Η απόγονος της Μοντεστίν
«Όχι, δεν την λένε Μοντεστίν» παρατήρησε ενοχλημένος ο Γάλλος περιηγητής όταν τον συναντήσαμε σε ένα απόμακρο μονοπάτι κοντά στην κορυφή του όρους Λοζέρ (Mont Lozère). «Το όνομα της είναι Ιγκλού».
Αναρωτηθήκαμε αν ο γραφικός αυτός Γάλλος με το χαριτωμένο γαϊδουράκι δεν είχε ακούσει την ιστορία της διάσημης Μοντεστίν, ή αν απλά δεν διέθετε χιούμορ. Περίμενα ότι οι περισσότεροι Γάλλοι στην περιοχή, σίγουρα οι ντόπιοι, θα γνώριζαν την ιστορία της Μοντεστίν. Ίσως το ζευγάρι που συναντήσαμε στο όρος Λοζέρ να ήταν επισκέπτες όπως εμείς και όχι αυτόχθονες.
Ιδού η ιστορία της Μοντεστίν: Το φθινόπωρο του 1878 απογοητευμένος επειδή η Αμερικανίδα Φάνι, την οποία είχε ερωτευτεί στο Παρίσι, τον είχε εγκαταλείψει, ο Σκωτσέζος συγγραφέας Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον πήρε τα βουνά για να την ξεχάσει. Η Φάνι είχε επιστρέψει με τα παιδιά της στην Αμερική. Ο Στήβενσον ήταν τότε 28 χρονών και η Φἀνι 10 χρόνια μεγαλύτερη του και σε διάσταση με το σύζυγο της. Ο Στήβενσον έγινε διάσημος αργότερα με έργα που παραμένουν γνωστά στις μέρες μας όπως Το Νησί των Θησαυρών (1883) και Η παράξενη υπόθεση του δρα Τζέκιλ και του κ. Χάιντ (1886).
Ο Σκωτσέζος αποφάσισε λοιπόν να διασχίσει τα βουνά της νότιας Γαλλίας.Την επόμενη χρονιά δημοσίευσε το ημερολόγιο του από την πορεία αυτή στο βιβλίο Ταξίδι με γάιδαρο στο Σεβέν. Πρωταγωνίστρια στις γραφικές περιπέτειες της πεζοπορίας του αναδείχθηκε η Μοντεστίν, το γαϊδουράκι το οποίο ο Στήβενσον προμηθεύτηκε σαν αχθοφόρο. Όταν η Μοντεστίν κατάλαβε ότι το καινούργιο αφεντικό της ήταν ένας τουρίστας κορόιδο, έκανε του κεφαλιού της…
Στις μέρες μας, στο εθνικό πάρκο Σεβέν (Cévennes), βορειοδυτικά της Μασσαλίας βρίσκει κανείς τουριστικά μαγαζιά ή θέρετρα τα οποία φέρουν το όνομα Μοντεστίν. Εκεί φτάσαμε κι εμείς στα μέσα Ιουνίου, όχι στα ίχνη της Μοντεστίν, αλλά του Γιαννιώτη προγόνου μου γιατρού και ερασιτέχνη φωτογράφου, του Νισήμ Λεβή (Εικόνες 1, 2).

