touching hands
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Χαρά μου, η χαρά σου

Τη διαφορά ανάμεσα στη δημιουργική και την κτητική αγάπη, αλλά και τη χαρά που γεννιέται μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις και τις υγιείς συναλλαγές, εξετάζει στο άρθρο του ο ομότιμος καθηγητής Καρδιολογίας Δημήτρης Σιδερής.

Αίσθημα είναι ό,τι νιώθομε όταν διεγείρεται ένα αισθητήριό μας. Μπορεί να ξεκινά μια ανταπόκριση, θετική (επίταση της έντασης του αισθήματος) ή αρνητική. Η θετική συνοδεύεται από μια στάση που τη νιώθομε ως ευχάριστη, η αρνητική το αντίθετο. Αυτά στην υγεία, διότι στη νόσο μια θετική ανάδραση μπορεί να εγείρει έναν φαύλο κύκλο που καταλήγει σε εξάντληση, μερικές φορές θανάσιμη. Παράλληλα μπορεί να αναπτύσσονται εξαρτημένα αντανακλαστικά. Για παράδειγμα, το άγγιγμα ενός πυρωμένου σίδερου προκαλεί πόνο και μια δυσάρεστη στάση (απομάκρυνση από το επώδυνο ερέθισμα). Με την ανάπτυξη του εξαρτημένου αντανακλαστικού, μόνη η θέα του πυρακτωμένου αντικειμένου, χωρίς να το αγγίξουμε, χωρίς να προκαλεί πόνο, δημιουργεί τη δυσάρεστη στάση που είναι ο φόβος. Αντίθετα, ελπίδα δημιουργείται στη βάση μιας ηδονικής επαφής.

Το αίσθημα και το συναίσθημα δεν εξαρτώνται από τη φύση του ερεθίσματος, αλλά από την ανταπόκριση του αισθητηρίου μας. Ένα απαλό χάδι σε οποιοδήποτε μέρος πάνω μας, όχι μόνο σε ερωτογόνο ζώνη, γίνεται ευχάριστα δεκτό. Το ίδιο χάδι όμως σε μια χαίνουσα πληγή είναι επώδυνο.

Εξαρτημένα αντανακλαστικά, στη βάση των φυσικών, μπορούν να αναπτύσσουν τα θερμόαιμα σπονδυλωτά (πτηνά, θηλαστικά). Οι άνθρωποι επιπλέον έχομε την ικανότητα να σχηματίζουμε και δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά στη βάση προσχηματισμένων πρωτοβάθμιων. Μια μπουκιά φαγητού στο στόμα προκαλεί σιελόρροια (φυσικό αντανακλαστικό). Ένα κουδούνισμα πριν από τη μπουκιά, αν επαναλαμβάνεται, συνηθίζεται να προκαλεί σιελόρροια, χωρίς τον ερεθισμό του στόματος (εξαρτημένο αντανακλαστικό). Το άκουσμα της λέξης «κουδούνι» μαζί με το κουδούνισμα μαθαίνεται να προκαλεί τη σιελόρροια χωρίς ούτε τη μπουκιά ούτε το άκουσμα του κουδουνιού (δευτεροβάθμιο εξαρτημένο αντανακλαστικό).

Η λήψη τροφής και η ερωτική πράξη είναι τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή μας, το πρώτο για την επιβίωσή μας, το δεύτερο για τη διαιώνιση του είδους μας. Τα εξαρτημένα αντανακλαστικά που δημιουργούνται στη διάρκεια των δύο αυτών ηδονικών πράξεων αποτελούν ένα σύνολο που είναι η βάση της αγάπης. Με την αγάπη, κατά κάποιον τρόπο, δύο οντότητες ενώνονται σε μία. Αυτή είναι η στενότερη δυνατή επαφή δύο νοητών Εγώ, που είναι άβατα για οποιονδήποτε άλλον πλην του εαυτού τους. Υπάρχουν, ωστόσο, δύο είδη αγάπης. Και στα δύο έχομε μια ένωση δύο οντοτήτων σε μία. Στο ένα, όμως, ας το πούμε δημιουργική αγάπη, διατηρείται ακέραια η ταυτότητα και των δύο μελών της αγάπης. Στο άλλο, κτητική αγάπη, η ένωση των δύο σε ένα συντελείται με κατάργηση της ταυτότητας του ενός. Αγαπώ τη γυναίκα μου, τους γονείς μου, τα παιδιά μου κ.λπ. Τόσο, που είμαι έτοιμος ακόμη και να θυσιαστώ γι’ αυτούς. Αγαπώ όμως και το κατσικάκι και το σφάζω και το τρώω. Με την πράξη του έρωτα χαιρόμαστε αμοιβαία εγώ και η αγαπημένη μου. Όταν όμως σφάζω και τρώω το κατσικάκι, εγώ χαίρομαι, όχι όμως αυτό.

