asthenis nosokomeio geniki 1
ΑπόψειςΙστορίες

Ημερολόγιο Χειρουργείου

Γράφει ο Νίκος Μπιλανάκης.

Βρίσκομαι εντός φυσιολογικών ορίων. Ύψος 1,80, 72 κιλά βάρος, 8.7 ασβέστιο, σάκχαρο 98, αρτηριακή πίεση 120/72, 180 χοληστερίνη, θερμοκρασία σώματος 36,7 και έχω 65 σφυγμούς ανά λεπτό. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν τους βιοδείκτες μου. Βασίζονται στην κανονικότητα που εκπέμπει ο μέσος όρος και υποδεικνύουν ότι, όσο βρίσκομαι εντός των ορίων τους, είμαι προφυλαγμένος. Όχι για πάντα, ούτε ότι μπορούν να αποκλειστούν ανεπιθύμητες εξελίξεις. Οι βιοδείκτες προσφέρουν μια αίσθηση ασφαλείας -μια ψευδαίσθηση. Όπως τουλάχιστον συνέβη με εμένα, που, αν και βρισκόμουν εντός φυσιολογικών ορίων, βρέθηκα ξαφνικά ασθενής. Ίσως γιατί εκεί έξω, στις αχανείς εκτάσεις της ύπαρξης, υπάρχουν πολλές ακόμα αχαρτογράφητες περιοχές ζωής, χωρίς βιοδείκτες,  που η επίπτωσή τους στην συνολική υγεία δεν μπορεί ακόμα να εκτιμηθεί.  Απέραντοι χώροι ζωής. Όπως ο χώρος της απώλειας και του χαμένου κουράγιου, της εξάντλησης και της χρόνιας λύπης, της απόγνωσης αλλά και της συνεχιζόμενης επιμονής…

Με οδηγούν με το φορείο στο χειρουργείο. Εγκάρδιες παχουλές νοσηλεύτριες με χρωματιστά σκουφάκια με υποδέχονται κι αρχίζουν να μου μιλούν. Σε λίγο καταφτάνει κι ο αναισθησιολόγος. Και εγώ, χωρίς να το καταλάβω, αποκοιμιέμαι. Σε κάμποση ώρα, μια φωνή ζητά επιτακτικά «άντε ξύπνα τώρα, μην κοιμάσαι άλλο, προσπάθησε να κρατηθείς ξύπνιος». Προφανώς σε εμένα απευθύνεται. Νοιώθω αδύναμος, σαν σακί πεταμένο σε καρότσα τριαξονικού, να αποτελούμαι από μέλη ξεχαρβαλωμένα και άναρχα επανασυναρμολογημένα. Και νοιώθω αφόρητα μόνος. Σαν μόλις να αποσπάστηκα και να ξεχώρισα από μιαν σκοτεινή, άμορφη μάζα, όπου βρισκόμουν ζεστά μαζί με άλλους και τώρα βρίσκομαι εδώ, μόνος κι έρημος να κρυώνω και να πλαντάζω. Κι αυτοί να μου ζητούν να ξυπνήσω, να ξεχωρίσω. Κάποια στιγμή τολμώ να πω: «Ρε παιδιά, νοιώθω μια μοναξιά, μιλήστε μου τουλάχιστον» και τραβάω τον ουροκαθετήρα μου. Νομίζουν πως έχω οργανικό ψυχοσύνδρομο.

