25 Μαρτίου 1944. Ο εκτοπισμός της Εβραϊκής κοινότητας της πόλης.
Τρίτη άποψη

«Μιλάμε διαρκώς για το Ολοκαύτωμα χωρίς να μιλάμε πραγματικά για αυτό»

«Εκδηλώσεις σαν αυτή στα Γιάννενα, με την κ. Ξένια Κουναλάκη να αναφέρεται στη διαχείριση της μνήμης από τον Τύπο, δείχνουν την συμβολή των μέσων στην προσπάθεια να μεταφέρουμε τα γεγονότα εκείνης της εξαιρετικά δύσκολης εποχής», είπε πριν λίγες μέρες στον Η.Α. η Σύμβουλος της Πρεσβείας του Ισραήλ στην Αθήνα Σαουσάν Χασόν. Η κ. Χασόν βρέθηκε στα Γιάννενα με αφορμή την εκδήλωση για την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, που διοργάνωσε το βράδυ της Τρίτης, 29ης Ιανουαρίου, η περιφέρεια Ηπείρου σε συνεργασία με τον δήμο Ιωαννιτών, την Ισραηλιτική Κοινότητα Ιωαννίνων και το Ίδρυμα Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή. Ο Η.Α. δημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα της ομιλίας της Ξένιας Κουναλάκη. Σε αυτό, η δημοσιογράφος της Καθημερινής αναφέρεται στους παράγοντες εδραίωσης του αντισημιτισμού στην Ελλάδα, αλλά και στις ευθύνες του Τύπου.

Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Να είμαστε Ευρωπαίοι πρωταθλητές στον αντισημιτισμό, σύμφωνα τουλάχιστον με τις δημοσκοπήσεις; Θα έλεγα ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει η Εκκλησία, ο μισαλλοδοξος λόγο στα κηρύγματα ορισμένων ιερέων, το συνεχιζόμενο κάψιμο του Ιούδα, η δυσανεξία της απέναντι στις άλλες θρησκείες και η εμμονή της να ελέγχει τον τρόπο διδασκαλίας των θρησκευτικών που πόρρω απέχει από οποιαδήποτε έννοια θρησκειολογίας. Οταν τα παιδιά άλλων θρησκειών συνήθως αποφασίζουν να εξαιρεθούν από τα θρησκευτικά, τα οποία με τον τρόπο που διδάσκονται έχουν χαρακτήρα μίνι κατηχητικού, είναι λογικό να απομονώνονται στις τάξεις τους. Θυμάμαι την κόρη μου να επιστρέφει από το σχολείο και να μου λέει: «Ο Ηλίας είναι Εβραίος». Και τη ρωτούσα «Πώς το ξέρεις;», γιατί μου έκανε εντύπωση γιατί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης το θρήσκευμα του συμμαθητή της. «Βγαίνει από την τάξη όταν έχουμε θρησκευτικά», ήταν η απάντηση. Για να είμαι ωστόσο δίκαιη πρέπει να αναφέρω ότι για πρώτη φορά ο Αρχιεπισκοπος Ιερωνυμος εξέδωσε μια απερίφραστη καταδίκη, χωρίς αστερίσκους, όπως είπε, των πρόσφατων βανδαλισμών.

Ενα δεύτερο στοιχείο που παίζει ρόλο στη γιγάντωση του αντισημιτισμού είναι η παιδεία, το μάθημα της ιστορίας, όπως διδάσκεται μέσα από τις εθνικιστικές κορώνες, τις παρελάσεις, τις γιορτές, που αποφεύγουν πάντα τα δυσάρεστα “επεισόδια”, τις επονείδιστες “υποσημειώσεις” στη διαδρομή του ελληνικού έθνους, στις οποίες θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τη συνδρομή μερίδας του ελληνικού πληθυσμού στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Ποιο σχολικό βιβλίο έχει οιαδήποτε αναφορά σε αυτό το τραυματικό κεφάλαιο της ιστορίας μας; Ποιος εκπαιδευτικός τολμάει να μιλήσει για τέτοια θέματα στα παιδιά κινδυνεύοντας την επομένη να αντιμετωπίσει την οργή των γονιών ή των προϊσταμένων του; Στην Πολωνία επιχειρηθηκε η ποινικοποίηση οποιασδήποτε αναφοράς σε συνδρομή του ντόπιου πληθυσμού στην εξόντωση των Εβραίων. Μετά από διεθνή κατακραυγή το σχετικό νομοσχέδιο αποσύρθηκε. Δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε αυτό το σημείο στην Ελλάδα, αλλά γενικά η μνεία σε αυτό το ιστορικό κεφάλαιο είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Και οποιοσδήποτε προσπαθεί να θίξει το ζήτημα, κρίνεται αυτόματα αποσυνάγωγος και μειοδότης.

