Την έντονη ανησυχία του για το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του προγράμματος «Εξοικονομώ 2025» εκφράζει το Επιμελητήριο Ιωαννίνων με επιστολή προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος και την Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδας.
Όπως επισημαίνει, η πρόσφατη παράταση της προθεσμίας έως τις 17 Ιουλίου 2026 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο δεν επαρκεί για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί κατά την υλοποίηση του προγράμματος.
Οι λόγοι της καθυστέρησης
Το Επιμελητήριο τονίζει ότι η ολοκλήρωση ενός έργου του «Εξοικονομώ» αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία, που περιλαμβάνει μελέτες, ενεργειακές επιθεωρήσεις, προμήθεια εξοπλισμού, τεχνικές παρεμβάσεις, έκδοση πιστοποιητικών και υποβολή του τελικού φακέλου.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι σημαντικός αριθμός αποφάσεων υπαγωγής εκδόθηκε κατά τη χειμερινή περίοδο, όταν πολλές εργασίες, όπως οι εξωτερικές θερμομονώσεις, οι παρεμβάσεις στις όψεις και στις στέγες, ήταν αντικειμενικά δύσκολο ή αδύνατο να πραγματοποιηθούν, ιδιαίτερα σε ορεινές περιοχές όπως η Ήπειρος.
Σύμφωνα με την επιστολή, πρόσθετες καθυστερήσεις προκάλεσαν η ταυτόχρονη υλοποίηση τεσσάρων διαφορετικών κύκλων προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, η έλλειψη διαθέσιμων συνεργείων, οι αυξημένοι χρόνοι παράδοσης υλικών και η μεγάλη πίεση που δέχθηκαν μηχανικοί, ενεργειακοί επιθεωρητές και επιχειρήσεις του κλάδου.
Τα αιτήματα
Το Επιμελητήριο Ιωαννίνων ζητά:
- παράταση της προθεσμίας ολοκλήρωσης του «Εξοικονομώ 2025» κατά τουλάχιστον έξι μήνες,
- υπολογισμό της προθεσμίας ολοκλήρωσης από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης υπαγωγής κάθε δικαιούχου,
- ειδική μέριμνα για τις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας,
- και πιο ρεαλιστικό σχεδιασμό των επόμενων προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης.
Όπως αναφέρει, η επιτυχία του προγράμματος δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των εγκρίσεων, αλλά κυρίως από την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων, εκτιμώντας ότι μια ουσιαστική παράταση θα συμβάλει στην αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων και θα αποτρέψει την απένταξη χιλιάδων έργων για λόγους που δεν οφείλονται στους δικαιούχους.
