gkaranatsis thavmastos nisi Custom
Αίθουσα ΣύνταξηςΚαθημερινά

Ένα νησί στη βροχή και μια μελωδία που δεν σβήνει

Για το Νησί, την Μπυρίτσα, τη μουσική και τον θρίαμβο του ενθουσιώδους Θανάση...

mpiritsa mpouzouki nisi CustomΗ βροχή δεν έλεγε να σταματήσει χθες. Από το πρωί τα σύννεφα είχαν ρίξει βαριά σκιά πάνω από τη λίμνη, κάνοντας τα νερά της έναν καθρέφτη θολό, γεμάτο ασαφείς αντανακλάσεις. Κι όμως, ξεκινήσαμε. Γιατί αυτά είναι τα Γιάννενα, και αυτός είναι ο καιρός τους—βροχή που δε σε ρωτά, σε δοκιμάζει.

Στο Νησί, στο μικρό μαγαζί με το ταιριαστό όνομα Μπυρίτσα (που όσο του λείπει σε τετραγωνικά τόσο του περισσεύει σε φιλοξενία, σε ποικιλία μπύρας και σε μερίδες στα πιάτα που σερβίρει), μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι έπλεκαν μελωδίες γνώριμες –μπορεί και ξεχασμένες- από εκείνες που μαλακώνουν τους ανθρώπους και τους φέρνουν πιο κοντά. Ο Βασίλης Γκαρανάτσης, ο πατέρας του Στάθης, ο θείος του (και αδερφός του πατέρα του) Θανάσης και δυο φίλοι, ο Κώστας Θαυμαστός και ο Δημήτρης Γιώτης (με το χαρακτηριστικό και δηλωτικό παρατσούκλι «Μητσοήσυχος»), είχαν στήσει ένα άτυπο μουσικό σεργιάνι. Στην αρχή, η κιθάρα και το μπουζούκι ζέσταιναν δειλά τον χώρο, σαν μια πρώτη, απαλή αναπνοή. Μα, όσο περνούσε η ώρα, η μουσική μεγάλωνε, σαν κύμα που θεριεύει και ξεσηκώνει. Οι φωνές έδεναν, οι παλάμες χτυπούσαν τα τραπέζια, τα ρεφρέν γίνονταν κοινή προσευχή. Δυο γενιές ανθρώπων διηγήθηκαν όλη την ελληνική μουσική ιστορία -Κουγιουμτζή, Μητροπάνο, Θεοδωράκη, Ξυλούρη, Λοΐζο, Καββαδία, Μικρούτσικο- και γύρω τους, όλοι εμείς, μια παρέα που μεγάλωνε με κάθε στίχο, κάθε τσούγκρισμα ποτηριού, κάθε χαμόγελο. Έξι ώρες ασταμάτητης μουσικής. Έξι ώρες που κύλησαν σαν ένα ατελείωτο τραγούδι, από εκείνα που δεν γράφονται, μόνο βιώνονται. Στο μικρό μαγαζί της Μπυρίτσας, η βροχή έξω έδινε ρυθμό στα νερά της λίμνης, μα μέσα ο ρυθμός ανήκε αλλού. Και η κούραση δεν είχε θέση εκεί. Αντί να κοπάσει, η μουσική δυνάμωνε, σαν να έβρισκε δύναμη από τον ίδιο της τον εαυτό. Ένα σπασμένο ποτήρι έγινε ελαφρύ χτύπημα στο ξύλο, ένα πνιχτό γέλιο έγινε δεύτερη φωνή, μια λέξη έγινε τραγούδι. Και στο κέντρο όλων, ο Θανάσης. Σχεδόν βιβλικός, με τα χέρια του ανοιχτά, σαν μαέστρος άτυπος, έδινε τον παλμό σε όλους, όριζε το τέμπο, γινόταν η καρδιά της βραδιάς. Σε κάθε κορύφωση, η φωνή του υψωνόταν πάνω από τη μουσική, επαναλάμβανε μια και μόνο λέξη: «ΘΡΙ-ΑΜ-ΒΟΣ» -τονίζοντας κάθε συλλαβή, γεμίζοντας τον χώρο, μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό του. Δεν έχουν ώρα και μέρα που είναι εκεί, για να πάτε να τους βρείτε και να τους ακούσετε. Δεν κλείνουν πάντα συγκεκριμένο ραντεβού με πομπώδεις υποσχέσεις καλοπέρασης για να δελεάσουν το κοινό. Όπως το επιτάσσει η στιγμή ή όπως το γεννάει η παρέα… Άλλος τόπος, άλλη Ελλάδα -μπορεί παλιότερη, πιο αυθεντική σίγουρα, πιο αυθόρμητη, καθόλου τουριστική και επιτηδευμένη.

Οι ώρες πέρασαν σαν κύματα μουσικής. Και όταν πια είχε έρθει η στιγμή της αναχώρησης, όταν το τελευταίο ακόρντο έσβησε στον αέρα και η πόρτα άνοιξε στη νύχτα, βγήκαμε στη βροχή άλλοι άνθρωποι και βρεθήκαμε να κατηφορίζουμε αργά προς το λιμάνι. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει, η υγρασία τύλιγε τα πάντα, και μέσα στο σκοτάδι, μοναδικός οδηγός το κίτρινο φως του καραβιού που μας περίμενε. Ο καραβοκύρης στην άκρη του μόλου, μια φιγούρα ακούνητη, ο τελευταίος φύλακας της νύχτας.

Μπήκαμε στο καράβι όσοι ήμασταν στην Μπυρίτσα, το Νησί έμενε πίσω, αμίλητο και βρεγμένο. Μα η μουσική ήταν ακόμα εκεί, στα αυτιά μας, στην ψυχή μας, στα πόδια που πατούσαν ρυθμικά τις ξύλινες σανίδες του τρίσκαλου που οδηγούσε στο πλοίο. Και μέσα μας, η επωδός του Θανάση μετά από κάθε τραγούδι, που τον συντάρασσε σαν να το άκουγε ή να το έλεγε πρώτη φορά, αντηχούσε ακόμα σαν επιστέγασμα, αλλά σαν μια υπόσχεση: «Θρίαμβος».

Φύγαμε από το Νησί με πολλά φιλέματα από ανθρώπους γενναιόδωρους και ανοιχτόκαρδους. Απ’ αυτά που κρατάς στα χέρια, αλλά κι από τ’ άλλα που γεμίζουν την καρδιά σου ευγνωμοσύνη και ευφορία. Εις το επανιδείν –όποτε και όπως τύχει…

thavmastos mpiritsa garanatsis Custom

Σχετικά άρθρα

Αυτοψία Γ. Αμυρά στις εργασίες δασοπροστασίας στο Νησί

Πρωτομαγιά στο Νησί Ιωαννίνων

Ηπειρωτικός Αγών

Όταν ένα νησί πάψει να’ ναι νησί