Η υπόθεση του Τζέφρι Έπσταϊν (Jeffrey Epstein) αποτελεί μία από τις πιο απεχθείς υποθέσεις ανήθικης και εγκληματικής συμπεριφοράς του 21ου αιώνα. Πέρα από τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες του συγκεκριμένου προσώπου, ο βαθμός εμπλοκής στο σκάνδαλο τόσων πολλών άλλων πλούσιων και ισχυρών ανθρώπων, μελών της άρχουσας ελίτ ολόκληρου του πλανήτη, προβάλλει και το γενικότερο ερώτημα αν ο ίδιος ο πλούτος, ο μεγάλος πλούτος από μόνος του, αποτελεί αιτία ανηθικότητας και εγκληματικής συμπεριφοράς.
Ή αν το διατυπώσουμε διαφορετικά: ποια κοινωνική τάξη είναι πιο πιθανό να υιοθετήσει ανήθικη συμπεριφορά, οι φτωχοί ή οι πλούσιοι; Ποιοι είναι πιο πιθανό να συμπεριφερθούν με περισσότερη φιλευσπλαχνία και αίσθηση του ηθικού; Οι φτωχοί μαύροι της Αμερικής και οι δύσμοιροι μετανάστες, που καταφέρνουν να φτάσουν μισοπνιγμένοι στις ευρωπαϊκές ακτές από χώρες της Ασίας ή της Αφρικής, ή οι πάμπλουτοι κροίσοι, μέλη κλαμπ και λεσχών, με ιδιόκτητα νησιά, τζετ και περιουσίες δισεκατομμυρίων; Μια λογικά αναμενόμενη απάντηση θα μπορούσε να ήταν ότι «περισσότερο φιλεύσπλαχνοι και ηθικοί είναι οι πλούσιοι, επειδή αυτοί είναι χορτασμένοι, ενώ αντίθετα οι φτωχοί άνθρωποι, που ζουν με χαμηλό βιοτικό επίπεδο, με μεγαλύτερη ανασφάλεια, και περισσότερους κίνδυνους, έχουν μάθει να υιοθετούν πιο συχνά παραβατικές και ανήθικες συμπεριφορές ή ακόμα και να εγκληματούν για να μπορέσουν να επιβιώσουν». Μια αντίθετη λογική πάντως θα πρότεινε το ακριβώς αντίθετο: ότι η ανώτερη τάξη μπορεί να έχει μεγαλύτερη προδιάθεση να είναι περισσότερο ανήθικη, μια που, έχοντας εθιστεί σε περισσότερους πόρους, μεγαλύτερη ελευθερία και ανεξαρτησία, ενδυναμώνεται υπέρμετρα ο εγωισμός τους και αυτό τους οδηγεί ευκολότερα σε ανήθικες συμπεριφορές.
Προφανώς οι γενικεύσεις δεν βοηθάνε. Οι επιστημονικές όμως έρευνες, που έχουν πραγματοποιηθεί, υποδεικνύουν κάποια συμπεράσματα. Και αυτά είναι ότι οι φτωχότεροι άνθρωποι δείχνουν περισσότερη ευσπλαχνία και αίσθηση του ηθικού από ό,τι οι πλουσιότεροι. Ανάμεσα στους επιστήμονες που οδηγηθήκαν σε αυτά τα συμπεράσματα είναι και ο Paul Piff, ένας κοινωνικός ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο Berkeley.