Στην σεληνιακή κορυφή του όρους Λοζέρ
Το περιβάλλον το οποίο συναντήσαμε μαζί με το γαϊδουράκι Ιγκλού στην ανάβαση προς την κορυφή του όρους Λοζέρ, περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο του ο Στήβενσον:
«Ακολούθησα μια σειρά από πέτρινους πυλώνες στην πράσινη πλαγιά του φαλακρού βουνού. Σε κάθε μας βήμα όσο ανεβαίναμε επεκτεινόταν και η θέα πίσω μας. Ελάχιστα δέντρα και σπίτια ήταν ορατά στις κορυφογραμμές στα βόρεια, τα ανατολικά και τα δυτικά μας. Μικρά πουλιά διέσχιζαν το μονοπάτι μου τιτιβίζοντας. Καθόντουσαν στις πέτρινες κολόνες, τσιμπούσαν στο γρασίδι και έκαναν ομαδικά κύκλους στον αέρα με τα φτερά τους να γυαλίζουν στον ήλιο. Σταδιακά, ένας αμυδρός θόρυβος, σαν μακρινό κύμα, άρχισε να γεμίζει τα αυτιά μου. Άλλοτε νόμιζα πως πρόκειται για κάποιο γειτονικό καταρράκτη και άλλοτε πως ίσως να ήταν ένα παραπλανητικό αποτέλεσμα των αισθήσεων μου από την απόλυτη ησυχία του λόφου. Όσο προχωρούσα, ο θόρυβος δυνάμωνε και ταυτόχρονα αισθάνθηκα ένα δροσερό αεράκι να φτάνει από την κορυφή του βουνού μπροστά μου. Κατάλαβα τελικά ότι φυσούσε δυνατά στην άλλη πλαγιά του Λοζέρ, οπότε με κάθε μου βήμα πλησίαζα όλο και περισσότερο στον άνεμο από τα νότια [σημ. δηλαδή από τη Μεσόγειο].
Το τοπίο άλλαξε δραματικά όταν φτάσαμε κι εμείς στην κορυφή του βουνού, όπως το είχε περιγράψει και ο Στήβενσον: «Στο χείλος του λόφου, όπου σταμάτησα για να κοιτάξω μπροστά μου, η σειρά από πέτρινες κολόνες σταμάτησε απότομα. Λίγο πιο κάτω εμφανίστηκε ένα είδος μονοπατιού που κατέβαινε με διαδοχικές στροφές μια απότομη πλαγιά. Οδηγούσε σε μια κοιλάδα ανάμεσα στους λόφους που ήταν καλυμμένη με βράχους σαν σε θερισμένο χωράφι με καλαμπόκι και πιο κάτω σε πράσινα λιβάδια. Βρέθηκα πλέον σε τελείως διαφορετικό τοπίο. Οι πλαγιές ήταν απότομες και μεταβαλλόμενες. Βελανιδιές εκτείνονταν κατά μήκος των λόφων, πλούσιες σε φύλλα με έντονα χρώματα».
Ακολουθώντας ένα ρυάκι, το μονοπάτι κατεβαίνει στον ποταμό Ταρν και την γέφυρα του Μονβέρ (Le-Pont-de-Montvert). Εκεί κοντά βρίσκονται και οι πηγές του ποταμού. Στη μεσαιωνική γέφυρα του Μονβέρ έγιναν στις αρχές του 18ου αιώνα πολλές εκτελέσεις στη διάρκεια των θρησκευτικών πολέμων ανάμεσα σε προτεστάντες και καθολικούς. Στα βουνά αυτά, στα μονοπάτια που διασχίσαμε, είχαν πολεμήσει τότε οι περίφημοι Ουγενότες «καμισάρ» (camisards).
Αφού διέσχισε την ιστορική αυτή γέφυρα το φθινόπωρο του 1778, ο Στήβενσον βάδισε κατά μήκος του ποταμού στις βραχώδεις όχθες του μέχρι το Φλοράκ (Florac) την όμορφη κωμόπολη στην οποία εγκατασταθήκαμε. Είναι χτισμένη στη διασταύρωση «τριών ποταμών», ή για την ακρίβεια ένα ποταμό (Ταρν), ένα παραπόταμο (Ταρνόν) και ένα ρυάκι (Μιμέντ) και περιτριγυρίζεται από απότομες βουνοπλαγιές (Εικόνες 3, 4).

