Η ιστορία της ζωής μου της Lucy Score
(Stand-alone ρομάντζο · Εκδόσεις Ψυχογιός · Μετάφραση Αναστασία Δελληγιάννη)
Πίσω από έναν κακό χωρισμό και μια λευκή σελίδα στο Word, η επιτυχημένη συγγραφέας Χέιζελ αγοράζει, πάνω στην απελπισία της, ένα ετοιμόρροπο σπίτι στη μικρούλα Στόρι Λέικ. Κουρασμένη από τη βουή της Νέας Υόρκης, φτάνει σε μια κοινότητα όπου κανείς δεν μένει απαρατήρητος: στο καφενείο σερβίρουν νέα μαζί με καφέ, οι γείτονες αναλαμβάνουν ρόλο εργοδηγού και κάθε τρύπα στο ταβάνι φέρνει κι έναν καινούριο σύμμαχο. Πρώτος στη λίστα, ο Καμ – τοπικός εργολάβος, λακωνικός, πιστός στους δικούς του, με ένα ταλέντο να εκφράζει περισσότερα με ένα νεύμα παρά με τρεις προτάσεις.
Η πρώτη τους επαφή; Φωνές για λυμένα πλακάκια, μια παρεξηγημένη νυχτερινή απόπειρα με το καζανάκι και λίγη σκόνη γύψου στα μαλλιά. Ακολουθούν ψεύτικα ραντεβού, αδέξια φορτηγάκια, επιδρομές συγγενών και φίλων που μπαινοβγαίνουν σαν να ήταν πάντα εκεί. Ο μεταξύ τους καβγάς γίνεται παιχνίδι σπρωξιών· το παιχνίδι ανάβει σπίθες. Άμυνες πέφτουν σιγά-σιγά, όχι με μεγάλες δηλώσεις αλλά με μικρές πράξεις: ένα γεύμα που εμφανίζεται στην εξώπορτα, ένα σπασμένο παράθυρο που φτιάχνεται χωρίς αντάλλαγμα, ένα οικογενειακό τραπέζι που κρύβει θέση «και για σένα».
Ο ρυθμός κρατά στιβαρή δόση χιούμορόχι ατάκες για το θεαθήναι, αλλά σκανταλιές που θυμίζουν πως οι άνθρωποι ξεχωρίζουν όταν γελούν μαζί. Κάθε γκάφα, από σκαλωμένο καυστήρα ως λάθος κούρεμα, μεταφράζεται σε νέες σελίδες στο «βιβλίο» της Χέιζελ. Κι όταν πέφτει ο τόνος, μένει μια αλήθεια: σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μαθαίνουν πρώτα το όνομά σου και μετά το Wi-Fi, εκεί κανείς δεν προχωρά μόνος.
Το βρήκα φλύαρο σε αρκετά σημεία, όμως αγαπώ τη συγγραφέα και θα περιμένω το επόμενο βιβλίο της.
Κλείνοντας το βιβλίο, η ερώτηση κρέμεται σαν σελίδα χωρίς τελεία: αν βρεθεί μπροστά σου μια παλιά πόρτα, ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, μια αναπάντεχη παρέα ρισκάρεις το μπλέξιμο ή μένεις στον γνωστό δρόμο; Για τη Χέιζελ η απάντηση γράφτηκε με μπογιά στους τοίχους και λίγη σοβά στα παπούτσια: η επόμενη ιστορία ξεκινά συχνά ακριβώς εκεί όπου κάτι άλλο έσπασε.
«Καμία προσευχή για τους πεθαμένους»: Μυστικά που στοιχειώνουν το σήμερα…
(αστυνομικό · Εκδόσεις Bell)
Μικρά χωριά στην ελληνική επαρχία. Καφενεία με ξύλινα τραπέζια, παλιές ιστορίες που σιγοβράζουν στα χαμηλωμένα φώτα. Ένα πτώμα εδώ, ένα μυστήριο παραπέρα. Ο κύριος Αζαριάδης γυρίζει το ρολόι στο ‘50, κι έπειτα στο ‘80, και τα δυο χρόνια κουμπώνουν σαν κομμάτια παζλ: ανοικτοί λογαριασμοί του Εμφυλίου, σιωπές που ζύμωσαν τρεις γενιές ενοχών.
Στο κέντρο βρίσκεται το χωριό Σκοτεινό. Εκεί εμφανίζονται αλλεπάλληλα θύματα με κοινό παρελθόν. Ο παπα-Γρηγόρης κρατά κλειστά τα πιο βαριά μυστικά. Ο αστυνόμος Πραπέτης, η Μελίνα που ψάχνει ρίζες, ο Βαλέ με τις δικές του σκοτεινές γωνίες όλοι παλεύουν να ξεχωρίσουν ποια αλήθεια αξίζει να ειπωθεί και ποια πρέπει να μείνει θαμμένη.