Στα πειράματάα του ο Piff πραγματοποίησε τις παρακάτω δοκιμασίες. Στις πρώτες δύο δοκιμασίες έλεγξε την οδήγησή τους. Στην πρώτη δοκιμασία έλεγξε ποιοι οδηγοί σταματάνε προτού περάσουν σε διασταυρώσεις που και στις τέσσερις κατευθύνσεις τους υπήρχε το σήμα του STOP. Αυτό που βρήκε ήταν ότι οι πλουσιότεροι οδηγοί ήταν πιο πιθανό να μην σταματήσουν καθόλου σε μια διασταύρωση τεσσάρων δρόμων όπου όλοι έχουν STOP. Στη δεύτερη δοκιμασία, προσπάθησε να εντοπίσει ποια αυτοκίνητα είναι αυτά που έχουν την τάση να παραβιάζουν την προτεραιότητα που δίνει ο ΚΟΚ στους πεζούς. Κάθισε λοιπόν ο ίδιος αλλά και κάποιοι συνεργάτες του σε μια διάβαση πεζών, περιμένοντας να τη διασχίσουν. Το έκαναν αυτό για εκατοντάδες αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια αρκετών ημερών, παρακολουθώντας ποιος σταματάει και ποιος όχι. Αυτό που ανακάλυψε ο Πιφ είναι πως, όσο αυξανόταν η αξία του αυτοκινήτου, τόσο αυξανόταν και η τάση του οδηγού να παραβεί τον νόμο. Δηλαδή, οι οδηγοί ακριβών αυτοκινήτων (Prius, Lexus, BMW) σταματούσαν λιγότερες φορές στις διαβάσεις πεζών, ενώ οι οδηγοί λιγότερο ακριβών αυτοκινήτων ή φορτηγών σταματούσαν περισσότερες. «Κανένα από τα αυτοκίνητα, στην κατηγορία των πιο φτηνών αυτοκινήτων, δεν παρέβη τον νόμο, ενώ αντιθέτως σχεδόν το 50% των αυτοκινήτων της πιο ακριβής κατηγορίας παρέβησαν τον νόμο», λέει ο Πιφ. Το συμπέρασμά του ήταν πως, όσο πιο πλούσιος είσαι, τόσο πιο «αόρατος» γίνεται ο συνάνθρωπός σου και τόσο μεγαλύτερη τάση έχεις να βλέπεις τους άλλους σαν… κατσαρίδες που απλώς είναι εμπόδια στον δρόμο σου. Στην τρίτη δοκιμασία, στους συμμετέχοντες (που είχαν δώσει τα κοινωνικο-οικονομικά στοιχεία τους από πριν), οι συνεργάτες του Πιφ διάβαζαν μια σειρά από υποθετικές καταστάσεις στις οποίες κάποιος έπαιρνε αυθαίρετα, χωρίς άδεια κάτι, και ερωτούνταν στη συνέχεια σε ποιο βαθμό ταυτίζονταν μαζί του. Η δοκιμασία αυτή έδειξε πως οι πιο πλούσιοι είχαν περισσότερες πιθανότητες να ταυτιστούν μαζί του, τάση για ανήθικη συμπεριφορά. Στην τέταρτη δοκιμασία τοποθετήθηκε ένα βάζο με καραμέλες μπροστά στους συμμετέχοντες και τους ειπώθηκε ρητά ότι οι καραμέλες αυτές προορίζονταν αποκλειστικά για κάποια παιδιά που τώρα συμμετέχουν σε ένα άλλο εργαστήρι. Ο Πιφ και οι συνεργάτες του απλώς παρακολουθήσαν πόσες καραμέλες πήραν αυθαίρετα οι συμμετέχοντες. Οι συμμετέχοντες, που αισθανόντουσαν πλούσιοι, πήραν τις διπλάσιες καραμέλες από τους συμμετέχοντες που αισθάνονταν φτωχοί. Στην πέμπτη δοκιμασία οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να διαπραγματευτούν τον μισθό μιας θέσης εργασίας που ήξεραν ότι θα καταργηθεί σύντομα. Και οι πιο πλούσιοι πέτυχαν μικρότερους μισθούς. Στην έκτη δοκιμασία οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αναφέρουν οι ίδιοι το σκορ που έφεραν σε κάποιο άθλημα, και οι πιο πλούσιοι ανέφεραν ότι πέτυχαν παραπάνω σκορ απ’ ό,τι είχαν πετύχει πραγματικά.
Η ομάδα του Berkeley του Καθηγητή Πιφ πιστεύει πως οι πλούσιοι που εξέτασαν χαρακτηρίζονται σε σχέση με τους φτωχότερους από μεγαλύτερη ελευθερία και μικρότερη αίσθηση ρίσκου στο να κάνουν κάτι που δεν θεωρείται ηθικό. Πως πιστεύουν επίσης ότι έχουν τη δυνατότητα να αναστρέψουν τις επιπτώσεις της όποιας συμπεριφοράς τους, πως κάνουν ό,τι κάνουν γιατί απλώς αισθάνονται πως παίρνουν ό,τι τους αξίζει και αυτό τους κάνει να ενδιαφέρονται λιγότερο για τις επιπτώσεις της δράσης τους στους άλλους. Όλα αυτά διαμορφώνουν στους πλούσιους κοινούς τρόπους συμπεριφοράς που ευνοούν την ανηθικότητα.
Ίσως όμως δεν πρέπει να φτάσουμε στο γενικό συμπέρασμα ότι μόνο οι πλούσιοι άνθρωποι δείχνουν τέτοιες συμπεριφορές. Αυτό που ο Καθηγητής Πιφ ανακάλυψε όμως είναι πως όσο πιο πλούσιος είναι κανείς, τόσο πιο πιθανό είναι να κυνηγήσει ένα όραμα προσωπικής επιτυχίας, ζημιώνοντας τους άλλους γύρω του.
