Την επισκέφθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι της πόλης, θαυμάζοντας τα έργα και το ταλέντο του καλλιτέχνη. Το γεγονός αυτό μας έδωσε το ερέθισμα για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον Θόδωρο Γκόλα για το ποδόσφαιρο, την πορεία του στα γήπεδα και τη ζωγραφική που είναι το χόμπι του. Δηλώνει μεν ερασιτέχνης ζωγράφος, αλλά όσοι ειδικοί είδαν τα έργα του έμειναν άναυδοι για το πηγαίο ταλέντο και τον επαγγελματισμό στο ατελιέ. Ο Θόδωρος Γκόλας υπήρξε από τους μεγαλύτερους τερματοφύλακες που κάθισαν κάτω από τα γκολπόστ του ΠΑΣ Γιάννινα, φορώντας την κυανόλευκη φανέλα για 13 χρόνια (1980-93), με 180 συμμετοχές σε πρωτάθλημα και Κύπελλο, τις περισσότερες στα γήπεδα της Α’ Εθνικής. Έκλεισε την καριέρα του στον ΑΟ Βελισσαρίου, πετυχαίνοντας ως τερματοφύλακας γκολ με κεφαλιά στα μέσα της δεκαετίας του ’90 σε αγώνα Γ’ Εθνικής με τον Νέστο Χρυσούπολης. Είναι και ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με ήθος, ευαισθησίες, ενδιαφέροντα, κουλτούρα. Το πως συνδύασε τον σκληρό κόσμο του ποδοσφαίρου με την ζωγραφική και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του μας τα εξηγεί στη σημερινή συνέντευξη.
Θόδωρε, να ξεκινήσουμε από θέματα επικαιρότητας. Είδες τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ; Πως κρίνεις το αποτέλεσμα;
Μου άρεσε περισσότερο η Ίντερ που είχε και πολλές ευκαιρίες για γκολ, καίτοι όλοι τη θεωρούσαν ως αουτσάιντερ του τελικού. Έφτασε στο σημείο η Μάντσεστερ Σίτι να κάνει καθυστερήσεις για να κρατήσει το αποτέλεσμα. Δεν κρύβω την αντιπάθειά μου στο αγγλικό ποδόσφαιρο και το ότι εγώ ήθελα να πάρει το κύπελλο η Ίντερ. Δεν πειράζει, έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Και η Σίτι είναι μεγάλη ομάδα, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια τα τελευταία χρόνια. Να μη την αδικούμε.
Θέλουμε την άποψή σου και για το περασμένο πρωτάθλημα της Σούπερ Λιγκ. Δίκαια το πήρε η ΑΕΚ;
Ναι, δίκαια. Ήταν η καλύτερη ομάδα και έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρο. Είχε και τον καλύτερο προπονητή που υπάρχει στην Ελλάδα, τον κύριο Αλμέιδα. Μου άρεσε πολύ το πρέσινγκ που έκανε ψηλά, τη διαχείριση που έκανε και σε παιχνίδια που η ομάδα δεν ήταν στη μέρα της. Είχε καθαρά αθλητική ομάδα, μου θύμισε αγγλική ομάδα. Καλός ήταν και ο Παναθηναϊκός, αλλά υπερείχε η ΑΕΚ.
Ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ;
Ο Ολυμπιακός δεν ήταν όπως τα προηγούμενα χρόνια. Έκανε κάποια καλά παιχνίδια, αλλά με τις αλλαγές που έγιναν δεν είχε την ανάλογη συνέχεια. Όσο για τον ΠΑΟΚ, χωρίς να έχω καμία προσωπική εμπάθεια, δεν μου αρέσει ο προπονητής του. Με άλλον προπονητή θα πήγαινε καλύτερα. Δεν μου αρέσει ως προπονητής ο Λουτσέσκου, όπως επίσης δεν μου αρέσουν και οι τοποθετήσεις που κάνει.
Η ομάδα σου, ο ΠΑΣ Γιάννινα; Έστω και στο τέλος απέφυγε τον υποβιβασμό.