Στο φαράγγι του ποταμού Ταρν
Από το Φλοράκ, ο Στήβενσον κατευθύνθηκε νότια, προς τη Μεσόγειο. Εμείς όμως ακολουθήσαμε τα ίχνη του Νισήμ Λεβή, ο οποίος γνωρίζουμε με βάση τις σημειώσεις του πως κατευθύνθηκε δυτικά, παράλληλα με τον ποταμό Ταρν. Μαζί με τους δύο συμφοιτητές του ήταν από τους πρώτους επισκέπτες στην περιοχή αυτή, αφού ο τουρισμός αναψυχής όπως τον γνωρίζουμε σήμερα είχε μόλις αναπτυχτεί όταν έφτασε στη βάση των εκεί βουνών το σιδηροδρομικό δίκτυο.
Η περιοχή, όπως και το Γκραν Κάνυον στην δυτική Αμερική ή ο Βίκος στην δική μας Ήπειρο διακρίνεται από τα βαθιά φαράγγια τα οποία έχουν χαράξει ποτάμια στα ασβεστολιθικά οροπέδια.
Ο περίφημος Γάλλος σπηλαιολόγος Μαρτέλ (Édouard-Alfred Martel), ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή μόλις δέκα χρόνια πριν τον Νισήμ Λεβή, την περιγράφει ως εξής: «Τα βράχια είναι μωβ και τα νερά ημιδιαφανή. Στις πλαγιές του φαραγγιού αντικρύζουμε πιο πολλούς πέτρινους οβελίσκους που έχουν λαξευτεί και σμιλευτεί από αρχαίες πλημμύρες παρά δέντρα. Όμως όλα αυτά, τα οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει χωρίς δυσκολία στον καυτό ήλιο του Νότου, δεν είναι η πιο πρωτότυπη πλευρά της περιοχής. Τα τοπία αποτελούν μόνο το μπροστινό μέρος. Πίσω τους στα έγκατα της γης, μακριά από τον γαλάζιο ουρανό, κρύβονται θαύματα από τα οποία μόνο λίγα έχουν ανακαλυφθεί: σπήλαια με τεράστιους σταλακτίτες, μήκους αρκετών χιλιομέτρων, με αταξίδευτα υπόγεια ποτάμια, άγνωστες εσωτερικές λίμνες, καλυμμένες με έναν λαμπερό μανδύα από όμορφες κρυσταλλώσεις. Ένας ολόκληρος σκοτεινός και κρυμμένος κόσμος που μεταμορφώνεται σε ένα μαγικό λαμπερό παλάτι από μαγνήσιο, φανταστικό να το επισκεφτείς, συναρπαστικό να το ανακαλύψεις»!
Όπως ο Μαρτέλ και ο Νισήμ, κατευθυνθήκαμε κι εμείς από το Φλοράκ δυτικά προς το χωριό Σεντ Ενιμί (Sainte-Enimie) διασχίζοντας το ενδιάμεσο οροπέδιο. Η Σεντ Ενιμί βρίσκεται στο βάθος του φαραγγιού του Ταρν, στη βόρεια όχθη του ποταμού. Το θέαμα που αντικρύσαμε όταν φτάσαμε στο χείλος του φαραγγιού δεν διαφέρει πολύ από τη μαρτυρία του Μαρτέλ:
«Τελικά, όταν, από το ιλιγγιώδες ύψος, ο αμαξάς μας γνέφει να κοιτάξουμε κάτω, διακρίνουμε χαμηλά τις γκρίζες στέγες της Σεντ Ενιμί ενσωματωμένες στους συμπαγείς γκρεμούς – η μικρή πόλη βρίσκεται ακριβώς κάτω από τα πόδια μας. Η κατάβαση αυτών των κάθετων βράχων φαίνεται σαν αδύνατο κατόρθωμα. Δεν ωφελεί να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουμε, η οποία τυλίγεται σαν κορδέλα στον γκρεμό. Έτσι εμπιστευόμαστε τον καλό μας αμαξά και τα γεροδεμένα άλογά του, που είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τις αιχμηρές καμπύλες του δρόμου αργά και προσεκτικά. Έτσι, τμήμα προς τμήμα, χωρίς να ξέρουμε πώς, διασχίσαμε το κάθετο ζιγκ-ζαγκ και φτάνουμε στην γέφυρα πάνω από το ποτάμι». Αντί για τον αμαξά και τα άλογα του, εμείς εμπιστευτήκαμε τα φρένα του νοικιασμένου αυτοκινήτου μας, αλλά και τους άλλους οδηγούς που ανέβαιναν το φαράγγι στην αντίθετη κατεύθυνση αφού σε πολλά σημεία στο στενό αυτό δρόμο χωράει μόνο ένα όχημα (Εικόνες 5, 6).