Κάποτε εξελικτικά ο άνθρωπος απέκτησε δυο χέρια. Στα δύο πρόσθια άκρα του το μεγαλύτερο δάκτυλο έγινε αντικριστό με τα άλλα τέσσερα, έτσι που αυτό το άκρο του μπορούσε να λειτουργεί σαν λαβίδα, ενώ ως τότε τα θηλαστικά ως λαβίδα μπορούσαν να χρησιμοποιούν μόνο το στόμα τους. Τα πρωτεύοντα, οι μαϊμούδες, έγιναν με τέσσερα χέρια, αλλά δεν τους έμειναν πόδια. Μπορούσαν να κυκλοφορούν με τα τέσσερα χειροφόρα άκρα τους άνετα στα δέντρα κρεμαστά, αλλά όχι περπατώντας πάνω στη γη. Το στόμα ελευθερώθηκε από την ανάγκη να λειτουργεί σαν λαβίδα κι έτσι χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς, να εκφράζεται, να επικοινωνεί. Το στόμα μπόρεσε να εκβάλει όχι μόνο άναρθρες κραυγές, αλλά και λόγο. Και οι μύες του προσώπου άρχισαν να εκφράζουν τα συναισθήματα. Τα λόγια περιγράφουν, δεν εκφράζουν συναισθήματα. Μπορεί να είμαι καταλυπημένος, αλλά να λέω πως χαίρομαι. Οι προσωπικοί μύες όμως εκφράζουν τα συναισθήματά μου πιο γνήσια. Από τα μάτια μου τρέχουν δάκρυα και οι γωνιές του στόματός μου κρέμονται προς τα κάτω, όταν τα αισθήματά μου είναι αρνητικά, προς τα πάνω όταν γελάω και χαίρομαι. Την ώρα της ύψιστης χαράς, όταν κάνω έρωτα με την αγαπημένη μου, είμαι το μόνο είδος ζώου στον κόσμο που συνουσιάζομαι βλέποντας αμοιβαία το πρόσωπο της ερωτικής συντρόφου μου κι εκείνη το δικό μου. Και βλέπω τη χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της, τη χαρά από την ευχαρίστηση που εγώ της προσφέρω. Κι αυτή είναι η μέγιστη χαρά που μπορεί να νιώσει κάποιος.

Η ερωτική πράξη έχει σαν άξονά της τον οργασμό. Όμως δεν είναι αυτός η ύψιστη χαρά. Όταν θέλω να αγοράσω ελιές, πάω στον μπακάλη, τον πληρώνω και παίρνω τις ελιές μου. Και όταν θέλω οργασμό, πηγαίνω στον κατάλληλο οίκο, πληρώνω και αγοράζω τον οργασμό που έχω ανάγκη. Αυτό όμως δεν είναι η χαρά του έρωτα. Στον έρωτα υπάρχουν άλλες παράλληλες εκδηλώσεις που του δίνουν ποιότητα. Είναι μια ζεστή αγκαλιά, ένα φιλί, ένα χάδι. «Ένα γέλιο, ένα δάκρυ, λίγα χάδια, δυο κουβέντες τρυφερές, μιαν αγκαλιά…». Αυτή είναι η ποιότητα του έρωτα. Κι αυτό το στοιχείο υπάρχει σε κάθε είδους αγάπη, ίσως και σε κάθε είδους συναλλαγή.

Όταν αγοράζω κάτι από ένα μαγαζί, πληρώνω βέβαια τον πωλητή. Λέω «ευχαριστώ» για το προϊόν που μου πρόσφερε, εφόσον καλύπτει τις ανάγκες μου, και λέει «ευχαριστώ» για τα χρήματα που του έδωσα, με τα οποία θα αγοράσει άλλα προϊόντα και θα ζήσει. Αυτή είναι η υγιής συναλλαγή που κάνει χαρούμενους τους ανθρώπους. Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Υπάρχει και η κτητική αγάπη που λέγαμε. Σε νοσηρές καταστάσεις, όπως ο σαδισμός, χαίρεται κάποιος όταν προξενεί πόνο, όχι χαρά, στο θύμα του. Στις κοινές συναλλαγές του ο κτητικός χαίρεται όταν μπορέσει να ξεγελάσει τον συναλλασσόμενο. Αν μου πουλήσει ο μαγαζάτορας φύκια για μεταξωτές κορδέλες ή αν εγώ του πασάρω ένα κάλπικο νόμισμα. Νοσηρές καταστάσεις είναι αυτές που αργά ή γρήγορα αποκαλύπτονται και η συναλλαγή, ερωτική ή άλλη, σταματά. Κατά κανόνα με όχι καλό τρόπο.

Όσα γράφω παραπάνω για τις σχέσεις μεταξύ δυο προσώπων ισχύουν και για τις σχέσεις μεταξύ κρατών. Κανένα άλλο κράτος δεν μας έχει προσφέρει τόση οικονομική βοήθεια όση οι ΗΠΑ. Πόσοι Έλληνες τις αγαπάμε; Όχι πολλοί, εκτιμώ. Κανένα άλλο κράτος δεν έχει προσφέρει στους Αλβανούς τόσα όσα το δικό μας. Δεν μοιάζει να το νιώθουν. Μήπως τέτοιες συναλλαγές δεν ήταν πολύ έντιμες; Όταν ο δότης έδινε, ενδιαφέρθηκε να δει αν προξενούσε χαρά στον λήπτη; Ή μήπως απλώς εξαγόραζε τη βούλησή του;