Δεν πηγαίνω στο γήπεδο, αλλά παρακολουθώ παιχνίδια από την τηλεόραση. Δεν μπορεί να σταθεροποιήσει έναν κορμό παικτών για κάποια χρόνια και με τις αλλαγές προπονητών και παικτών που γίνονται κάθε χρόνο είναι λογικό η ομάδα να έχει σκαμπανεβάσματα. Ευτυχώς συνήλθε στα τελευταία παιχνίδια, μέτρησε πολύ το πάθος των παικτών και το βάρος της φανέλας και απέφυγε τον υποβιβασμό. Πρέπει να κρίνουμε με μεγάλη επιείκεια την ομάδα, υπάρχουν πολλές δικαιολογίες για το αγωνιστικό πρόσωπο που παρουσίασε κατά καιρούς και πάντα να έχουμε υπόψη μας τις αλλαγές που έγιναν το περασμένο καλοκαίρι. Μην ξεχνάμε επίσης και το πρόβλημα υγείας που είχε ο πρόεδρος και δεν του επέτρεπε να είναι πιο κοντά στην ομάδα. Η παραμονή στην κατηγορία είναι σημαντικό γεγονός. Να μην πυροβολούμε την ομάδα, αλλά να τη στηρίζουμε. Στη νέα σεζόν μπορεί να πάει καλύτερα. Και οποιαδήποτε άλλη ομάδα αν έκανε τόσες αλλαγές παικτών το περασμένο καλοκαίρι, με νέο προπονητή, τα ίδια θα έκανε. Εγώ λέω μπράβο στον ΠΑΣ που παρά τα προβλήματα παρέμεινε στην κατηγορία και με διαφορά από τη ζώνη του υποβιβασμού.

Πως πήγε η έκθεση ζωγραφικής; Ήταν η πρώτη που έκανες;
Εγώ ζωγραφίζω από μικρό παιδί. Και όταν ήμουν εν ενεργεία ποδοσφαιριστής, με το που τελείωνα τα παιχνίδια ή τις προπονήσεις, ξεκουραζόμουν με τη ζωγραφική. Αυτό δεν το ήξερε πολύς κόσμος. Κάποια έργα μου είχαν γίνει γνωστά, αλλά τώρα έγινε η πρώτη οργανωμένη έκθεσή μου σε αίθουσα του συγκροτήματος «Φρόντζου Πολιτεία».
Τι κριτικές είχες από τον κόσμο;
Πέρασε πολύς κόσμος, άρεσαν τα έργα μου, πολλοί μου είπαν ότι ήξεραν ότι έχω αυτό το χόμπι, αλλά δεν περίμεναν ότι θα έβλεπαν τόσο καλά έργα και τόσο επιμελημένη και επαγγελματική δουλειά. Μπορεί να είμαι ερασιτέχνης ζωγράφος, αλλά δουλεύω με μεράκι, με επαγγελματισμό, θέλω να βγει το τέλειο και ας με πάρει πολύς χρόνος. Όταν κάνω μια προσωπογραφία, θέλω να μάθω για τη ζωή του προσώπου, να συζητήσω μαζί του, να δω τις ευαισθησίες του, τα μάτια του, για να βγει στον πίνακα το καλύτερο αποτέλεσμα. Προσπαθώ μέσα από το πρόσωπό του να βγάλω αυτά που έχει μέσα στην ψυχή του.
Πότε σε μπήκε το…μικρόβιο της ζωγραφικής;
Από πιτσιρικάς βοηθούσα τον πατέρα μου που ήταν οικοδόμος. Από τις οικοδομές έπαιρνα τα χρώματα που είχαν αφήσει οι ελαιοχρωματιστές και στο σπίτι ζωγράφιζα τις γλάστρες με τα λουλούδια που είχε η μητέρα μου. Άλλες φορές τρύπαγα τα τενεκεδάκια και έκανα σχήματα πάνω σε κόντρα πλακέ. Με μάγευε η ζωγραφική από μικρό παιδί και τη συνέχισα μέχρι τώρα. Στα 17 μου χρόνια έκανα την προσωπογραφία ενός παιδιού που κλαίει, χωρίς να ξέρω από χρώματα και από μείξη. Είδε αυτό τον πίνακα ο γνωστός γλύπτης Παύλος Βρέλλης, που έχει στα Γιάννινα το ξακουστό μουσείο με τα κέρινα ομοιώματα, όπου εκεί εργαζόταν μια κουμπάρα μου, και μου είπε “είναι δυνατόν να έχεις κάνει αυτόν τον πίνακα εσύ;”. Ήταν και ζωγράφος. Με προέτρεψε να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών και να ασχοληθώ μόνο με τη ζωγραφική. Που να ήξερε ότι εγώ είχα έρωτα και με τη μπάλα, με το ποδόσφαιρο. Μετά από λίγα χρόνια, που ξανασυναντηθήκαμε με τον Παύλο Βρέλλη, μου είπε “εντάξει με τη σχολή, πήγες;”. Και του απάντησα με χιούμορ: “Ναι κύριε Παύλο, πέρασα στη Σχολή Καλών Τεχνών του…σταδίου Ζωσιμάδες». Γέλασε με την καρδιά του αλλά έβαλε και τις φωνές γιατί με θεωρούσε πολύ μεγάλο ταλέντο και έπρεπε να καλλιεργήσω το ταλέντο πηγαίνοντας στη Σχολή Καλών Τεχνών.