Το τοξωτό γεφύρι στη Σεντ Ενιμί χτίστηκε το 1706 και αντικατέστησε ένα αρχαιότερο. Όταν το 1875 μια τρομερή νεροποντή παρέσυρε όλα τα γεφύρια σε απόσταση 80 χιλιομέτρων, μόνο αυτό και ένα άλλο κοντά στο Φλοράκ γλύτωσαν. Όλα τα άλλα γεφύρια παρασύρθηκαν από τη φούρια του ποταμού.
Το μαγευτικό χωριό της Σαιντ Ενιμί, το οποίο έχει χαρακτηριστεί σαν ένα από τα «Πιο Όμορφα Χωριά» της Γαλλίας, πήρε το όνομά του από μια πριγκίπισσα του 7ου αιώνα που, σύμφωνα με τον θρύλο, ίδρυσε εδώ ένα μοναστήρι αφού θεραπεύθηκε από τη λέπρα στα θαυματουργά νερά της τοπικής πηγής. Σήμερα, τα στενά λιθόστρωτα δρομάκια της Σεντ-Ενιμί περιτριγυρίζονται από τα μεσαιωνικά τείχη της πόλης ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια με παραδοσιακές στέγες από σχιστόλιθο.
Η βαρκάδα τότε και τώρα
Γνωρίζουμε τη διαδρομή που πήρε ο Νισήμ Λεβής το 1898 από μια κάρτα με τις χειρόγραφες Γαλλικές λεζάντες του η οποία διασώθηκε με τις φωτογραφίες του (Εικόνα 7).

Ο Νισήμ έφτασε με άμαξα στην Σεντ Ενιμί και από εκεί κατέβηκε το ποτάμι με βάρκα, διασχίζοντας το κάστρο Château de la Caze, το στενότερο σημείο στα Detroits, και μετά, πεζός όπως θα δούμε, την τοποθεσία Πα ντε Σουσί (Pas de Soucy). Στις κάρτες του αναφέρει επίσης φωτογραφία με ορμητικά νερά και κολύμπι στο ποτάμι. Από τις εννέα φωτογραφίες τις οποίες αναφέρει στη λίστα από τη βαρκάδα του στο ποτάμι, μόνο μία διατηρείται.
Εκατόν δεκαεφτά χρόνια λοιπόν μετά τον θείο Νισήμ, πήραμε κι εμείς μια βάρκα για να κατέβουμε το ποτάμι. Πληρώσαμε περίπου 25 ευρώ το άτομο. Στην εποχή του Νισήμ, το κόστος ήταν σύμφωνα με τον Μαρτέλ 42 φράγκα για μια βάρκα, ποσό που αντιστοιχεί σε 200 με 300 ευρώ στις μέρες μας. Η χρέωση τότε γινόταν όχι ανά άτομο, αλλά για τη βάρκα, ανεξάρτητα από το αν επέβαιναν έξη ή ένας επιβάτης.
Οι βάρκες με βαρκάρη-ξεναγό είναι στις μέρες μας μεταλλικές. Στην εποχή του Νισήμ, κατά τον Μαρτέλ χρησιμοποιούσαν «απλές ψαρόβαρκες με επίπεδο πάτο, με την πλώρη ψηλή και με ορθές γωνίες. Η πρύμνη, στενότερη, καλύπτεται στις δύο πλευρές της από προστατευτικές μετάλλινες πλάκες. Τα ρηχά νερά του ποταμιού επιβάλλουν στη βάρκα αυτό το σχήμα. Για κάθισμα οι επιβάτες έχουν μια απλή σανίδα».
