Σύμφωνα με τους εργαζόμενους, η εξέλιξη αυτή θα αποκόψει τα πέντε μουσεία χώρας (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου) από τον «κορμό» της αρχαιολογικής υπηρεσίας, με επιπτώσεις και για τα μικρότερα μουσεία της περιφέρειας.
Η μετατροπή των Μουσείων σε ΝΠΔΔ θα επιτρέψει τον διορισμό διοικήσεων από τον εκάστοτε υπουργό, αλλά και θα οδηγήσει στην εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του πολιτισμού, όπως επισημαίνουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων.
Το νομοσχέδιο αναιρεί κάθε σχεδιασμό για ενιαία εθνική πολιτιστική πολιτική, δίνει τη δυνατότητα στα διορισμένα Δ.Σ. να διαχειρίζονται κατά το δοκούν τους οικονομικούς πόρους κάθε μουσείου, ενώ τα εν λόγω μουσεία μπορούν να ιδρύουν παραρτήματα στο εξωτερικό, νομιμοποιώντας κατ’ αυτό τον τρόπο αμφισβητούμενες πολιτιστικές πρακτικές. Παράλληλα, όπως τονίζουν, η ανάγκη μεγιστοποίησης των εσόδων, η εξάρτηση από χορηγούς και σπόνσορες, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των μουσείων, οδηγεί στη σταδιακή «απαλλαγή» του κράτους από την αποκλειστική υποχρέωση της προστασίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής.
«Ένα μουσείο δεν είναι γκαλερί, αλλά ξεκινάει από την ανασκαφή και ξαναγυρίζει στην ανασκαφή», σημείωσε χαρακτηριστικά το μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων στο ΥΠΠΟ ΒΔ Ελλάδας, Παναγιώτης Τσιγκούλης, σημειώνοντας την καθολική εναντίωση του προσωπικού στην ψήφιση του νομοσχεδίου.
Για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση στον τομέα του πολιτισμού, έκανε λόγο ο αντιπρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων Αρχαιολογίας Ηπείρου Λεωνίδας Λεοντάρης, επικρίνοντας την πολιτική που ακολουθούν οι κυβερνήσεις διαχρονικά.
Τόσο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, όσο και ο πρόεδρος του Ν.Τ. της ΑΔΕΔΥ, που στηρίζει τις κινητοποιήσεις, Χρήστος Γρίβας ζήτησαν την απόσυρση του νομοσχεδίου, αλλά και τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων, που επί σειρά ετών καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες στις υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού.
Ερωτήματα και ανησυχίες
Μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με την σκοπιμότητα και αναγκαιότητα της μετατροπής των πέντε μουσείων σε ΝΠΔΔ, αλλά και τις επιπτώσεις της χρηματοδότησης στα υπόλοιπα μουσεία της περιφέρειας, καταθέτει σε ψήφισμά του το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων σε ψήφισμά του.
Τονίζοντας πως τα μουσεία της χώρας, τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και εξής, έχουν καταφέρει να απορροφήσουν πλήθος εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων που αφορούσαν έργα υποδομής, υλοποίησαν έργα και δράσεις για την ανάδειξη των ευρημάτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό και παρείχαν δωρεάν εκπαιδευτικά προγράμματα, το τμήμα θεωρεί ότι από την αιτιολογική έκθεση δε διαπιστώνεται η ανάγκη για αλλαγή του νομικού καθεστώτος, η οποία θα σημάνει την αυτόματη αποκοπή τους από τον κορμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία όμως διαχρονικά τα τροφοδοτεί με πλήθος ανασκαφικών ευρημάτων, αλλά μέχρι πρότινος και με ανθρώπινους πόρους.
Επισημαίνει, επίσης, ότι τα κριτήρια επιλογής των μελών των Δ.Σ. δεν είναι σαφή, ενώ δεν αποδεικνύεται η οικονομική αυτοτέλεια των νέων ΝΠΔΔ, δεδομένου ότι θα παραμείνουν κρατικώς επιχορηγούμενα. Παράλληλα, δεν έχει κατατεθεί σαφής οικονομοτεχνική μελέτη για το κόστος των αμειβόμενων μελών των Δ.Σ. και την αντίστοιχη επιβάρυνση που θα προκληθεί στον κρατικό προϋπολογισμό. «Μας προβληματίζει επίσης η δυνατότητα ίδρυσης παραρτημάτων στο εξωτερικό και μακροχρόνιου δανεισμού αρχαιοτήτων χωρίς σαφές πλαίσιο, καθώς συνακόλουθα δεν εξασφαλίζεται η παραμονή των “αμετακίνητων” αρχαιοτήτων σε ελληνικό έδαφος», αναφέρεται στο ψήφισμα.
Τέλος, εκφράζεται ανησυχία για την αποκοπή των εσόδων των εν λόγω μουσείων από τον ΟΔΑΠ (πρώην ΤΑΠΑ), φορέας ο οποίος συγχρόνως χρηματοδοτεί με αναδιανεμητικό τρόπο τα πολλά, μικρά μουσεία της περιφέρειας. «Η προοπτική της αλλαγής καθεστώτος των μεγάλων μουσείων της χώρας εγείρει αυτομάτως κρίσιμα ερωτήματα για τη χρηματοδότηση και την αξιοπρεπή συντήρηση αυτών των μικρών αλλά πολύτιμων κοιτίδων πολιτισμού στην περιφέρεια, καθόσον δεν προκύπτει ούτε από το Σ/Ν ούτε από τη συνοδευτική αιτιολογική έκθεση μέριμνα για την εξασφάλιση των πόρων που θα στερηθούν, αλλά και δεν προκύπτει έμπρακτη πρόνοια για την τύχη τους», τονίζεται.
Το Τμήμα προτείνει την έναρξη ουσιαστικού διαλόγου με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και την ακαδημαϊκή κοινότητα, και ζητά ενημέρωση όλων αναφορικά με τις σχετικές οικονομοτεχνικές μελέτες, που οφείλει να έχει εκπονήσει το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, προκειμένου να θεωρηθεί σκόπιμη και επωφελής για το δημόσιο συμφέρον αυτή η διοικητική μεταβολή.