Έκανες μαθήματα ζωγραφικής;
Όταν φοιτούσα στη Γυμναστική Ακαδημία Αθηνών παρακολούθησα λίγα μαθήματα καλών τεχνών με μεγάλους καθηγητές τότε. Όμως υπήρχαν οι υποχρεώσεις με τον ΠΑΣ Γιάννινα, παίζαμε στην Α’ Εθνική και δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Το πάλεψα μόνος μου. Έψαξα για βιβλιογραφία και διάβασα πολλά βιβλία μεγάλων ζωγράφων. Διάβασα επίσης πολύ λογοτεχνία, ποίηση, γι’ αυτό και είχα μια διαφορετική προσωπικότητα στον χώρο του ποδοσφαίρου. Από μικρό παιδί διάβαζα. Το πρώτο βιβλίο ήταν το μυθιστόρημα «ένα παιδί μετράει τα άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη, δώρο από μία θεία μου. Εντυπωσιάστηκα και συνέχισα να διαβάζω βιβλία.

Είχες τις ευαισθησίες των καλλιτεχνών.
Αν δεν έχεις ευαισθησίες ως άνθρωπος, δεν μπορείς να ασχοληθείς με τις τέχνες. Δεν με ενδιάφεραν ποτέ τα υλικά αγαθά, αλλά τα πνευματικά. Με ενδιέφερε πάνω απ’ όλα να είμαι καλός άνθρωπος. Ήμουν και αντισυμβατικός. Μου έτυχαν ευκαιρίες με το ποδόσφαιρο να διοριστώ στο δημόσιο, σε οργανισμούς ή και στα σώματα ασφαλείας, αλλά είπα όχι. Ήμουν καλλιτέχνης, ένας ελεύθερος άνθρωπος και δεν μπορούσα να μπω σε καλούπια.
Πως συνδύασες όλα αυτά με το ποδόσφαιρο; Δεν έπαιζες μπάλα από χόμπι στη γειτονιά σου, αλλά επί σειρά ετών στην Α’ Εθνική ήσουν βασικός γκολκίπερ του ΠΑΣ Γιάννινα.
Και οι ποδοσφαιριστές είναι άνθρωποι με προσωπικότητα και με πολλά ενδιαφέροντα και εκτός γηπέδων. Δεν σημαίνει ότι επειδή είσαι ποδοσφαιριστής ξέρεις μόνο να πιάνεις ή να κλοτσάς τη μπάλα. Είναι ποδοσφαιριστές επιστήμονες και με διακρίσεις σε πολλούς τομείς της κοινωνίας.
Δεν εννοούσα αυτό, ότι οι παίκτες δεν έχουν προσωπικότητα. Το ερώτημα είναι πως ένιωθε ένας καλλιτέχνης με τόσα ενδιαφέροντα και ευαισθησίες στον σκληρό κόσμο του ποδοσφαίρου.
Δεν είχα κανένα πρόβλημα, γιατί αγαπούσα πολύ και το ποδόσφαιρο. Όταν κάνεις κάτι που αγαπάς πολύ, το κάνεις καλά. Αν μου έβαζαν το δίλημμα «ποδόσφαιρο ή ζωγραφική;», δεν ξέρω τι θα αποφάσιζα. Εγώ, ως ποδοσφαιριστής, έδινα τα πάντα για τον ΠΑΣ Γιάννινα, στις προπονήσεις και στα παιχνίδια. Όλοι οι ποδοσφαιριστές κάνουν και κάτι άλλο εκτός γηπέδων που να τους αποφορτίζει, να τους ξεκουράζει, να τους ηρεμεί. Άλλος έκανε βόλτες, άλλος άκουγε μουσική, ο καθένας με το τι του άρεσε. Εμένα με ξεκούραζε η ζωγραφική. Τελείωνα την προπόνηση και έπιανα το πινέλο ή διάβαζα βιβλία.

Ποιους ζωγράφους είχες ως πρότυπο;
Για μένα ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ήταν ο μεγαλύτερος ζωγράφος. Επίσης, μου άρεσαν πάρα πολύ ο Ρέμπραντ και ο Καραβάτζιο. Ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν όχι η κορυφή, αλλά ο κορυφαίος των κορυφαίων. Ήταν γλύπτης, ζωγράφος και αυτοδίδακτος.