Με διακομίζουν στη γαλαζωπή Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Δυο πράσινα ανθρωπάκια που σπρώχνουν ένα φορείο, αδειάζουν το φορτίο του, το ακίνητο σώμα μου, πάνω σε ένα από τα έξι κρεβάτια. Οι άλλοι πέντε άνθρωποι, που βρίσκονταν ήδη πάνω σε αυτά, συνεχίζουν να ανασαίνουν κοφτά χωρίς να δείχνουν πως επηρεάζονται από το νέο entry. Ακόμα και τα κρεβάτια τους συνεχίζουν να βομβίζουν αδιάφορα άρρυθμα και ασταμάτητα, όπως πριν εμφανισθώ. Το κορμί μου, όπως και των άλλων πέντε, τακτοποιείται από τρεις σιωπηλούς νοσηλευτές που βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση για να υποστηρίξουν, μαζί με τα αυτοματοποιημένα μηχανήματα της Μονάδας, τις διαδικασίες των σωμάτων μας. Αν και η ένταση του γαλαζωπού φωτός στον χώρο παραμένει διαρκώς σταθερή, το ρολόι στον τοίχο συλλαμβάνει τον χρόνο να πηγαινοέρχεται. Όλα είναι ρευστά. Κάποια στιγμή, το ρολόι ορίζει την απαρχή της νύχτας. Κι εγώ αρχίζω να φοβάμαι και να δυσφορώ περισσότερο. Έχω πάψει να νοιώθω το σώμα μου όπως το ένοιωθα. Δεν νοιώθω να έχω κεφάλι, χέρια, στήθος, πόδια… Νοιώθω σαν να είμαι φτιαγμένος πλέον από άλλα κομμάτια. Το δεξί κομμάτι είναι ουσιαστικά ένας ουροκαθετήρας foley που πρέπει να προσέχω να «τρέχει» συνεχώς. Το αριστερό τμήμα, είναι κατειλημμένο από σωληνάκια που εισχωρούν σε αυτό, και αποτελεί την πύλη εισόδου όλων αυτών των υγρών που το αρδεύουν. Και το τρίτο τμήμα μου που είναι το στερνό μου, που υπήρξε το ηρωικό χειρουργικό πεδίο. Τώρα πλέον αποτελεί μια μεγάλη ξερή πληγή. Έχω συνεχώς στον νου μου τα τρία αυτά τμήματα που πλέον με συνέχουν. Αυτά αποτελούν τον καινούργιο εαυτό μου. Η φροντίδα τους με κράτα στη ζωή. Και αλλοιώνει την ουσία του κόσμου όπως τον ήξερα.

Στο θάλαμο νοσηλείας. Πολυκοσμία. Δυο κλίνες, δυο φροντιστές, πέντε επισκέπτες. Ένας 22χρονος άγνωστος σε μένα νοσηλευτής, αφού φωνάξει «έχει κανείς μια τάπα για το levin;», απευθύνεται στη συνέχεια σε μένα για να πει «Έλα γλυκέ μου, σήκωσε το ποδαράκι σου, άγγελέ μου». Αναρωτιέμαι από που προκύπτει αυτή η υπερβολική οικειότητα του. Στη συνέχεια θα καταλάβω πως πρόκειται απλώς για οδηγία του μάνατζμεντ του νοσοκομείου –είναι, βλέπετε, ιδιωτικό. Αυτή η γλίσχρα φιλικότητα βοηθά να χτιστούν δεσμοί που διευκολύνουν να απελευθερωθούν χρηματικά πόσα. Νεότερο κόλπο του νοσοκομειακού μάνατζμεντ, όπως η παλαιότερα καλλιεργημένη φαντασίωση περί σέξι νοσοκόμων με κόκκινα εσώρουχα που σε περιμένουν στα νοσοκομεία.

Τέσσερις μέρες μετά. Στέκομαι στο μπαλκόνι του θαλάμου ανάρρωσης μου, στο ίδιο νοσοκομείο. Μου μυρίζει μια μυρωδιά από ιώδιο και υγρασία. Σαν να είναι κοντά η θάλασσα. Είμαι όμως σε ένα από τα πολλά νοσοκομεία του κέντρου της Αθήνας. Στην καρδιά της πόλης, πιο κέντρο δεν γίνεται. Ένα κρώξιμο ακούγεται από ψηλά, ακόμη ένα μερικά δευτερόλεπτα αργότερα κι ύστερα ένα τρίτο. Γνώριμοι ήχοι αλλά και παράταιροι. «Γλάροι;» αναρωτιέμαι. Κλείνω τα μάτια μου, ανοίγω τα αυτιά μου και ρουφώ με δύναμη τη θαλασσινή μυρωδιά του αέρα. Αφήνομαι να ακούω τα θαλασσοπούλια και αισθάνομαι τη θάλασσα να έχει έρθει ως εμένα. Σαν να είχε ακούσει την επιθυμία μου και φρόντισε να την πραγματοποιήσει. Ένα κύμα ελπίδας πλημμυρίζει το μέσα μου. «Η θάλασσα είναι κάπου εδώ. Στο Μέγαρο Μουσικής. Εγώ την έφερα!», σκέφτομαι και χαμογελώ. «Θα τα καταφέρω και στα υπόλοιπα που με περιμένουν», λέω με αισιοδοξία μέσα μου.

Σχετικά άρθρα

Στην «τσιμπίδα» της ΕΑΔ και νοσοκομείο της Ηπείρου