Τρίτον, θα συμπεριλάβω στους υπεύθυνους για την εδραίωση του αντισημιτισμού τα ΜΜΕ, τον Τύπο και την ποπ κουλτούρα. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε ακραία φαινόμενα, σαν αυτά που περιέγραψα νωρίτερα. Θα έλεγα ότι με εξαίρεση ίσως την Καθημερινή και χάρη κυρίως στη συμβολή του Σταύρου Τζίμα που συχνά καταπιάνεται με το ζήτημα της ιστορικής μνήμης του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα, ίσως και την Εφημερίδα των Συντακτών και πολύ σπάνια την δημόσια τηλεόραση, ελάχιστα άλλα μέσα έχουν φιλοξενήσει ρεπορτάζ ή άλλα αφιερώματα. Θυμάμαι ακόμη τη συγκλονιστική συνέντευξη της Εσθήρ Κοέν στον Σταύρο Τζίμα, στην εφημερίδα μου και τη σοκαριστική περιγραφή της επιστροφής της στα Γιάννενα: «Χτύπησα την πόρτα και άνοιξε ένας άγνωστος. “Τι θέλετε”, με ρώτησε; “Εδώ είναι το σπίτι μου”, του είπα. “Θυμάσαι αν είχε φούρνο το σπίτι;”, είπε. “Ναι, βέβαια ψήναμε το ψωμί και ωραίες πίτες”, συνέχισα όλο χαρά. “Ε, λοιπόν, εξαφανίσου. Γλίτωσες από τους φούρνους στη Γερμανία, θα σε ψήσω εδώ στον φούρνο του σπιτιού σου”, άκουσα με φρίκη να μου λέει».

Την ίδια στιγμή έχουμε έναν πληθωρισμό συγκρίσεων, χρήσης συμβόλων, σκίτσων που σχετικοποιούν το Ολοκαύτωμα. Κάνουμε δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που κάνει πχ ο Χόρχε Σεμπρούν ο οποίος πολλά χρόνια μετά γράφει ένα βιβλίο και προσπαθεί να κατανοήσει αυτό που συνέβη ή ο Κλοντ Λαντσμάν στο εμβληματικό ντοκιμαντέρ Σοά, που μιλάει για το Ολοκαύτωμα μέσα από βουβά μονοπλάνα με φυσικό ήχο. Στην Ελλάδα, αντίθετα, φλυαρούμε για το Ολοκαύτωμα, συγκρίνουμε την κρίση χρέους με το Ολοκαύτωμα, τους εαυτούς μας με τους Εβραίους, σκιτσάρουμε τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε ως ναζιστές δεσμοφύλακες στρατοπέδων συγκέντρωσης. Την περασμένη Κυριακή διάβασα άρθρο γνώμης για το Μακεδονικό που περιελάμβανε την εξής φράση: «Την ίδια βλάβη που προκαλεί η άρνηση του Ολοκαυτώματος στον εβραϊκό λαό προκαλεί και στον ελληνικό η παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας».

Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι ότι μιλάμε διαρκώς για το Ολοκαύτωμα χωρίς να μιλάμε πραγματικά για αυτό. Εξοικειωνόμαστε με την ιδέα του, ευτελίζοντάς το. Αν στη βορειοδυτική Ευρώπη υπάρχει αυτό το δέος και η απόσταση αλλά και η καθημερινή υπόμνηση, π.χ. στους σταθμούς μετρό του Βερολίνου όπου υπάρχουν τα ονόματα των στρατοπέδων, εδώ ζούμε τη μπαναλοποίηση του μέσα από την υποβάθμιση της σημασίας του.

Ως τέταρτο παράγοντα που φέρει ευθύνη για τον αντισημιτισμό θα έβαζα τον πολιτικό κόσμο και τους βουλευτές. Από την εγνωσμένα φιλοναζιστική Χρυσή Αυγή με τις σβάστικες και τον Δημήτρη Καμμένο που ποστάρει φωτογραφία του Αουσβιτς για να μιλήσει, όπως ο ίδιος εξήγησε, για το Ολοκαύτωμα του ελληνικού λαού από τα μνημόνια μέχρι όμως και τον ΣΥΡΙΖΑ που δεν θεωρεί ότι υπάρχει πρόβλημα όταν συνεργάζεται με ένα ακροδεξιό αντισημιτικό κόμμα επί τέσσερα χρόνια. (Ακόμη θυμάμαι το σοκ του γερμανικού Τύπου, συμπεριλαμβανομένου του ταμπλόιντ Μπιλντ, για αυτήν την κυβερνητική σύμπραξη). Η Αριστερά στην Ευρώπη έχει άλλωστε μακρά παράδοση στον τομέα, δεν είναι τυχαίο ότι το Εργατικό Κόμμα του Τζέρεμι Κόρμπιν στη Βρετανία δοκιμάζεται από καταγγελίες περί αντισημιτισμού, ενώ στην Ελλάδα ο αντισημιτισμός ενδύεται συχνά την κριτική εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ με τη μεταχείριση των Παλαιστινίων να περιγράφεται ως ναζιστική.

Τέλος δεν θα μπορούσα να εξαιρέσω τη δικαιοσύνη. Από την κωλυσιεργεία στη δίκη της Χρυσής Αυγής μέχρι την πλημμελή και άτσαλη εφαρμογή του αντιρατσιστικού νόμου, οι δικαστές έχουν κι αυτοί μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι η αντισημιτική ρητορική μίσους ανθίζει χωρίς συνέπειες στη χώρα μας, με αποτέλεσμα συχνά να μετατρέπεται και σε χειροπιαστή βία.

Σχετικά άρθρα

Η Ελλάδα παλεύει με τον αντισημιτισμό της

Θύμιος Τζάλλας