Η γραφή διαλέγει λιγόλογες ατάκες, σκηνές κοφτές σαν κινηματογραφικά πλάνα. Κάθε κεφάλαιο ανοίγει με δέλεαρ και κλείνει με γκρεμό. Κανένα φλύαρο φόντο· μόνο τα απολύτως χρήσιμα για να χτιστεί ατμόσφαιρα βαρύτητας: μυρωδιά ξύλου μετά τη βροχή, τζάκια που τρίζουν, φωνές στο βάθος να ψιθυρίζουν ονόματα από παλιά.
Οι ήρωες δεν ζητούν τη συμπόνια του αναγνώστη. Κυνηγούν δικαίωση, ακόμη κι αν χρειαστεί να θυσιάσουν το λίγο φως που τους απέμεινε. Ο Αζαριάδης ισορροπεί ανάμεσα σε ωμή βία και λεπτή ειρωνεία, κρατά το χιούμορ για να μην πνίξει ο ζόφος. Κάθε αναδρομή στο παρελθόν ανοίγει νέο τραύμα, κάθε ομολογία τραβά ακόμη έναν σκελετό απ’ το ντουλάπι.
Αν αρέσουν ιστορίες όπου ο τόπος ουρλιάζει τα μυστικά του και οι νεκροί διεκδικούν λόγο στην αφήγηση, το βιβλίο στέκει γερά: ρίχνει τον φακό σε ένα κομμάτι ιστορίας που προτιμά να μένει θαμμένο και αναρωτιέται –πόσα «συγγνώμη» αρκούν, όταν τα παλιά χρέη πληρώνονται πάντα με νέο αίμα;

«Ο θρόνος των μυστικών»: Δαίμονες, πάθη και μυστικά στο σκοτεινό βασίλειο της απόλαυσης…
(Οι Πρίγκιπες των Αμαρτημάτων #2 · Εκδόσεις Κλειδάριθμος · μετάφραση Γιώργος Αγγελίδης)
Πρώτη σκηνή και βρισκόμαστε στην αυλή του Άξτον, δαίμονα-πρίγκιπα της Λαιμαργίας: χρυσά τραπέζια στρωμένα με ζαχαρωτά, υπηρέτες που περνούν φορτωμένοι δίσκους, μια ατμόσφαιρα όπου ο πειρασμός μετριέται σε θερμίδες και δολοπλοκίες. Ο Άξτον κυκλοφορεί σαν καταιγίδα χαρισματικός, αδιόρθωτος, λατρεύει υπερβολικά καθετί απολαυστικό. Στο κατώφλι του προσγειώνεται η Αντριάνα Σεντ Λούσεντ, ρεπόρτερ με πιο κοφτερή γλώσσα από σπαθί, αποφασισμένη να ξεσκεπάσει τα σκοτεινά μυστικά της αυλής του. Το αρχικό «σου -ρίχνω- σπόντες» τους χαρίζει έξυπνο banter και ηλεκτρισμό που κρατά την πρώτη πράξη ζωντανή.
Η Maniscalco στήνει σαφώς αναγνωρίσιμο playbook: court politics, διαγωνισμοί επιρροής, αλλεπάλληλες παγίδες. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο που η απόλαυση μετατρέπεται σε όπλο: φαγητό, αισθήσεις, παιχνίδια κυριαρχίας. Ο Άξτον προσπαθεί να χειραγωγήσει τη ρεπόρτερ, όμως η Αντριάνα επιστρέφει κάθε μπλόφα με καυστική ατάκα. Γύρω τους κινούνται γνώριμες φιγούρες της σειράς (Ένβι, Καμίλα, κ.ά.) που δίνουν στο σκηνικό έξτρα δόσεις ίντριγκας. Κάπου στη μέση η ένταση γυρίζει σε πιο «ήπιο» ρομάντζο! Οι οπαδοί των spicy στιγμών θα βρουν αρκετές τολμηρές σκηνές, ξεκάθαρα 18+.
Φινάλε με ανατροπές, ίσως κάπως βιαστικές, όμως οι τελευταίες σελίδες διατηρούν την ουσία: μυστικά, προδοσίες, προσωπικά στοιχήματα στον θρόνο της Λαιμαργίας. Αν αγαπάς εχθρικά φλερτ, γρήγορες αβάντες και δαιμονικό glamour, ο δεύτερος «Πρίγκιπας» προσφέρει χορταστική δόση. Καθώς πέφτει η αυλαία, ένα ερώτημα μένει ανοιχτό: πόσα μυστικά αντέχει κανείς να ξεκλειδώσει πριν το ίδιο του το πάθος στραφεί εναντίον του;