Από τους Έλληνες ζωγράφους;
Ξεχωρίζω τον Τσαρούχη, τον Τέτση και πολλούς άλλους.
Σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς επαγγελματικά με τη ζωγραφική;
Δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται. Τώρα πέρασαν και τα χρόνια, δεν μπορεί και αντικειμενικά να γίνει κάτι τέτοιο. Θα συνεχίσω τη ζωγραφική ως χόμπι, όπως έκανα όλα τα χρόνια. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου να γίνω επαγγελματίας ζωγράφος. Όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο, είχα ακαδημίες ποδοσφαίρου. Τα τελευταία χρόνια πέρασα κάποια προβλήματα υγείας με την καρδιά και η ζωγραφική ήταν μια διέξοδος. Ξέφευγα από τα προβλήματα.
Μίλησέ μας για τα έργα που έκανες.
Κάθε έργο απεικονίζει και κάτι. Είναι μια ολόκληρη ιστορία. Δεν κάνω απλώς ένα τοπίο ή να ζωγραφίσω μια εικόνα με ένα πουλάκι και ένα δεντράκι. Έχω και αρκετές προσωπογραφίες, πορτρέτα προσώπων. Το επόμενο βήμα είναι να κάνω συνθέσεις. Στην έκθεση δεν χωρούσαν όλα τα έργα, κάποια από αυτά εκτέθηκαν.
Στην έκθεση δεν είδαμε τον Μέσι, αλλά μόνο το πορτρέτο του Μοντέζ!
(Γελά…) Ο πίνακας του Μέσι είναι παλιός. Πρόσφατα έκανα τον Μοντέζ που τον είχα και συμπαίκτη στον ΠΑΣ λίγο πριν φύγει για Αργεντινή. Έχω στο μυαλό μου και άλλους παίκτες για να κάνω το πορτρέτο τους, αρκετούς και από τον ΠΑΣ αλλά και από το ελληνικό ποδόσφαιρο. Ειδικά των παικτών από την Αργεντινή που ήρθαν στα Γιάννινα και σημάδεψαν την Ιστορία του με τον θρύλο του «Άγιαξ της Ηπείρου». Σκοπεύω να κάνω μια έκθεση μόνο με πορτρέτα ποδοσφαιριστών. Ξεκίνησα από τον Μοντέζ, θα συνεχίσω με έναν άλλον ποδοσφαιριστή που αγαπώ και εκτιμώ πολύ. Να είμαι καλά στην υγεία μου και όλα θα γίνουν.
Ζωγράφος είναι και ο Τάκης Οικονομόπουλος, παλιός διεθνής τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού. Δεν ξέρω αν γνωριζόσαστε.
Το ξέρω ότι είναι ζωγράφος, είδα κάποια έργα του, είμαστε φίλοι στο φέισμπουκ χωρίς να έχουμε προσωπική γνωριμία. Ανταλλάσσουμε καμιά φορά ευχές. Όταν ήμουν εγώ στον ΠΑΣ, είχε σταματήσει αυτός το ποδόσφαιρο. Ξέρω ότι ήταν πολύ μεγάλος τερματοφύλακας και άριστος ως χαρακτήρας.

Για την έκθεση έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις;
Μου άρεσε που δεν πέρασαν οι πολιτικοί, δεν μου άρεσε που δεν πέρασαν οι παλιοί συμπαίκτες μου, έτσι από περιέργεια για να δουν τους πίνακες και να πιούμε καφέ. Ελάχιστοι παλιοί παίκτες πέρασαν. Ήρθαν πολλοί άνθρωποι που με αγαπούν και εκτιμούν την προσπάθεια που κάνω. Η καλύτερη στιγμή ήταν όταν ήρθε στην έκθεση η φιλόλογος που είχα στο γυμνάσιο. Ήρθε ένας παλιός φίλος, ο Δημήτρης ο Γιουγλής, που ήταν στην Αμερική και είχα να τον δω σαράντα χρόνια. Κάποια πρωινά ερχόταν ο συνάδελφός σου, ο Μιχάλης Μερτζιανίδης που είναι φίλος και καλό παιδί και βάζαμε μουσική.
Θόδωρε, πως ξεκίνησες το ποδόσφαιρο;
Ξεκίνησα από τον Ατρόμητο Ιωαννίνων σε μικρή ηλικία. Αρχικά έπαιζα στην επίθεση, ήμουν καλός με τη μπάλα. Μετά έγινα τερματοφύλακας. Στη συνέχεια πήγα σε ηλικία 15 ετών στην Προοδευτική Περάματος, από τα κορυφαία σωματεία τότε στα Γιάννινα, καθώς έπαιζε τερματοφύλακας ένας ξάδελφός μου, ο Θανάσης Μποζιάρης, που αργότερα έγινε διαιτητής. Οι γονείς μου αντιδρούσαν και πλαστογραφήσαμε την υπογραφή του πατέρα μου ότι έδινε τη συναίνεση να παίξω, επειδή ήμουν ανήλικος. Σε ηλικία 16 ετών έγινα βασικός τερματοφύλακας με την Προοδευτική στην Εθνική Ερασιτεχνική Κατηγορία.