Στην αφετηρία μια ταμπέλα μας ενημερώνει ότι η οικογένεια που διαχειρίζεται τις βάρκες ξεκίνησε την επιχείρηση αυτή το 1875. Εκεί εκτίθεται μια από τις παλιές βάρκες παρόμοια με εκείνη που νοίκιασε ο Νισήμ (Εικόνα 8).

Στις μέρες μας, αντί για βάρκα, οι τουρίστες μπορούν επίσης να νοικιάσουν ατομικά ή διθέσια καγιάκ. Δοκιμάσαμε και τα δύο: Πρώτα κατεβήκαμε τον Ταρν σε γκρουπ με βαρκάρη-ξεναγό για να κατατοπιστούμε και λίγες μέρες αργότερα κάναμε τη διαδρομή με ατομικά καγιάκ.
Σπρώχνοντας τον πάτο του ρηχού ποταμού με ένα μακρύ κουπί, πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, ο βαρκάρης μανουβράρει επιδέξια το σκάφος ανάμεσα στις κοτρόνες που προεξέχουν, διαπερνώντας έτσι τα απότομα κατεβάσματα όπου η επιφάνεια του νερού αφρίζει από το ισχυρό ρέμα.
Στις μέρες μας, όταν ο βαρκάρης με τους τουρίστες φτάσουν μετά από ένα δίωρο πλεύσης στο τέλος της διαδρομής, επιβάτες και βάρκα φορτώνονται σε ένα μικρό λεωφορείο και μεταφέρονται πίσω στην αφετηρία. Η επιστροφή διαρκεί γύρω στα είκοσι λεπτά. Στα χρόνια του Νισήμ, ο βαρκάρης επέστρεφε περπατώντας στα ρηχά νερά του ποταμιού ή σέρνοντας τη βάρκα από την όχθη. Ο χρόνος για την επιστροφή του ήταν τετραπλάσιος από το χρόνο της κατάβασης.
Η διαδρομή είναι πανέμορφη. Το φαράγγι στριφογυρίζει επί 50 χιλιόμετρα σε βάθος 500 μέτρα, με τους απότομους βράχους να αντανακλούν τον Μεσογειακό ήλιο πάνω από το κεφάλι μας. Κατά τον Μαρτέλ, «Στο πρώτο μέρος από την Σεντ Ενιμί μέχρι το Σεντ Σέλι, η κάθοδος με τη βάρκα είναι μια όμορφη και χαριτωμένη βόλτα». Όπως και ο Νισήμ με την παρέα του, έτσι κι εμείς κάναμε μια σύντομη στάση πριν από το Σεν Σέλι (Saint-Chély) και βουτήξαμε στο δροσερό ποτάμι (Εικόνα 9).

Και συνεχίζει ο Μαρτέλ: «Από το Σεντ Σέλι μέχρι τη Μαλέν (La Malène) η διαδρομή είναι μεγαλοπρεπής. Αλλά από τη Μαλέν ως το Πα ντε Σουσί είναι θαυμάσια. Στη λιακάδα, το τοπίο είναι συναρπαστικό και μεγαλοπρεπές και ποταμός πλωτός οκτώ μήνες το χρόνο. Το χειμώνα και σε καταιγίδα το φαράγγι γίνεται τρομακτικό».
Μετά το Σεντ Σέλι διακρίναμε στη δεξιά όχθη του ποταμού το κάστρο Château de la Caze, το οποίο είχε φωτογραφίσει ο Νισήμ, σε εικόνα που χάθηκε. Λίγο πιο κάτω όμως διασχίσαμε ένα μέρος του οποίου η γυάλινη φωτογραφία διατηρείται από το 1898: Τα Στενά (Detroits) του Ταρν. Έχοντας μεγαλώσει κοιτάζοντας κατά καιρούς τη γυάλινη αυτή φωτογραφία στον προβολέα του αδικοχαμένου Γιαννιώτη γιατρού και πρόγονου μου, ομολογώ ότι η συγκίνηση μου ήταν μεγάλη όταν αντίκρυσα το γνώριμο και απαράλλακτο από τότε τοπίο στα πραγματικά του χρώματα και όχι μαυρόασπρο όπως το ήξερα (Εικόνες 10, 11).

