδοποιήσει 4.000 Εβραίους να μην πάνε στη δουλειά τους την ημέρα που χτυπήθηκαν οι δίδυμοι πύργοι. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος δήλωσε ότι οι Έλληνες Εβραίοι δεν πληρώνουν φόρους.

Στην αριστερά, τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης παρομοίωσε τους δανειστές της ΕΕ με τον Σάιλοκ, ενώ ο πρύτανης του πανεπιστημίου Αθηνών και υφυπουργός Παιδείας υποστήριξε ότι οι Εβραίοι οικειοποιήθηκαν το ολοκαύτωμα ώστε να προκαλέσουν τη συμπάθεια της διεθνούς κοινής γνώμης. Διαδηλωτές του κομμουνιστικού κόμματος γέμισαν με φωτογραφίες νεκρών Παλαιστίνινων το μνημείο Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη.  

Η ανοχή αυτή καθιστά τους βανδαλισμούς εβραϊκών μνημείων, κυρίως με νεοναζιστικά σύμβολα καταδικαστέο μεν, αλλά αναμενόμενο φαινόμενο, σχεδόν ισοδύναμο με κακό γκράφιτι ή μια απαράδεκτη πολιτική δήλωση. To 2017, περίπου κάθε μήνα, στην Ελλάδα καταγραφόταν μία επίθεση σε εβραϊκά μνημεία. Η αστυνομία ποτέ δεν έχει συλλάβει κανέναν, πλην μίας επιχείρησης στο εβραϊκό νεκροταφείο στα Γιάννενα το 2002, αλά Λουί Ντεφινές: αστυνομικοί συνέλαβαν άλλους αστυνομικούς που επίσης έψαχναν τους δράστες.

Η αφήγηση που αλλάζει

Ακόμη και σήμερα, η κυρίαρχη αφήγηση για τον αφανισμό των Ελλήνων Εβραίων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ότι οι ίδιοι οι Εβραίοι αγνόησαν τις προειδοποιήσεις των άλλων Εβραϊκών κοινοτήτων της χώρας, εμπιστεύτηκαν τους Γερμανούς, και έτσι πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Είναι μία αφήγηση που περιγράφει ουσιαστικά τον εκτοπισμό ως εσωτερικό πρόβλημα της κοινότητας. Κάποιος «δικός τους» έπρεπε να τους ειδοποιήσει, όπως δήθεν έκανε η Μοσάντ στους δίδυμους πύργους.

Κι όμως, η μεγαλύτερη και δυναμικότερη αλλαγή της εθνικής αφήγησης ξεκινά από τολμηρές πρωτοβουλίες των τοπικών αρχών, ακριβώς στις πόλεις όπου εξελίχθηκε το δράμα εβδομήντα χρόνια πριν. Στη Θεσσαλονίκη, ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, τρεις μόλις μέρες μετά τη βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος, έδωσε μία από τις τολμηρότερες πολιτικές ομιλίες στην Ελλάδα. Ο Μπουτάρης περιέγραψε πως ‘οι ταφόπλακες του κατεστραμμένου από Γερμανούς και Έλληνες χριστιανούς υπαλλήλους του Δήμου εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή πεζοδρομίων στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη’. Χαρακτήρισε τη δημιουργία του μουσείου ολοκαυτώματος ως ένα προσωπικό του στοίχημα ώστε να υπογραμμίσει τη ‘συλλογική ντροπή της πόλης για όσα επέτρεψε να συμβούν στην εβραϊκή της κοινότητα’.

Αλλά και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδας (ΚΙΣ) έχει εγκαταλείψει την αμυντική στάση των περασμένων δεκαετιών. Το 1988, όταν έρευνα είχε επαναλάβει ουσιαστικά τα ίδια ποσοστά αντισημιτισμού ανάμεσα στους Έλληνες, το ΚΙΣ έσπευσε να διαψεύσει την ύπαρξη του φαινομένου στην Ελλάδα. Το Συμβούλιο είναι πλέον από τις πιο θαρραλέες και επίμονες φωνές ενάντια στον αντισημιτισμό. Η ελληνική αφήγηση αλλάζει, αργά, επώδυνα αλλά, ας ελπίσουμε, χωρίς επιστροφή.

Σχετικά άρθρα

«Αναζητώντας τη Νέλλη» 75 χρόνια μετά

Ο φλύαρος ελληνικός αντισημιτισμός

Θύμιος Τζάλλας

Η φλόγα δεν θα σβήσει