Γιάννενα, Πέμπτη 28/05/2026
trapezalefta
Αίθουσα ΣύνταξηςΟικονομία

Η ακρίβεια γεμίζει τα ταμεία του κράτους

Αυξημένα κατά 2,19 δις ευρώ έναντι του στόχου, εμφανίζονται τα φορολογικά έσοδα για την περίοδο Ιανουαρίου - Ιουλίου 2024 σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, σε τροποποιημένη ταμειακή βάση και συγκεκριμένα ανήλθαν σε 36,866 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 6,3%.

Η μεγάλη υπέρβαση στα φορολογικά έσοδα ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη και οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έμμεση φορολογία μέσω του ΦΠΑ και του ΕΦΚ, που ναι μεν στηρίζει την καλή εικόνα για το προϋπολογισμό του 2024, αφαιρεί δε χρήματα από τις τσέπες των πολιτών, οι οποίοι πλήττονται από τη συνεχιζόμενη ακρίβεια.
Όπως προκύπτει από τα οριστικά στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το πρώτο εξάμηνο, τα έσοδα της κατηγορίας «Φόροι» ανήλθαν σε 36,866 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,190 δισ.. ευρώ ή 6,3% έναντι του στόχου που έχει περιληφθεί στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2024. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η υπέρβαση αυτή πλησιάζει τα ετήσια έσοδα που λαμβάνει το κράτος από την πληρωμή του ΕΝΦΙΑ λόγων των φορολογουμένων.
Ειδικότερα, για τους κυριότερους φόρους της κατηγορίας αυτής, παρατηρούνται τα εξής :
-Τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 14.581 εκατ. ευρώ και είναι αυξημένα έναντι του στόχου κατά 545 εκατ. ευρώ.
-Τα έσοδα των ΕΦΚ ανήλθαν σε 4.046 εκατ. ευρώ και είναι αυξημένα έναντι του στόχου κατά 135 εκατ. ευρώ.
-Τα έσοδα των φόρων ακίνητης περιουσίας ανήλθαν σε 1.809 εκατ. ευρώ και είναι αυξημένα έναντι του στόχου κατά 73 εκατ. ευρώ.
-Τα έσοδα των φόρων εισοδήματος ανήλθαν σε 12.285 εκατ. ευρώ και είναι αυξημένα έναντι του στόχου κατά 1.404 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ο Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων είναι αυξημένος κατά 399 εκατ. ευρώ, ο Φόρος Εισοδήματος Νομικών Προσώπων αυξημένος κατά 811 εκατ. ευρώ και οι Λοιποί Φόροι Εισοδήματος αυξημένοι κατά 194 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.
Η συγκεκριμένη εικόνα δείχνει ότι το καθεστώς ακρίβειας που επικρατεί, ευνοεί την εκτέλεση για τον κρατικό προϋπολογισμό. Βέβαια, το υπουργείο αναφέρει πως «Η υπερεκτέλεση αυτή προέρχεται από την καλύτερη απόδοση των φόρων εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων του προηγούμενου έτους που εισπράχθηκαν σε δόσεις μέχρι και το τέλος Φεβρουαρίου 2024 (σημειώνεται ότι εκτιμώμενο ποσό ύψους 647 εκατ. ευρώ προσμετράται στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα του έτους 2023), όσο και την καλύτερη απόδοση στην είσπραξη των φόρων του τρέχοντος έτους. Συνεπώς η υπέρβαση των φορολογικών εσόδων που προσμετράται δημοσιονομικά στο έτος 2024 ανέρχεται σε 1,543 δισ. ευρώ.
Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω αφορούν τη σύγκριση σε σχέση με τους στόχους του Προϋπολογισμού. Κατά την κατάρτιση του Προγράμματος Σταθερότητας τον Απρίλιο του 2024 έχει ήδη ληφθεί υπόψη αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 1.238 εκατ. ευρώ, που κατευθύνεται σε αυξημένες δαπάνες για το έτος 2024 του τακτικού Προϋπολογισμού των φορέων Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και του Εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, όπως αποτυπώνεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας.
Πολύ καλή ήταν η εικόνα και για τα φοροέσοδα τον Ιούλιο, κάτι το οποίο οφείλεται εν μέρει και στον τουρισμό.

Τεράστιο πρωτογενές πλεόνασμα

Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι και η δημιουργία ενός υπερμεγέθους πρωτογενούς πλεονάσματος
Σύμφωνα με τα στοιχεία, για την περίοδο του Ιανουαρίου – Ιουλίου 2024, το πρωτογενές αποτέλεσμα σε τροποποιημένη ταμειακή βάση διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα ύψους 5,665 δισ. ευρώ, έναντι στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 1,655 δισ. ευρώ και πρωτογενούς πλεονάσματος 3,558 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2023.
Σύμφωνα με το ΥΠΕΘΟ, «μέρος της διαφοράς στις εισπράξεις των φορολογικών εσόδων ύψους 647 εκατ. ευρώ προσμετράται στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα του έτους 2023 και ποσό ύψους 2,323 δισ. ευρώ που αφορά ετεροχρονισμό των μεταβιβαστικών πληρωμών προς ΟΚΑ κατά 1,693 δισ. ευρώ, όπως επίσης και των δαπανών που αφορούν τα εξοπλιστικά προγράμματα ύψους 630 εκατ. ευρώ, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα σε δημοσιονομικούς όρους».
Ωστόσο, εξαιρουμένων των ανωτέρω ποσών, η υπέρβαση του στόχου στο πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου ανέρχεται σε 1,040 δισ. ευρώ, κάτι που συνιστά σημαντική υπέρβαση