Λίγο μετά τα Στενά, αναγκαστικά αποβιβαστήκαμε αφού στα επόμενα δύο χιλιόμετρα ο ποταμός δεν είναι πλωτός. Η διακοπή οφείλεται στο Πα ντε Σουσί. Εδώ γιγάντιοι ογκόλιθοι, κατέπεσαν στο ποτάμι από ψηλά πριν από πολλούς αιώνες διακόπτοντας έτσι τη ροή του ποταμού. Ο ενοχλημένος Ταρν τα διασχίζει απότομα και αφρίζοντας. Όπως και ο Νισήμ, σκαρφαλώσαμε για να θαυμάσουμε το τοπίο (Εικόνα 12).

Πολλοί επισκέπτες, αφού διασχίσουν το Πα ντε Σουσί, επιβιβάζονται πάλι σε άλλες βάρκες. Εμείς προτιμήσαμε να κατευθυνθούμε προς την επόμενη στάση του Νισήμ, το περίφημο σπήλαιο Νταρζιλάν.
Στο σπήλαιο Νταρζιλάν
Οδηγώντας παράλληλα με τον ποταμό φτάσαμε στο χωριό Λε Ροζιέ (Le Rozier) στη ζεύξη του Ταρν με τον παραπόταμο Λα Τζοντ (La Jonte). Μπήκαμε στο φαράγγι της Τζοντ και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τον παραπόταμο. Όπως και στο φαράγγι του Ταρν, ο δρόμος είναι χαραγμένος μέσα στα βράχια, χαμηλά κοντά στο ποτάμι. Μετά από 8 χιλιόμετρα, διασχίσαμε το ποτάμι και πήραμε τον στενό δρόμο που με απότομες στροφές σκαρφαλώνει στην κορυφή του φαραγγιού για να κατευθυνθεί στο Νταρζιλάν.
Το ασβεστολιθικό σπήλαιο του Νταρζιλάν έχει χαρακτηριστεί από την UNESCO σαν παγκόσμια κληρονομιά. Γνωστό και σαν το Ροζ Σπήλαιο από τις έντονες φυσικές αποχρώσεις του, ανακαλύφθηκε το 1880 από έναν βοσκό που κυνηγούσε μια αλεπού. Την πραγματική του σημασία ωστόσο αποκάλυψε ο Μαρτέλ το 1888. Μετά από μια σύντομη επιθεώρηση το 1884-85, μάζεψε τα κατάλληλα εργαλεία και οργάνωσε μια ομάδα για την λεπτομερή εξερεύνηση στις 22, 23, 29 και 30 Ιουνίου του 1888. Δύο χρόνια αργότερα το Νταρζιλάν έγινε το πρώτο μεγάλο σπήλαιο της Γαλλίας προσβάσιμο στο ευρύ κοινό. Ο Γιαννιώτης Νισήμ Λεβής το επισκέφτηκε το 1898. Πιθανότατα είχε διαβάσει την περιγραφή του πατέρα της γαλλικής σπηλαιολογίας, ο οποίος εντυπωσιασμένος είχε γράψει: «Πηγαίνετε να δείτε το Νταρζιλάν ακόμα κι αν έχετε δει τα ωραιότερα σπήλαια της Ευρώπης».
Η οικογένεια και οι υπάλληλοι που το διαχειρίζονται το σπήλαιο στις μέρες μας συγκινήθηκαν όταν είδαν τη φωτογραφία του Νισήμ Λεβή στο Νταρζιλάν και έμαθαν την ιστορία του. Η εικόνα με το Νισήμ είχε τραβηχτεί στην είσοδο του σπηλαίου. Εκεί υπάρχουν τώρα μια πόρτα και μια αναμνηστική πλάκα (Εικόνες 13, 14).

