«Αναγνωρίζουμε ότι η ψηφιακή κάρτα εργασίας αποτελεί μια σημαντική καινοτομία στον τομέα της απασχόλησης, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας. Ωστόσο, η καθολική εφαρμογή της και ιδιαίτερα η υποχρεωτική χρήση της από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνοδεύεται από μια σειρά σοβαρών προκλήσεων», αναφέρει το Επιμελητήριο και καταγράφει το αυξημένο διοικητικό βάρος, που προκύπτει για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά στερούνται της απαιτούμενης υποδομής ή του κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού.
Η καθημερινή καταγραφή των ωρών εργασίας σε πραγματικό χρόνο και η διασύνδεση με το Πληροφοριακό Σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» οδηγούν σε επιβάρυνση με έξοδα, που αφορούν την προμήθεια ή αναβάθμιση εξοπλισμού (όπως συσκευές σήμανσης), την εκπαίδευση του προσωπικού και την εξωτερική τεχνική υποστήριξη, κόστη που για πολλές είναι δυσβάστακτα και αφαιρούν πολύτιμους πόρους, που θα μπορούσαν να επενδυθούν σε παραγωγικούς σκοπούς.
Επίσης, το Επιμελητήριο υπογραμμίζει τα πολύ υψηλά πρόστιμα, καθώς η παραμικρή απόκλιση ανάμεσα στα στοιχεία της ψηφιακής κάρτας και την πραγματική ώρα έναρξης ή λήξης της εργασίας, συνεπάγεται διοικητικά πρόστιμα έως και 10.500 ευρώ ανά εργαζόμενο. «Το γεγονός αυτό ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει επιχειρήσεις ακόμη και σε λουκέτο, ακόμα και στην περίπτωση που η ευθύνη προέρχεται από ανθρώπινο λάθος ή αμέλεια του ίδιου του εργαζόμενου», σημειώνει.
Παράλληλα, επισημαίνει πως η επίσημη πληροφόρηση, που παρέχεται από το Υπουργείο Εργασίας για τα νέα δεδομένα, κρίνεται ανεπαρκής, ενώ η σχετική νομοθεσία και οι εγκύκλιοι είναι συχνά ασαφείς, γεγονός που δυσχεραίνει την εφαρμογή του μέτρου και αυξάνει την πιθανότητα λαθών και κυρώσεων, ειδικά για μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν την τεχνική στήριξη που απαιτείται.
Τονίζει ακόμη πως η αυστηρή συμμόρφωση με τις διαδικασίες, που επιβάλλει η ψηφιακή κάρτα εργασίας, περιορίζει την ευελιξία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες αναγκάζονται να ακολουθήσουν μια τυπολατρική προσέγγιση, που συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τη δυναμική και προσαρμοστική φύση των επιχειρηματικών αναγκών, ενώ σημαντική παράμετρος είναι πως την αποκλειστική ευθύνη για την τήρηση του μέτρου έχει ο εργοδότης, παρότι η χρήση της ψηφιακής κάρτας είναι ευθύνη του εργαζομένου. «Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, αφού οποιαδήποτε παράλειψη από τον εργαζόμενο –σκόπιμη ή μη– μπορεί να έχει δυσανάλογες συνέπειες για την επιχείρηση», τονίζει το Επιμελητήριο.
Τέλος, σημειώνει τα τεχνικά προβλήματα και διακοπές λειτουργίας, που παρουσιάζονται συχνά και υπονομεύουν την αξιοπιστία της εφαρμογής, εκθέτοντας τις επιχειρήσεις σε κινδύνους.
«Η πρόθεση της Πολιτείας για την ενίσχυση της νομιμότητας στην αγορά εργασίας είναι κατανοητή και θεμιτή. Ωστόσο, ο τρόπος εφαρμογής της ψηφιακής κάρτας εργασίας πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η μεταρρύθμιση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί οριζόντια, χωρίς επαρκή στήριξη και προσαρμοστικότητα», σημειώνει το Επιμελητήριο Ιωαννίνων, παραμένοντας στην διάθεση των αρμόδιων, ώστε να συμβάλει σε έναν ουσιαστικό διάλογο που θα διασφαλίζει τόσο τη λειτουργικότητα του μέτρου όσο και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Ανάγκη διορθωτικών αλλαγών στην Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας
Άμεσες διορθωτικές αλλαγές στην εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίζονται, ζητά το Επιμελητήριο Ιωαννίνων με επιστολή του προς τα αρμόδια υπουργεία Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης, Ανάπτυξης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