Πως έγινε η μεταγραφή στον ΠΑΣ;
Με είδε ο Γιάτσεκ Γκμοχ σε ένα παιχνίδι που παίξαμε με την Προοδευτική Περάματος κόντρα στην ομάδα των Μαρμάρων. Μόλις έληξε το ματς, ζήτησε εγώ και ο Φίλιππος Τσίτσος να πάμε να υπογράψουμε στον ΠΑΣ, όπως και έγινε. Έναν χρόνο ήμουν ερασιτέχνης και τη σεζόν 1980-81 με προπονητή τον Γιώργο Σιόντη έγινα επαγγελματίας και πήρα τα πρώτα παιχνίδια στην Α’ Εθνική.
Οι πρώτες εντυπώσεις από τον ΠΑΣ;
Είχε σημαντικούς ποδοσφαιριστές. Έμπαινες στα αποδυτήρια και αισθανόσουν δέος. Εγώ έμαθα πολλά πράγματα από τον Ράντισιτς. Δεν είχαμε τότε ειδικούς προπονητές τερματοφυλάκων. Μάζευα επίτηδες τις μπάλες στις προπονήσεις και καθόμουν πίσω από την εστία και μελετούσα τις κινήσεις του Ράντισιτς που ήταν τερματοφυλακάρα. Έβλεπα πως μπλοκάρει την μπάλα, πως πέφτει, πως κάνει εξόδους και τα αποτύπωνα.
Το πρώτο μεγάλο παιχνίδι;
Ήταν το μπαράζ με τον Πανιώνιο στη Λάρισα το 1984. Τότε είχα απολυθεί από τον στρατό και είχα μόνο ένα παιχνίδι, με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς στην τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος. Στο μπαράζ ένιωσα μεγάλη πίεση, μεγάλη ευθύνη, απίστευτο άγχος. Λόγω του στρατού δεν είχα και παιχνίδια εκείνη τη χρονιά. Όλα τα Γιάννινα ήρθαν στη Λάρισα. Συγκλονιστικός ο κόσμος του ΠΑΣ. Νομίζω ότι τα πήγα πολύ καλά. Χάσαμε όμως με 2-0 και υποβιβαστήκαμε. Δεν άντεξα και ξέσπασα στο τέλος σε λυγμούς, λίγο έλειψε να με πάνε στο νοσοκομείο. Όταν γυρίσαμε στα Γιάννινα, παρά την πίκρα που είχε ο κόσμος, όπου πήγαινα στην πόλη έρχονταν και με αγκάλιαζαν, ήθελαν να με κεράσουν.
Πως τα πήγαινες με τους προπονητές;
Με βοήθησε πολύ ο Γιώργος Σιόντης στο ξεκίνημα της καριέρας μου στον ΠΑΣ. Δεν είχα ποτέ εγώ με κανέναν πρόβλημα. Μόνο με έναν προπονητή, δεν θα πω όνομα, είχα θέμα. Ήμουν αρχηγός και ήθελε να του δίνω αναφορά τι γίνεται στα αποδυτήρια. Του πέταξα το περιβραχιόνιο στα μούτρα και έφυγα από το γραφείο του.
Καλές και άσχημες στιγμές;
Εγώ μόνο αγάπη εισέπραξα από τον κόσμο του ΠΑΣ, ακόμα και τώρα. Θυμάμαι τις χαρές με τις ανόδους στην Α’ Εθνική και τις πίκρες με τους υποβιβασμούς.
Έβαλες και γκολ ως τερματοφύλακας, το θυμάσαι;
Όχι με τον ΠΑΣ, αλλά με τον ΑΟ Βελισσαρίου στη Γ’ Εθνική. Παίζαμε ένα ματς με τον Νέστο Χρυσουπόλεως, τη σεζόν 1995-96 αν θυμάμαι καλά. Το ματς ήταν στις καθυστερήσεις και κερδίσαμε κόρνερ. Πήγα και εγώ στην αντίπαλη εστία αφήνοντας το δικό μας τέρμα και με κεφαλιά έστειλα τη μπάλα στα δίχτυα και πήραμε τη νίκη!