Οι ξεναγοί του σπηλαίου παρατήρησαν τις λευκές στολές που φορούσαν στην παλιά φωτογραφία οι τρεις φοιτητές. Μας εξήγησαν ότι την εποχή εκείνη μόνο το πάνω μέρος της σπηλιάς ήταν ανοιχτό στο κοινό. Οι επισκέπτες έπρεπε να κατέβουν κρατώντας ένα σκοινί και γλιστρώντας προς τα κάτω σε απότομα και στενά περάσματα. Νοίκιαζαν τις φόρμες για να προστατεύσουν τα ρούχα τους. Στη λεζάντα της φωτογραφίας του, ο Νισήμ τις περιγράφει σαν «στολή του Νταρζιλάν». Στις μέρες μας, η κάθοδος γίνεται με τσιμεντένια σκαλοπάτια. Μέτρησα πάνω από διακόσια σκαλοπάτια στο κατέβασμα.

Ο χαρακτηριστικός ροζ χρωματισμός του σπηλαίου, ο οποίος προέρχεται από αποθέσεις οξειδίου του σιδήρου, δημιουργεί μια εκπληκτική οπτική εμπειρία. Επισκεφτήκαμε ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο με αίθουσες σε διαφορετικά επίπεδα, εντυπωσιακούς συνδυασμούς από σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αλλά και λίμνες. Η χαρακτηριστική μορφή τους έχει δώσει ιδιαίτερα ονόματα στην κάθε αίθουσα: Στη Μεγάλη Αίθουσα είδαμε τους Πέντε Πολυέλαιους, την Παρθένο, την Ρόκα, το Περσικό Καπέλο, το Ρόπαλο του Γολιάθ, και τα Κηροπήγια. Άλλα χαρακτηριστικά μέρη που είδαμε ήταν η Εκκλησία, το Καμπαναριό, το Τζαμί με το Μιναρέ του, οι Καταρράκτες, το Νεκροταφείο, οι Λίμνες (Εικόνα 15).
Κλίμα Μεσογειακό, βουνά με φαράγγια, ποτάμια και σπήλαια. Τώρα που επισκεφτήκαμε την περιοχή καταλαβαίνουμε γιατί την επέλεξε στα 23 του χρόνια ο θείος Νισήμ για τις φοιτητικές διακοπές του: Θυμίζει την πατρίδα του την Ήπειρο. Δεν ξέρω άλλο μέρος στη Γαλλία που να της μοιάζει τόσο. Τελικά ο Νισήμ επέστρεψε στα Γιάννενα το 1904 και έζησε εκεί μέχρι τον εκτοπισμό και τη δολοφονία του από τους Ναζί το 1944.
Στα ίχνη του Στήβενσον στο Σαν Φρανσίσκο
Τελειώνοντας το ταξίδι και τις διακοπές μας, βρεθήκαμε πάλι στα ίχνη του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον. Λίγο μετά το Σεβέν ταξίδεψε και αυτός στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί βρήκε την αγαπημένη του – και διαζευγμένη πλέον – Φάνι, την οποία παντρεύτηκε. Είχε λοιπόν “happy ending” η πορεία του με την Μοντεστίν. Το σπίτι όπου έμεινε στο Σαν Φρανσίσκο κοσμεί στις μέρες μας μια αναμνηστική πλάκα (Εικόνα 16).

Όσο για τον θείο Νισήμ, μας έστειλε ένα συμβολικό μήνυμα: Όταν γύρισα στο Σαν Φρανσίσκο όπου κατοικώ, θυμήθηκα ότι στο οικογενειακό αρχείο υπήρχε άλλη μία φωτογραφία από τις διακοπές του στο Σεβέν.
Στην εικόνα τον βλέπουμε πάνω σε ένα γαϊδουράκι. Είχε διαβάσει ίσως και εκείνος τις αναμνήσεις του Στήβενσον πριν επισκεφτεί την περιοχή (Εικόνα 17).

